Αστεροσκοπείο Καλαμάτας

Image«Αν θυμάμαι τον Ανάργυρο Τσιμπίδη λέτε; Ο Αργύρης, αγαπητή μου, ήταν πολύ αγαπημένος μου φίλος. Φυσικά και τον θυμάμαι, και πολύ καλά μάλιστα. Ένα φωτεινό αστέρι ήταν, που λαμποκοπούσε απ’ όλες του τις μεριές, ένας σπάνιος επιστήμονας, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη της Αστρονομίας, και ως χαρακτήρας… με μια λέξη: Αδαμάντινος!».

Στα μάτια του ηλικιωμένου κ. Σταύρου Σμιγαδερού λάμπουν δύο δάκρυα, στη θύμηση του φίλου του μετά από τόσα χρόνια.

Είχα περιπλανηθεί αρκετά μέχρι να φτάσω σ’ αυτόν, είχα ψάξει για πληροφορίες, είχα κάνει τηλέφωνα, είχα ρωτήσει στην παλιά γειτονιά του Ανάργυρου Τσιμπίδη, χωρίς ανταπόκριση, είχα φτάσει στο σημείο να διακόψω τη μάχη μιας παρτίδας πόκα σε γνωστό καφενείο της πόλης, ψάχνοντας για κάποιον παλιό φίλο, που να γνωρίζει λίγα περισσότερα για εκείνον. Το όνομά του ήταν γνωστό σχεδόν σε όλους τους κύκλους των ηλικιωμένων. Όλοι είχαν ακούσει για την αγάπη του Τσιμπίδη στη μελέτη του ουρανού, την επιμονή του στην επιστήμη της Αστρονομίας, και η περιγραφή που μου έκαναν είχε πάντα τα ίδια λόγια: «Άνθρωπος πράος, αρχοντικός, χαμηλών τόνων, σοβαρός, αφοσιωμένος, πραγματικός κύριος».

Όσο για το παλιό Αστεροσκοπείο, του Ανάργυρου Τσιμπίδη, σχεδόν όλοι γνώριζαν την ύπαρξή του. Άλλωστε, το Αστεροσκοπείο αυτό ήταν το μοναδικό που υπήρχε σε όλη την Πελοπόννησο.

Όπως έμαθα στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1959 είχε ανατεθεί στον Ανάργυρο Τσιμπίδη, από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, η οργάνωση και η λειτουργία του «ΣΤΑΘΜΟΥ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΔΟΡΥΦΟΡΩΝ».

Εκείνη την εποχή – γνωστή ως διαστημική εποχή (μιλάμε για τη δεκαετία του ’60), στο αποκορύφωνα του Ψυχρού Πολέμου- η παρατήρηση του ουρανού, από διάφορα σημεία της γης, για αναζήτηση δορυφόρων ήταν πολύ σημαντική.

Η προσωπική λάμψη και η εκπληκτική επιστημονική γνώση του Ανάργυρου Τσιμπίδη έπεισαν τότε τους υπευθύνους του Αστεροσκοπείου Αθηνών ότι η Καλαμάτα ήταν η καλύτερη επιλογή τοποθεσίας παρατηρήσεων, και ο Τσιμπίδης ο ιδανικός άνθρωπος για να αναλάβει αυτό το έργο.

Μέχρι εδώ όμως… Το κράτος και οι φορείς της πόλης μας ουδέποτε ανταποκρίθηκαν στις οικονομικές ανάγκες του Αστεροσκοπείου.

Ο ίδιος έγραψε πολλά γράμματα, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Κανένας, ποτέ, δεν ενδιαφέρθηκε να βοηθήσει το Αστεροσκοπείο. Αν και οι συνθήκες θα μπορούσαν να έχουν ανατρέψει τα σχέδια του επιστήμονα, εκείνος συνέχισε να προσπαθεί κάνοντας αιματηρές οικονομίες, αφιερώνοντας όλο του τον ελεύθερο χρόνο στη φροντίδα του Αστεροσκοπείου και στις παρατηρήσεις του. Κάθε φορά που παρατηρούσε έναν καινούριο δορυφόρο ή κάποιο σημαντικό αστρονομικό φαινόμενο, έγραφε και έστελνε δελτία Τύπου. Παλιά και κιτρινισμένα, με τη μυρωδιά της καμφοράς, έχουν διατηρηθεί αρκετά μέχρι σήμερα, χάρη στο σεβασμό και τη φροντίδα κάποιων ανθρώπων, οι οποίοι είχαν την ευαισθησία να διακρίνουν την αξία του έργου του Ανάργυρου Τσιμπίδη. Και να διασώσουν ό,τι απόμεινε από τις μελέτες και παρατηρήσεις ενός θαυμαστού επιστήμονα, που κάποτε προσπάθησε  - μάταια- να πλουτίσει τη γνώση της πόλης μας στα επιστημονικά θέματα και να στρέψει τα νέα παιδάκια προς την αγάπη της μελέτης του ουρανού, αυτής της παντοτινής τέχνης που κατοικεί μέσα στα ανθρώπινα κύτταρα, από τότε που ο πρωτόγονος σήκωσε το κεφάλι του προς τα πάνω, για να δει πού βρίσκεται και τι είναι εκεί έξω πίσω από τη μαύρη κουρτίνα.

Το να αφοσιώσει ένας άνθρωπος τη ζωή του ολόκληρη στην επιστήμη, καθώς και όλα του τα χρήματα, μέχρι τελευταίας δεκάρας, για να αγοράσει ό,τι το κράτος όφειλε να του έχει προσφέρει, βγάζοντάς του και το καπέλο μάλιστα, για αυτήν του τη προσφορά, αξίζει σίγουρα καλύτερη τύχη, από το να καταλήξουν οι μελέτες του σε μια στοίβα κιτρινισμένα χαρτιά, που για χρόνια λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν στο ρημαγμένο Αστεροσκοπείο. Ευτυχώς οι μελέτες του είχαν την τύχη να βρεθούν σε χέρια που ήξεραν να εκτιμήσουν τι σημαίνει να κάθεσαι άγρυπνος ώρες ατελείωτες, παρατηρώντας τον ουρανό, ενώ μέσα σου μια άγρια χαρά σε κάνει να θέλεις να μοιραστείς όλον αυτόν τον πλούτο μάθησης με άλλους, ιδιαίτερα με τα παιδιά. Άραγε, ποιο παιδί δε θα προτιμούσε να μισοκλείσει το μάτι του μπροστά από ένα τηλεσκόπιο, που ανοίγει δρόμους για τον ουρανό από το να αποστηθίσει χρονολογίες και ονόματα;

Το μεγαλείο της μάθησης μέσα από παρατήρηση, όμως, μοιάζει τόσο μακριά από μας όσο και η Σελήνη από τη γη.

Συγκεντρώνοντας, λοιπόν, τις πληροφορίες για τον Ανάργυρο Τσιμπίδη, μία προς μία, ένιωσα ανακούφιση όταν βρέθηκα καθισμένη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, απέναντι από τον καλό του φίλο τον Σταύρο Σμιγαδερό, που με τη διήγησή του με μετέφερε στη δεκαετία του ’60, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου…

Ήταν… η τελευταία Παρασκευή των Χαιρετισμών, και η Υπαπαντή φωτισμένη, και ασφυκτικά γεμάτη, ενώ οι ψαλμωδίες ανέβαιναν ως τα πλησιέστερα αστέρια, ενός ολοκέντητου ουρανού, που έμοιαζε και εκείνος σιωπηλά να παρακολουθεί το μυστήριο της αποκαθήλωσης. Ο Σταύρος διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο τον Αργύρη, το φίλο του, που ευλαβικά έστεκε και απολάμβανε τη λειτουργία.

Τον πλησίασε και χαιρετήθηκαν με χαμόγελο. «Μη φύγεις μετά. Έχω κάτι να σου δείξω», ψιθύρισε ο Αργύρης. Αρκετά αργότερα, ανηφόριζαν και οι δύο για το Αστεροσκοπείο στον Προφήτη Ηλία των Αγίων Αναργύρων. Διέσχισαν το περιβόλι με τα μελίσσια του Αργύρη και μπήκαν στο κτήριο που παρέπεμπε σε εικόνα από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ο Σταύρος πάντα ένιωθε ένα δέος μπαίνοντας σ’ αυτό το χώρο που με τέτοια αγάπη είχε, σιγά σιγά, διαμορφώσει ο φίλος του, που πάντα κατάφερνε να τον αφήσει με το στόμα ανοιχτό με ό,τι του εξηγούσε.

Ολόγυρα ήταν κρεμασμένα κλουβιά με καναρίνια, που κελαηδούσαν σε διάφορες μελωδίες. Όλοι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με χάρτες, μελέτες, φωτογραφίες και πάνω από την πύλη ήταν χαραγμένα τα εξής λόγια: «ΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΓΕΩΜΕΤΡΕΙ».

Ανέβηκαν την εσωτερική σκάλα και τότε ο Σταύρος άφωνος αντίκρισε αυτό που ήθελε ο φίλος του να του δείξει. Ένα μεγάλο, ολοκαίνουργο τηλεσκόπιο. «Απίστευτο!» ψέλλισε. «Είσαι ένα αίνιγμα, φίλε μου! Ώστε τελικά έδωσες όλα σου τα λεφτά εδώ! Τουλάχιστον εξαιρέθηκε από το φόρο όπως τους ζήτησες ή τον πλήρωσες κι αυτόν;».

«Δε μου έδωσαν δραχμή, Σταύρο, αλλά δεν έχει σημασία τώρα. Σημασία έχει αυτό εδώ που βλέπεις. Έλα να δεις…» και λέγοντας έτσι χάιδεψε το τηλεσκόπιο χαμογελώντας με θαυμασμό: «Κοίταξε, φίλε μου, πόσο μικροί είμαστε. Το σύμπαν είναι ασύλληπτα μεγάλο. Φαντάσου γύρω στα εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες, εκτός από το δικό μας. Κι ο καθένας τους, με τη σειρά του, γύρω στα εκατό δισεκατομμύρια άστρα».

Ο Σταύρος σφύριξε με θαυμασμό.

-«Λες, Αργύρη, εκεί έξω να υπάρχει κι άλλη ζωή; Όντα, σαν εμένα και σένα;».

-«Δεν είναι αμελητέες οι πιθανότητες. Κάθε άλλο μάλιστα. Η σκέψη ότι ενδεχομένως να είμαστε απλώς ένας από τους εκατομμύρια εξελιγμένους πολιτισμούς είναι ενδιαφέρουσα. Ξέρεις, όμως, για τι αποστάσεις μιλάμε ανάμεσα σε δύο τέτοιους πολιτισμούς;».

-«Για λέγε»

-«Γύρω στα 200 έτη φωτός! Σκέψου, λοιπόν, πως, αν πράγματι υπάρχουν κάποια όντα που γνωρίζουν ότι βρισκόμαστε εδώ και μπορούν με τα τηλεσκόπιά τους, αυτή τη στιγμή, να μας δουν, αυτό που βλέπουν είναι φως που έφυγε από τη γη περίπου διακόσια χρόνια πριν. Άρα, δε βλέπουν εμένα κι εσένα, αλλά ανθρώπους με άμαξες, πουδραρισμένες περούκες που παράγουν ηλεκτρισμό, τρίβοντας κεχριμπάρι με ένα κομμάτι γούνα και καμαρώνουν γι’ αυτό!»

-«Η αλήθεια είναι πως μένω άναυδος κάθε φορά που μου τα λες αυτά. Μοιάζουν πραγματικά ασύλληπτα!»

-«Το να εξηγήσεις το σύμπαν, μοιάζει με το να εξηγήσεις τον Θεό. Βλέπεις κάτι που είναι δύσκολο να εκφράσεις. Αν, για παράδειγμα, τώρα ταξίδευες μέχρι την άκρη του σύμπαντος, και έβγαζες το κεφάλι σου έξω από την κουρτίνα, πού θα βρισκόταν λες το κεφάλι σου, αν δεν ήταν πια μέσα στο σύμπαν. Τι θα υπήρχε πέρα από αυτό;».

-«Φαντάζομαι ότι ποτέ δε θα μπορούσα να φτάσω ως την άκρη. Θα γυρνούσα πάντα πίσω στο ίδιο σημείο».

-«Ακριβώς. Είναι όπως το να περπατάς πάνω σε μια σφαίρα σαν τη Γη. Όσο μακριά και αν ταξιδέψεις πάνω στη γη, δε θα βρεις ποτέ άκρη. Σε όλο το σύμπαν, πάντως, δεν υπάρχει πουθενά ένα κέντρο, ένα μέρος που να μπορείς να σταθείς και να ισχυριστείς ότι εδώ ξεκίνησαν όλα!».

-«Και πώς λες ότι δημιουργήθηκαν όλα αυτά; Υπήρξε το μαγικό χέρι του Θεού ή απλά είναι νόμοι της φύσης που τα έφτιαξαν όλα αυτά που βλέπουμε τώρα;».

-«Κοίταξε. Όλα είναι θεωρίες. Οι περισσότεροι αστρονόμοι δέχονται μια εξήγηση για το φαινόμενο της διαστολής. Κάποτε, πριν δεκαπέντε δισεκατομμύρια χρόνια περίπου, η ύλη του σύμπαντος ήταν συγκεντρωμένη σ’ ένα πολύ μικρό χώρο. Όπως γνωρίζουμε, όμως, η δύναμη της βαρύτητας και η θερμότητα έχουν απίστευτη ισχύ. Αν τότε συνέβη μια τεράστια έκρηξη που λες, όλα εκτινάχτηκαν μέσα στο κενό, εκσφενδονίζοντας μέσα στο Διάστημα το σύνολο της ύλης προς όλες τις κατευθύνσεις. Με την πτώση της θερμοκρασίας αυτών των κομματιών ύλης, σχηματίστηκαν τα αστέρια, οι πλανήτες, οι γαλαξίες, τα φεγγάρια…».

-«Αυτό που λένε Μπιγκ Μπαγκ εννοείς;».

-«Ακριβώς! Η ιδέα είναι πως είμαστε απλώς ένα από τα αιωνίως διαστελόμενα και καταρρέοντα σύμπαντα. Μπορεί το σύμπαν μας να είναι ένα μέρος πολλών μεγαλύτερων συμπάντων, ενδεχομένως σε άλλες διαστάσεις και φαινόμενα σαν το Μπιγκ Μπαγκ μπορεί να συμβαίνουν αδιάκοπα παντού.

Μπορεί, για παράδειγμα, ο χώρος και ο χρόνος να είχαν εντελώς διαφορετική μορφή πριν από αυτή την έκρηξη. Μια μορφή, τόσο ξένη, ώστε μας είναι αδύνατο να τη φανταστούμε. Τώρα, αν πίσω από όλα αυτά υπάρχει ένας Θεός που τα κινεί όλα, είναι κι αυτό μια θεωρία περισσότερο θρησκευτικού χαρακτήρα».

-«Αν πάμε πολύ μακριά στο μέλλον, Αργύρη, τι μπορούμε να υποθέσουμε για το μέλλον του σύμπαντος. Θα υπάρχει αιώνια; Βέβαια, εμείς δε θα ζούμε τότε για να το δούμε, αλλά ως σκέψη είναι ενδιαφέρουσα, δεν είναι;».

-«Κοίταξε, μέχρι στιγμής όλα έχουν καλώς για μας. Αν όμως κάποια μέρα η βαρύτητα αποδειχτεί υπερβολικά ισχυρή, το σύμπαν μπορεί να σταματήσει να επεκτείνεται και να αναγκαστεί να καταρρεύσει πάνω στον εαυτό του μέχρι να συρρικνωθεί και να ξαναρχίσει από την αρχή. Υπάρχει, βέβαια, και το αντίθετο ενδεχόμενο».

-«Δηλαδή;»

-«Να, η βαρύτητα να αποδειχτεί υπερβολικά ασθενής κι έτσι το σύμπαν να συνεχίσει να διαστέλλεται μέχρι που όλα να είναι τόσο μακριά το ένα από το άλλο, ώστε να μην υπάρχει καμία προοπτική αλληλοεπίδρασης».

-«Ακούγεται τρομαχτικό κι αυτό…».

-«Φυσικά και είναι. Μιλάμε τότε για έναν τόπο αδρανή και νεκρό, αλλά ασύλληπτα μεγάλο».

-«Δεν υπάρχει τρίτη, πιο αισιόδοξη εκδοχή;».

-«Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή».

-«Που είναι ότι…»

-«Η βαρύτητα να είναι ακριβώς όπως πρέπει, ώστε το σύμπαν να κρατηθεί στις σωστές του διαστάσεις και έτσι τα πράγματα να συνεχίσουν να εξελίσσονται αιώνια».

-«Ας ελπίσουμε, Αργύρη, ότι έτσι θα είναι, ε; Και τώρα, λέω να κατέβουμε ως το ταβερνάκι του Βρυώνη, γιατί ένα ποτηράκι κρασί θα ήταν ό,τι πρέπει, μετά από όλη αυτή τη συζήτηση. Τι λες;».

-«Γιατί όχι, Σταύρο. Ο ουρανός αύριο και πάλι εδώ θα είναι».

-«Πάντως, έχεις κάνει φοβερά καλή δουλειά εδώ πάνω, ομολογώ ότι δεν παύεις να με εντυπωσιάζεις».

-«Έχω πολλά να κάνω ακόμα. Έχω στείλει προσκλήσεις σε σχολεία, να φέρουν τα παιδιά. Την περασμένη εβδομάδα ήρθε ένα Δημοτικό και τους εξηγούσα διάφορα πράγματα».

-«Θα πρέπει να κρέμονταν από τα χείλη σου».

-«Α! Δε θα πει τίποτα! Α, βρε Σταύρο, αν είχα τα χρήματα, πόσα θα μπορούσα να κάνω εδώ πάνω. Ξέρεις είναι η ιδανικότερη τοποθεσία της πόλης. Έχει μεγάλη ορατότητα».

-«Λες να σε βοηθήσουν καθόλου;».

-«Ούτε γνωρίζω! Πάντως, ό,τι γράμμα έχω στείλει, πήγε στο βρόντο».

-«Κρίμα, βρε παιδί μου. Να υπάρχει η διάθεση, αλλά…».

-«Αλλά… Έλα τώρα, πάμε για τον Βρυώνη».

Κάπου εδώ ο Σταύρος Σμιγαδερός, με συγκίνηση, μου διαβάζει ένα γράμμα που λίγη ώρα πριν έγραψε για τον Αργύρη Τσιμπίδη. Ολοφάνερα φαίνεται ο θαυμασμός του και η αγάπη του για αυτόν.

«Ο θάνατός του ήταν τόσο ξαφνικός» λέει. «Νόμιζα πως ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες. Ο Αργύρης θα τελείωνε το μάθημα στο φροντιστήριό του («Πρότυπο Μαθηματικό Φροντιστήριο», που ο ίδιος είχε ιδρύσει το 1929) και θα συναντιόμασταν η γνωστή παρέα, 4-5 άντρες, για να πάμε στο ταβερνάκι, όταν έρχεται ένα φίλος και μου λέει: ‘Τα μαθες! Πάει ο Αργύρης, ανακοπή την ώρα που δίδασκε στο φροντιστήριο (1966)’. Τα έχασα! Δύο μέρες αργότερα, στην κηδεία του, είδα να παίζει η Φιλαρμονική! Παραξενεύτηκα τότε και σκέφτηκα, πώς είναι δυνατόν, αυτός ο απλός, λιτός άνθρωπος να έχει κηδεία με συνοδεία Φιλαρμονικής!

Στη συνέχεια έμαθα πως ο Αργύρης υπήρξε κάποτε και δάσκαλος της Φιλαρμονικής! Ακόμα και μετά το θάνατό του συνέχισε να με εντυπωσιάζει…».

ΚΑΠΟΥ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’80

Δύο πιτσιρικάδες με ποδηλατάκια μέσα στη νύχτα ανεβαίνουν το λόφο για το παλιό ρημαγμένο Αστεροσκοπείο, 12-13 χρόνων. Αφήνουν τα ποδήλατα στην άκρη και ανεβαίνουν τις σκάλες του αλλόκοτου κτηρίου, που μοιάζει σαν παραμυθένιο πύργος.

Μέσα από το μπαλκόνι ατενίζουν τους γαλαξίες που φαίνονται σαν κόκκοι ζάχαρης πάνω σε μαύρο βελούδο. Το ένα αγοράκι, με ξανθά μαλλιά και γυαλιά, πλησιάζει τη μισοκατεστραμμένη βάση του τηλεσκοπίου.

«Από εδώ κοίταζαν τα παλιά χρόνια τα αστέρια ξέρεις», λέει στο φίλο του με θαυμασμό ανάμεικτα με δέος.

Εκείνο, όμως, ήδη ονειρεύεται και κοιτάζοντας τον ουρανό, του απαντά:

«Παράξενο πράγμα να σκέφτεσαι ότι ζούμε σ’ ένα μικρό πλανήτη κάπου μέσα στο Σύμπαν…».

Τι απέγιναν εκείνοι οι πιτσιρικάδες; Πού βρίσκεται το υλικό του Αστεροσκοπείου; Και τι σχέδια υπάρχουν για τις νεότερες ομάδες Αστρονομίας στην πόλη μας;

Όλα αυτά θα τα απαντήσουμε την επόμενη Κυριακή.

  • Όποιος επιθυμεί να μας δώσει περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Ανάργυρου Τσιμπίδη, μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας.

Της Κατερίνας Γυφτάκη

Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους με βοήθησαν να συλλέξω στοιχεία για το έργο του Ανάργυρου Τσιμπίδη, ιδιαίτερα στον αγαπημένο του φίλο, πρώην επίτιμο λυκειάρχη Σταύρο Σμιγαδερό, καθώς και στο μαθηματικό Γιώργο Κουτσουμπό, ο οποίος ξεκίνησε την ιδέα για το αφιέρωμα στο έργο του Τσιμπίδη. Θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη.

Ένας σπάνιος άνθρωπος

Ο Ανάργυρος Τσιμπίδης ήταν ένα πραγματικό διαμάντι που λαμποκοπούσε απ’ όλες του τις μεριές. Άνθρωπος! Πλημμυρισμένος με σπάνιες χριστιανικές αρετές. Αδαμάντινος χαρακτήρας, αγγελικό ήθος. Η όλη του εμφάνιση ενέπνεε κάθε συνομιλητή του. Προσηνής και ακέραιος. Ένας άνθρωπος που είχε πατήσει τον εγωισμό του, για τον οποίον έλεγε συχνά: «Ο εγωισμός δεν είναι παρά ένα ψευτοείδωλο με τις σατανικές μορφές του, εωσφορικός καρπός, τέχνασμα του Σατανά, θανατηφόρος νόσος».

Ο Ανάργυρος ήταν αγαπητός στην κοινωνία της Καλαμάτας. Όλοι οι Καλαματιανοί, και όλη η Μεσσηνία, αγαπούσαν και σέβονταν το μεγάλο Δάσκαλο, τον άνθρωπο. Ήταν πραγματικά ανάργυρος. Δεν αγαπούσε την ύλη, το χρήμα. Ήταν πιστός ορθόδοξος χριστιανός, μια ευγενική, σεμνή φυσιογνωμία, ένα φωτεινό αστέρι, ένα σπάνιος επιστήμονας και δάσκαλος. Είχε ένθερμο ζήλο και πραγματικό έρωτα στο διδασκαλικό του έργο – πρότυπο το φροντιστήριο του – θεωρούσε τη διδασκαλία ιερά αποστολή. Είχε έντονη μέσα του την αίσθηση του καθήκοντος και της ευσυνειδησίας. Πολλοί παλιοί μαθητές του έχουν σήμερα άριστες θέσεις στην κοινωνία ως επιστήμονες ή επαγγελματίες.

Πάντοτε χαρούμενος, γελαστός, πρόθυμος και ευγενικός είχε κερδίσει την εκτίμηση της κοινωνίας της Καλαμάτας και όλης της Μεσσηνίας.

Πράος, γλυκός, αντίκριζε όλους τους μαθητές του με αγάπη και καλοσύνη.

Ψυχή αγνή και αμνησίκακη. Διαλλακτικός και ειλικρινής. Ένα πράγματι φωτεινό πνεύμα. Δούλευε πιστά, μεθοδικά, προσεκτικά και αποδοτικά, μεταδίδοντας το φως της μαθήσεως, με την απαράμιλλη διδασκαλία του, τη σοφή και ευλογημένη.

Είχε το δίδυμο: αγάπη και ταπείνωση. Η μία υψώνει, η άλλη συγκρατεί όσους υψώνει και δεν τους αφήνει ποτέ να πέσουν.

Αυτός ήταν ο μακαριστός Ανάργυρος Χ. Τσιμπίδης. Αξίζουν συγχαρητήρια στο αγαπημένο μου «Θάρρος» που ανέλαβε αυτό το έργο, να επαναφέρετε τον αλησμόνητο αυτόν άνθρωπο με τις πλούσιες αρετές στη δημοσιότητα τόσα χρόνια μετά το θάνατό του. Η μνήμη του, όμως, δεν έσβησε. Η γενέτειρά του και οι φίλοι του θα τον θυμούνται για πάντα.

Σταύρος Σμιγαδερός

Επίτιμος Λυκειάρχης

 

 

 

 

 

 
 
 
Advertisement