Δε λέει να ομορφύνει η πόλη κι ας ρέει στις φλέβες των παιδιών άφθονη η λαχτάρα. Όλοι οι άλλοι πάμε στρέκλα – δίπλα, θολωμένοι και κουρασμένοι. Κατάκοποι θα ’λεγε κανείς από την υπερπροσπάθεια της επιβίωσης, βαρύθυμοι και ημιπαραιτημένοι από τη χαρά, ψάχνοντας το γούστο μες στην ένδεια υλικών, σωμάτων και συναισθημάτων. Τέκνα του σκοτεινού χειμώνα χαμένων ψευδαισθήσεων. Ρεαλιστές.  
Αχαμνό και το φως των εορτών, διότι όλα από μέσα ξεκινάνε. Μόνη πηγή φωτός οι εστίες της παλιάς κοινότητας, που κι αυτή είναι δυσπρόσιτη και όσο πάει και απομακρύνεται στον ψυχικό και πνευματικό ορίζοντα. 
Από απελπισία υπάρχουν οι άνθρωποι, γράφουν κάποιοι εδώ και χιλιάδες χρόνια. Από λύπη, τότε, σκοτωνόμαστε; Πού είναι η δύναμη της γλώσσας να φωνάξει την ισότητα, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, το φτερούγισμα, τον έρωτα, τον θυμό; Καλά, φέξε μου και γλίστρησα… 
Δεν γεννιούνται θεάνθρωποι πια. Παντού κούραση. Αλλά, να, κάτι κινείται μες στην άβυσσο της κρίσης. Οι φτωχοί «ανώνυμοι» εξακολουθούν να δίνουν, να προσφέρουν κι ας κρύβονται οι πλούσιοι. Είναι καταδικασμένοι ετούτοι, ούτως ή άλλως. Έτσι, κάπως τα χρόνια πολλά. 
Α.Π. 

Απόλαυση
Απόλαυση

Τα πιο σχετικά.