Ακόμα έναν τραγικό απολογισμό με τα τροχαία ατυχήματα του Νοεμβρίου δημοσιεύσαμε τις προηγούμενες ημέρες. Αυτή τη φορά είχε λιγότερα θανατηφόρα, κάτι που θα πρέπει να θεωρείται επιτυχία!
Σε πρόσφατη εκδήλωση οι αριθμοί ήταν περισσότερο τραγικοί. Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο Μανώλης Μάκαρης αμείλικτα. Συγκρίνοντας το πρώτο 8μηνο των ετών 2014 και 2015 φαίνεται να υπάρχει μια αύξηση ύψους 24% στον αριθμό των τροχαίων ατυχημάτων (66 έναντι 82 το 2015). Από αυτά, το 2014 είχαμε 5 νεκρούς ανθρώπους, ενώ το 2015, 19 (!), ποσοστό που μεταφράζεται σε μια αύξηση 280%(!).
Και οι αριθμοί παραμένουν ζοφεροί. Το 2014 είχαμε 9 βαριά τραυματίες, το 2015: 18, αύξηση 100%, οι ελαφρά τραυματίες ήταν πέρυσι 72 και φέτος 95, αύξηση 32%. Τα στοιχεία προκαλούν τρόμο και σειρά συμπερασμάτων στον τομέα της ανύπαρκτης προληπτικής πολιτικής.
Το ερώτημα είναι πώς θρηνούν οι συγγενείς το θάνατο των αγαπημένων τους.  Πριν από οτιδήποτε άλλο με έναν, τρόπο που δε συναντάται σε άλλα μέρη του κόσμου.
Υπάρχουν μερικές εικόνες συνυφασμένες με την Καλαμάτα και την Ελλάδα. Εικόνες πραγμάτων απλών και ταπεινών, που το μάτι μας συνήθως προσπερνά ή ακουμπά πάνω τους αφηρημένα, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Ένα από αυτά, που κοιτάμε χωρίς να βλέπουμε, είναι τα εικονοστάσια στην άκρη των δρόμων. Δεν έχει σημασία αν ο δρόμος βρίσκεται στην πρωτεύουσα, σε μεγάλη πόλη ή χωριό, αν πρόκειται για εθνική οδό ή μισοδιαλυμένο χωματόδρομο σε κακοτράχαλα βουνά –παντού υπάρχει ένα εικονοστάσι.
Σε κάποιες χώρες των Βαλκανίων υπάρχουν μαρμάρινες πλάκες αφιερωμένες σε νεκρούς της ασφάλτου, όχι όμως τα δικά μας χαρακτηριστικά εκκλησάκια, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ελληνικών διαδρομών.
Μερικά είναι προσφορά τυχερών που σώθηκαν κι εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους στο θείο, τις περισσότερες φορές όμως δε συμβαίνει αυτό. Το εντυπωσιακό είναι ότι εικονοστάσια, αφιερωμένα σε ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους στο δρόμο, συνεχίζουν να τοποθετούνται, ακόμα και στο κέντρο των πόλεων, μέχρι σήμερα.
Πολλά βλέπουμε καθημερινά στους δρόμους της Καλαμάτας. Είναι, νομίζω, μία ένδειξη ότι οι Έλληνες βαθιά μέσα μας κουβαλάμε βιωμένες συνήθειες, που δύσκολα θα αποχωριστούμε, ακόμα κι αν κάνουμε ουρές για το καινούριο iPhone.
Τα σύγχρονα εικονοστάσια έχουν κάτι από την υπερβολή που χαρακτηρίζει την εποχή μας, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν. Γύψινες μικρογραφίες εκκλησιών, χρυσά γράμματα στην αναθηματική πινακίδα, πλαστικά στεφάνια, γλάστρες με ψεύτικα λουλούδια, υπερμεγέθεις φωτογραφίες.
Κάποτε άκουσα μια χιουμοριστική ατάκα: εκκλησάκι δεξιά, σημαίνει επικίνδυνη στροφή αριστερά. Κάποιες στιγμές διαπιστώνω την αλήθεια της. Υπάρχουν σημεία στην επαρχία που λόγω επικινδυνότητας θα δει κανείς δυο-τρία εκκλησάκια μαζεμένα, εκεί το πόδι ακουμπάει ελαφρά το φρένο. Δεν είναι όλα ίδια, έχουν κι αυτά τη σημειολογία τους.
Τα παλαιότερα είναι μεταλλικά, σκουριασμένα, ρημαγμένα, μέσα μπορεί να υπάρχει μια χάρτινη εικόνα κολλημένη σε ξύλο, ίσως και τίποτα. Μελαγχολώ όταν τα βλέπω.
Αυτός που έφυγε έχει πια ξεχαστεί, οι δικοί του έχουν πεθάνει, κανείς πλέον δε θυμάται τι συμβολίζει το εικονοστάσι. Στα χωριά υπάρχουν και πέτρινα, άλλοτε ασβεστωμένα και περιποιημένα, άλλοτε σχεδόν αόρατα μέσα στο φυσικό τοπίο, που πάντα έρχεται να επιβάλλει τους δικούς του κανόνες, της φθοράς και της λήθης.
Κάποιες φορές, ανοίγοντας το πορτάκι βρίσκεις λάδι και σπίρτα, που περιμένουν το χέρι του περαστικού που θα θελήσει να ανάψει το καντήλι εις μνήμην…
Ποιος μπορεί να κρίνει τον ανθρώπινο πόνο, ακόμα και στην πιο ακραία έκφρασή του; Το πιο σπαρακτικό θέαμα το παρουσιάζουν τα εκκλησάκια που είναι αφιερωμένα σε νέους ανθρώπους. Φορτωμένα με κασκόλ των αγαπημένων τους ομάδων, κουκλάκια, φρέσκα λουλούδια που ανανεώνονται, πριν προφτάσουν να μαραθούν.
Η ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία με το αγαπημένο πρόσωπο εκφράζεται, έστω και στην άκρη ενός μισοσπασμένου πεζοδρομίου, στη μέση του πουθενά. Η ματαιότητα εδώ δεν έχει σημασία, η ψυχή θέλει κάπου να ακουμπήσει και η παράδοση είναι ακόμα ζωντανή, προσφέρει μια παρηγοριά που η τεχνολογία αγνοεί.
Πριν μερικά χρόνια, σε μια εκδρομή στον Πάρνωνα, μια γιαγιά πετάχτηκε από μια πλαγιά και μας παρακάλεσε να την πάρουμε μαζί μας. Ήταν φορτωμένη με ένα μπουκάλι λάδι, μια και κάθε απόγευμα ξεκινούσε από το χωριό με τα πόδια για να ανάψει τα καντήλια στα εικονοστάσια της γύρω περιοχής.
«Κανείς δεν τα ανάβει πια, δεν είναι σωστό να μένουν σβηστά», είπε και καληνύχτισε, δίνοντάς μας χίλιες ευχές. Όποτε βλέπω εκκλησάκι στην εξοχή τη θυμάμαι, κι ανάβω το καντήλι εις μνήμην… 

Του Αντώνη Πετρόγιαννη

Απόλαυση
Απόλαυση

Τα πιο σχετικά.