«Το συνέδριό σας διεξάγεται σε μια δύσκολη συγκυρία. Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα είναι αντιμέτωπη με μία μεγάλη ιστορική πρόκληση. Ιστορική, διότι ενώ εσείς αποτελείτε τη σπονδυλική στήλη της ελληνικής οικονομίας, τα τελευταία χρόνια ο κλάδος είναι αντιμέτωπος με μια βαθιά και δομική κρίση. Τα στοιχεία μιλάνε από μόνα τους.
Η αύξηση του κόστους για μια μικρομεσαία επιχείρηση -μόνο την τελευταία διετία- έφθασε στο ιλιγγιώδες 35%!
Το μέτρο των 72 δόσεων για το ιδιωτικό χρέος απέτυχε παταγωδώς. Ούτε καν το 10% των επιχειρήσεων δε συμμετείχε τελικά σε αυτό. Αλλά και οι πρώτες ενδείξεις για τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων είναι αποθαρρυντικές. Γιατί, με τα πρόστιμα, τις προσαυξήσεις και με ένα επιτόκιο που ακουμπά το 6%, ματαιώνεται κάθε δυνατότητα ουσιαστικής επίλυσης του προβλήματος.
Την ίδια ώρα -και αυτό δυστυχώς σκοπίμως αποσιωπάται- το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει ξεπεράσει τα 9 δισεκατομμύρια ευρώ! Μιλάμε, δηλαδή, για ένα τεράστιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας της χώρας μας. Σήμερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τοποθετεί την Ελλάδα στην 172η θέση, επί συνόλου 190 χωρών στο θέμα αυτό…
Να θυμίσω μόνο ότι μετά το 1948, μια μόνον χρονιά η χώρα μας είχε θετικό ισοζύγιο: το 2013!
Να προσθέσω ακόμα ότι από τις 900.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μόλις οι 70.000 έχουν το αξιόχρεο…
Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Γιατί είναι πολιτική η απόφαση ποιους κλάδους της οικονομίας ενισχύεις ή αποδυναμώνεις, πού στηρίζεσαι και πού όχι. Είναι πολιτική η απόφαση για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Είναι πολιτική η απόφαση το κατά πόσον ενδιαφέρεσαι ή αδιαφορείς για τις κοινωνικές επιπτώσεις των οικονομικών σου προτεραιοτήτων.
Απέναντι, λοιπόν, στη διαχειριστική, νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση, επιλέγω τον κοινωνικό φιλελευθερισμό.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να ενδιαφέρεσαι μόνο για τη μακροοικονομική επίδοση μέσα από υπερπλεονάσματα, τα οποία δημιουργεί κυρίως η υψηλή έμμεση φορολογία. Ούτε και πρέπει να ενθαρρύνεις την καρτελοποίηση της οικονομίας σε βάρος της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Ιδιαίτερα σε εποχές κοινωνικής και οικονομικής κρίσης στην πραγματική οικονομία.
Αντιθέτως, απαιτείται η λήψη άμεσων και έκτακτων μέτρων για τη στήριξη της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας.
Θα σας αναφέρω, ενδεικτικά, τρία από αυτά:
Πρώτον, άμεσες παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους της ενέργειας. Δεύτερον, τη μείωση έμμεσων φόρων. Θέλω στο σημείο αυτό να επιμείνω στην ανάγκη για τη μείωση του ΦΠΑ στην Εστίαση. Πρέπει ο ΦΠΑ στην Εστίαση να επανέλθει στο 13%, το οποίο επί δικής μου κυβερνήσεως καθιέρωσα – και μάλιστα κόντρα στην τρόικα τότε- μέτρο το οποίο πέτυχε απολύτως και μάλιστα επέφερε περισσότερα έσοδα.
Τρίτον, τη χρηματοδότηση αποκλειστικά της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, μέσω ενός Εθνικού Ταμείου ή μιας Τράπεζας Ειδικού Σκοπού».

























