Πριν από κάποια χρόνια στις περισσότερες γειτονιές ακούγονταν παιδικές φωνές. Ο ήχος μιας μπάλας που χτυπούσε δυνατά στους τοίχους, φωνές, γέλια και καβγάδες που όσο εύκολα ξεσπούσαν, τόσο γρήγορα ξεχνιούνταν.
Ο χρόνος, όμως, μοιάζει να έχει μία μόνο σταθερά. Μπορεί να μετασχηματίζει τον τρόπο που επικοινωνούμε, εργαζόμαστε, συνυπάρχουμε και σχετιζόμαστε. Αν κάποιος ρίξει μόνο μια ματιά στις δεκαετίες που πέρασαν, θα διαπιστώσει πόσο ραγδαίες υπήρξαν οι αλλαγές αυτές, με κυριότερο σημείο την τεχνολογία. Μέσα σε λίγα χρόνια οι αποστάσεις ελαχιστοποιήθηκαν, η επικοινωνία έγινε στιγμιαία με ένα κλικ και δημιουργηθήκαν δυνατότητες που κάποτε, για τις περασμένες γενιές, έμοιαζαν αδιανόητες.
Μέσα στη δυναμική και διαρκή αυτή κοινωνικοπολιτισμική μεταμόρφωση, ήταν αναπόφευκτο να αλλάξει ο κόσμος των παιδιών μας. Πλέον, οι γειτονιές και οι αλάνες είναι σιωπηλές. Όχι γιατί τα παιδιά και οι έφηβοι έπαψαν να συναντιούνται, αλλά γιατί στο φάσμα των αλλαγών μεταβλήθηκε και ο τόπος συνάντησής τους.
Τι σημαίνει, όμως, αυτή η νέα πραγματικότητα για την ψυχική υγειά των παιδιών και εφήβων;
Τo ερώτημα αυτό απασχολεί όλο και περισσότερο την επιστημονική κοινότητα και το 2024 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δημοσίευσε μια μεγάλη, σχετική έρευνα με συμμετοχή περίπου 280.000 παιδιών.
Βάσει των αποτελεσμάτων της, διαφάνηκε ότι χρόνο με τον χρόνο αυξάνεται η προβληματική χρήση κοινωνικής δικτύωσης. Ο όρος «προβληματική χρήση» περιλαμβάνει ένα μοτίβο συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από αδυναμία ελέγχου της χρήσης, δυσφορία όταν λείπει η σύνδεση και παραμέληση άλλων δραστηριοτήτων.
Έχει ιδιαίτερη σημασία η εν λόγω διάκριση, καθώς μόνο ο χρόνος μπροστά στην οθόνη δεν αρκεί για να περιγράψει τη σχέση του παιδιού με την τεχνολογία. Είναι σημαντικό να εντοπιστεί η ακριβής χρήση και περιήγηση, οι ανάγκες που εξυπηρετούνται μέσω αυτής και η συσχέτισή τους με την υπόλοιπη ζωή του.
Ωστόσο, τα στοιχεία της ίδιας έρευνας παρουσίασαν μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση. Τα κορίτσια εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά προβληματικής χρήσης των social media 13%, έναντι 9% των αγοριών. Ταυτοχρόνως, 1 στα 3 παιδιά ανέφερε ότι βρίσκονται σε μόνιμη, διαδικτυακή επαφή με φίλους, με τα υψηλότερά ποσοστά να καταγράφονται στα 15 έτη.
Όμως, κρίνεται σκόπιμο να εξετάσουμε το ζήτημα της ψηφιακής καθημερινότητας των νέων πολυδιάστατα. Η ίδια έρευνα επισήμανε ότι το 34% των εφήβων καθημερινά παίζει ψηφιακά παιχνίδια, με το 22% αυτών να αφιερώνει πάνω από 4 ώρες ημερησίως. Εδώ, η εικόνα μεταξύ των φύλων αντιστρέφεται, με τα αγόρια να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά προβληματικής χρήσης gaming 16%, έναντι 7% των κοριτσιών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα εν λόγω ποσοστά περιγράφουν τάσεις σε μεγάλους πληθυσμούς και καταδεικνύουν ότι η ψηφιακή χρήση έχει πολυεπίπεδο χαρακτήρα στη ζωή των παιδιών και εφήβων. Για κάποια νεότερα άτομα η κοινωνική επαφή πραγματοποιείται μέσω των social media, για άλλα μέσα από ένα διαδικτυακό παιχνίδι, μα σε κάθε περίπτωση εκεί συνομιλούν, συνεργάζονται , συναγωνίζονται, κερδίζουν και χάνουν μαζί.
Άρα, η ουσιαστικότερη ερώτηση δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από τις ώρες που ένα παιδί βρίσκεται στην οθόνη, αλλά κυρίως από το τι συμβαίνει κατά τις ώρες αυτές.
Η εφηβεία, άλλωστε, αποτελεί μια περίοδο κατά την οποία η αίσθηση του ανήκειν και η αποδοχή αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Γιατί το ερώτημα «Ποιος είμαι» συναντά συχνά το «Πώς με βλέπουν οι άλλοι; » και στον ψηφιακό κόσμο, οι απαντήσεις τους μοιάζουν μετρήσιμες.
Like, followers, views και comments μετατρέπονται σε δημόσιους δείκτες κοινωνικής επιβεβαίωσης. Παράλληλα, τα παιδιά εκτίθενται σε μια αδιάκοπη ροή καλοφτιαγμένων εικόνων από τις ζωές άλλων με επιτυχίες, σχέσεις, παρέες, ταξίδια και αψεγάδιαστα σώματα να παρουσιάζονται στην καλύτερη εκδοχή τους.
Η διαδικτυακή ζωή αποτελεί πλέον μέρος της κοινωνικής τους ζωής.
Κατά συνέπεια, προκύπτει μια άνιση σύγκριση: H ατομική πραγματικότητα έναντι των επιλεγμένων και ιδανικών στιγμών της ζωής των άλλων.
Παρ ’όλα αυτά, θα ήταν αναχρονιστικό να παρουσιαστεί μια μόνο εκδοχή, καθότι η ίδια έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας δε χαρακτηρίζει τον ψηφιακό κόσμο συλλήβδην ως απειλή. Αντιθέτως, μεταξύ των ευρημάτων της εντοπίστηκε ότι οι έφηβοι που δεν εμφανίζουν προβληματική χρήση των social media, ανέφεραν ισχυρότερη υποστήριξη από συνομηλίκους και μεγαλύτερη αίσθηση κοινωνικής σύνδεσης.
Το διαδίκτυο μπορεί με ένα κλικ να φέρει κοντά άτομα με κοινά ενδιαφέροντα που ίσως δεν υπάρχουν στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού και να ανοίξει έναν νέο κόσμο επικοινωνίας με πολλές προοπτικές. Η διατήρηση των σχέσεων, η δημιουργικότητα, η έκφραση και η πληροφόρηση είναι οι δυνατότητες των social media, αλλά και του online gaming.
Επομένως, ίσως το δίλημμα «η τεχνολογία κάνει κακό ή καλό στα παιδιά και στους εφήβους» είναι εξαρχής απλοϊκό και αναχρονιστικό.
Γιατί η απάντηση κρύβεται περισσότερο στη θέση που καταλαμβάνει ο ψηφιακός κόσμος στη ζωή του παιδιού. Εκτός από το συχνό ερώτημα των γονέων «πόσες ώρες ήσουν σήμερα στο κινητό;», αξίζει να προστεθούν και άλλα: «Τι σου αρέσει να κάνεις περισσότερο εκεί;», «Με ποιους επικοινωνείς;», «Πώς αισθάνεσαι όταν αφήνεις το κινητό ή όταν κλείνεις το παιχνίδι;», «Υπάρχει κάποιος που σε ενοχλεί;». Ερωτήματα που δε λειτουργούν μόνο ελεγκτικά, αλλά μπορούν να γεφυρώσουν τα επικοινωνιακά χάσματα μεταξύ γονέων και παιδιών.

Τα όρια, ασφαλώς, παραμένουν σημείο κλειδί. Οι ώρες επί της οθόνης χρειάζεται να εξετάζονται συνδυαστικά με πιθανές μεταβολές στον ύπνο, στη σωματική δραστηριότητα, στη σχολική επίδοση και στις κοινωνικές και οικογενειακές δραστηριότητες για να διαπιστωθεί αν η χρήση άρχισε να γίνεται προβληματική.
Εν κατακλείδι, στόχος δεν είναι να κερδίσουμε τη μάχη ενάντια στην οθόνη. Η γενιά αυτή μεγάλωσε μέσα στον ψηφιακό κόσμο που δημιουργήσαμε εμείς, οι ενήλικες. Εμείς καθημερινά επιτρέπουμε στην τεχνολογία να μπαίνει στα σπίτια και στις προσωπικές και οικογενειακές στιγμές μας. Εμείς τους δείξαμε πρώτοι και συχνά πολύ νωρίς ότι μπροστά σε μια οθόνη μπορεί κάποιος να διασκεδάζει, να επικοινωνεί και ίσως να ξεφεύγει προσωρινά από όσα τον απασχολούν.
Αυτό είναι και το δυσκολότερο, να ζητάμε από τοπαιδί να απομακρύνεται από την οθόνη, όταν η δική μας παραμένει διαρκώς αναμμένη. Γιατί η ψηφιακή αγωγή δε θέλει μόνο κανόνες, αλλά κυρίως παράδειγμα.
Για να μάθουν τα παιδιά να κινούνται στον ψηφιακό κόσμο με ασφάλεια, μέτρο και κριτική σκέψη χρειάζεται πρώτα να εξετάσουμε ποια είναι η δική μας σχέση με αυτόν.
Να τους διδάξουμε να αναγνωρίζουν πότε τους προσφέρει χαρά και ικανοποίηση και πότε η σύνδεση αρχίζει να τους στερεί σημαντικά κομμάτια από τη ζωή τους.
Να μείνουμε εκεί, μαζί τους. Όχι επικριτικά, ούτε γεμίζοντάς τα απαγορεύσεις. Αλλά αρκετά κοντά, ώστε να μπορούμε πραγματικά να τα ακούσουμε.
Και ναι, οι πλατείες μπορεί να άδειασαν.
Όμως, η ανάγκη των παιδιών να νιώσουν ότι ανήκουν κάπου και ότι κάποιος είναι ουσιαστικά κοντά τους, με άνευ όρων αποδοχή, παραμένει αμετάβλητη σε κάθε τεχνολογική και χρονική περίοδο.
Της Νατάσας Δαμιανού
Ψυχολόγου
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Word Health Organization (2024). Teens, screens and mental health, New WHO report indicates need for healthier online habits among adolescents



























