Στην ανάγκη συγκρότησης μιας ευρείας κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας, όχι ως εκλογικής αριθμητικής αλλά ως αναγκαίας δύναμης για την πολιτική αλλαγή, αναφέρεται ο βουλευτής Μεσσηνίας και πρώην υπουργός, Αλέξης Χαρίτσης, σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».
Τοποθετώντας τη συζήτηση στο πλαίσιο του νέου πολιτικού τοπίου που διαμορφώνεται στην Ευρώπη, η οποία εισέρχεται σε μια περίοδο πυκνών πολιτικών εξελίξεων, με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε Ελλάδα, Ισπανία και Γαλλία, ο Αλέξης Χαρίτσης επισημαίνει την άνοδο της Ακροδεξιάς, στην οποία διοχετεύεται σημαντικό μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
«Η Γερμανία έδωσε ήδη μια πρώτη εικόνα. Η παραδοσιακή Δεξιά μετακομίζει στα ακροδεξιά και η AfD μετατρέπεται σε μαζικό πόλο. Δύσκολα θα αποδειχθεί γερμανική ιδιομορφία», υπογραμμίζει.
«Στον ίδιο χάρτη, όμως, υπάρχουν κι άλλες κουκίδες», επισημαίνει ο κ. Χαρίτσης, φέρνοντας ως παράδειγμα την Ισπανία του Πέδρο Σάντσεθ και τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στο Βερολίνο με την επικράτηση της Die Linke, τη Σουηδία με την εκλογική νίκη του κεντροαριστερού μπλοκ, αλλά και τις ΗΠΑ με την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών να αποκτά δυναμική. Και τέλος, τη Βρετανία με τη διαφαινόμενη μετατόπιση προς τα αριστερά της κυβέρνησης Μπέρναμ.
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Αλέξη Χαρίτση, δε συγκροτούν ενιαίο υπόδειγμα,αλλά δείχνουν ότι «η ακροδεξιά στροφή δεν είναι μονόδρομος» και ότι μια προοδευτική πολιτική με καθαρό στίγμα μπορεί να διεκδικήσει ξανά κοινωνικές πλειοψηφίες, κλονίζοντας μια «παλιά βεβαιότητα» ότι οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο.
Στην Ελλάδα, τονίζει, η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι ήδη ορατή, όμως «η κατεύθυνσή της δεν είναι δεδομένη». Η εμφάνιση της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα αναδιαμόρφωσε τους συσχετισμούς στον αριστερό και προοδευτικό χώρο, η συνολική αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών, όμως, παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.
«Η κυβέρνηση της Δεξιάς πρέπει να φύγει στις επόμενες εκλογές, όχι στις μεθεπόμενες», υπογραμμίζει. «Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την κυβερνητική φθορά ούτε με σημειακές διαφοροποιήσεις από το σημερινό μοντέλο».
Απαιτείται, όπως σημειώνει, ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο, «ευθέως αντιπαραθετικό»: για το κόστος διαβίωσης και την εργασία, τα δημόσια αγαθά και το κράτος δικαίου, αλλά και για μια ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Σε αυτή ακριβώς τη βάση θέτει το ζήτημα των συμμαχιών. Γιατί οι αλλαγές που απαιτούνται δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς συγκρούσεις με ισχυρά συμφέροντα.
«Η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου θα συναντήσει αντιστάσεις. Η σύγκρουση με τα καρτέλ επίσης. Το ίδιο και η πραγματική ενίσχυση της εργασίας». Γι’ αυτό, τονίζει ο Αλ. Χαρίτσης, η πολιτική αλλαγή χρειάζεται πρώτα απ’ όλα κοινωνική δύναμη: τους εργαζομένους που δε βγάζουν τον μήνα, τους νέους που αδυνατούν να πληρώσουν το νοίκι, τις μικρές επιχειρήσεις που συνθλίβονται ανάμεσα στο κόστος της ενέργειας και τις ολιγοπωλιακές αγορές, τους αγρότες που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.
Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα και πολιτική ισχύ: «τη συσπείρωση των ευρύτερων δυνάμεων που πιστεύουν πραγματικά στην ανάγκη προοδευτικής αλλαγής», που έχουν την έγνοια να εκφράσουν τους ολοένα περισσότερους «εκτός των τειχών» – όσους δεν καρπώνονται τα οφέλη της ανάπτυξης, βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να υποχωρεί και αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται.
Αυτή, υπογραμμίζει, είναι και η ουσία της συστράτευσης: «Όχι απλώς να χωρέσουν περισσότεροι κάτω από μια εκλογική ομπρέλα. Αλλά να είναι πολλοί στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα αυτοί που θα υπερασπιστούν τις αναγκαίες τομές».1



























