Η ψυχή δε μεταφράζεται…


Πρώτη Δημοσίευση: 25/11/2016 19:11 - Τελευταία Ενημέρωση: 25/11/2016 19:11
Δε θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί. Ήταν σούρουπο και άναβαν τα φώτα των οικισμών και όλα γίνονταν ένα. Κατηφόρισα τις πλαγιές ενός δάσους, με σύντροφο τις ανταύγειες του τοπίου. Γεμάτος από γαλήνιο πάθος και από την ανεπάντεχη συνάντηση με τους θεούς του κόσμου ετούτου.
Ανώμαλη προσγείωση, η επαφή με τα πάθη των ανθρώπων στα χωριά. Θολά απ’ τη μελαγχολία τα τζάμια των καφενέδων. Ύστερα απ’ την πρώτη «καλησπέρα», οι λιγοστοί θαμώνες αφηγούνται θλιβερές, καθημερινές ιστορίες της κρίσης. Κόμπος στο λαιμό. Δεν πάνε κάτω ακόμα και υπό τη συνοδεία άφθονου κρασιού.
Η γιαγιά Σοφία, το «εικονοστάσι» του χωριού, κοντεύει τα ενενήντα. Καλοστεκούμενη, παρά τα προβληματάκια υγείας. Τα παιδιά και τα εγγόνια της ζουν στην πρωτεύουσα. Εκείνη, όμως, εδώ. Βράχος ακλόνητος. Θα μαραζώσει αν φύγει. Τα επισκέπτεται δυο βδομάδες κατά τα Χριστούγεννα. Να τα καμαρώσει. Να δει και την ίδια κανένας γιατρός. Κατόπιν επιστρέφει στη βολή της. Μου την έδειξαν να διασχίζει αγέρωχη την πλατεία.
Με τις πρόσφατες περικοπές σε ΕΚΑΣ και επικουρικό, η σύνταξή της μειώθηκε περί τα διακόσια ευρώ. Θα ’παιρνε-δε θα ’παιρνε πεντακόσια. Ίσα ίσα για τα φάρμακα και για πέντε πραγματάκια όλα κι όλα απ’ τον μπακάλη. Δική της παραγωγή τα υπόλοιπα. Φέτος δεν έφτασαν τα λεφτά για πετρέλαιο και το κρύο σε περονιάζει τούτον τον καιρό, ιδίως τα βράδια. Της έστειλαν ρεφενέ τα παιδιά τέσσερα κατοστάρικα. Να γεμίσει η δεξαμενή κι έχει ο Θεός.
Έπεσε σε μαύρη απελπισία, βρίσκοντας το λογαριασμό της μηδενικό. «Χρωστούσατε το χαράτσι του 2013 και δεσμεύτηκε» της εξήγησαν στην τράπεζα. «Ρε μάνα, εδώ δεν το πληρώνει ο Τσίπρας, θα τα σκάσουμε εμείς;» έλεγε τότε ο γιος της. Ένα βήμα πριν απ’ την όχθη του Αχέροντα, η γιαγιά Σοφία ξαναγυρνά στο καπνισμένο τσουκάλι.
Τα εξιστορεί ο καφετζής και ταράζεται. Καμιά δεκαριά γεροντάκια ολόγυρα κουνούν το κεφάλι. Λειτούργημα επιτελεί. Κρατά ζωντανό το χωριό. Στο μπρίκι του, ένα χαρμάνι ιστορίες που νομίζεις ότι βγαίνουν από τα βιβλία του Παπαδιαμάντη και του Ντοστογιέφσκι. «Πιείτε, παιδιά. Σ’ ένα μήνα κλείνουμε» μας κερνά. «Τρεις χιλιάδες το χρόνο ΤΕΒΕ από 1/1/17 σημαίνει ξαφνικό θάνατο». Τσουγκρίζουμε πένθιμα με την Ελλάδα που αργοσβήνει.
Ξύπνησα ταραγμένος. Όνειρο ήτανε (;) Τι να πει κανείς; Η ψυχή δε… μεταφράζεται.
 
Του Αντώνη Πετρόγιαννη
Φωτογραφία: 
Ετικέτες Στηλών: 



Προσθήκη νέου σχολίου