Μια ανάρτηση – αγγελία στο facebook, σε συγκεκριμένη ομάδα, που είδαμε, μας προκάλεσε μεγάλη ανησυχία…
Ένα μέλος της ομάδας αναζητούσε έμπιστο άτομο προκειμένου να μείνει για μερικά βράδια στο σπίτι του στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσήνης, επειδή θα απουσίαζε! Το ακόμα πιο εκπληκτικό είναι ότι όσοι σχολίαζαν κάτω από την ανάρτηση το θεωρούσαν πολύ λογικό όλο αυτό και, μάλιστα, αρκετοί ανέφεραν πως όταν λείπουν αναθέτουν τη φύλαξη του σπιτιού τους σε ιδιωτική εταιρεία, έστω και για λίγες ώρες!
Ο φόβος εισβολής διαρρηκτών στους προσωπικούς χώρους έχει κυριεύσει τον κόσμο. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο της συγκεκριμένης ιστορίας. Όχι τόσο ότι κάποιος αναζητά έναν άνθρωπο για να προσέχει το σπίτι του όσο ότι η ανάγκη αυτή αντιμετωπίζεται πλέον ως κάτι απολύτως φυσιολογικό. Σαν να έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας το να μην αισθανόμαστε ασφαλείς όταν κλείνουμε πίσω μας την πόρτα και φεύγουμε.
Κάποτε, όταν έφευγε μια οικογένεια για λίγες ημέρες, το πολύ πολύ να ενημέρωνε έναν γείτονα. Να του ζητούσε να ρίχνει μια ματιά στο σπίτι, να μαζεύει την αλληλογραφία ή να ποτίζει τα λουλούδια. Υπήρχε η αίσθηση ότι στη γειτονιά κάποιος θα καταλάβαινε αν κάτι δεν πήγαινε καλά.
Σήμερα, φαίνεται πως αυτή η εμπιστοσύνη έχει περιοριστεί σημαντικά.
Κλειδαριές ασφαλείας, συναγερμοί, κάμερες, φωτισμός με αισθητήρες, εφαρμογές στα κινητά και ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης έχουν μπει για τα καλά στα σπίτια μας. Και πλέον, για κάποιους δεν αρκούν ούτε αυτά. Θέλουν έναν άνθρωπο μέσα στο σπίτι, ώστε να υπάρχει η βεβαιότητα ότι αυτό δε θα μείνει πραγματικά «μόνο».
Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού. Δεν είναι μόνο το κόστος μιας πιθανής διάρρηξης. Είναι η αίσθηση ότι ο προσωπικός μας χώρος, το καταφύγιό μας, το μέρος στο οποίο θα έπρεπε να αισθανόμαστε απόλυτα ασφαλείς, μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραβιαστεί. Γιατί η διάρρηξη δεν είναι απλώς μια οικονομική ζημιά. Είναι η παραβίαση ενός χώρου που θεωρούμε απολύτως δικό μας. Κάποιος άγνωστος μπαίνει στο σπίτι, ανοίγει συρτάρια, αγγίζει προσωπικά αντικείμενα, ψάχνει ανάμεσα στα πράγματά μας. Και όταν φύγει, μπορεί να έχει πάρει μαζί του χρήματα, κοσμήματα ή ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά αφήνει πίσω του κάτι πολύ δυσκολότερο να αποκατασταθεί: το αίσθημα ασφάλειας.
Ίσως γι’ αυτό και η συγκεκριμένη ανάρτηση δε θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί απλώς ως μια παράξενη αγγελία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι, με έναν τρόπο, ένας μικρός καθρέφτης της κοινωνίας μας. Μιας κοινωνίας που φαίνεται να προσαρμόζει την καθημερινότητά της στον φόβο. Που σκέφτεται δύο και τρεις φορές πριν φύγει από το σπίτι. Που αποφεύγει να αφήσει εμφανή σημάδια απουσίας. Που ζητά από γείτονες να προσέχουν, βάζει κάμερες και συναγερμούς και, πλέον, αναζητά ακόμη και ανθρώπους οι οποίοι θα… κατοικήσουν προσωρινά στο σπίτι της, μόνο και μόνο για να μην είναι άδειο.
Πόσο φυσιολογικό είναι να θεωρούμε φυσιολογικό κάτι τέτοιο;
Γιατί μπορεί να είναι λογικό ένας ιδιοκτήτης να παίρνει μέτρα προστασίας. Μπορεί να είναι απολύτως κατανοητό να θέλει να προφυλάξει την περιουσία του. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι πρέπει να συνηθίσουμε την ανασφάλεια.
Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση. Δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από το αν κάποιος έχει χρήματα για συναγερμό, κάμερες ή ιδιωτική φύλαξη.
Και κυρίως, δε θα πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να θεωρούμε αυτονόητο ότι, για να φύγουμε μερικές ημέρες από το σπίτι μας, θα πρέπει προηγουμένως να βρούμε κάποιον για να μείνει μέσα.
Γιατί τότε δεν προστατεύουμε απλώς τα σπίτια μας από τους διαρρήκτες.
Προσπαθούμε να προστατεύσουμε την ίδια την αίσθηση ασφάλειας που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητη.
Κι αυτό, ίσως είναι πολύ πιο σοβαρό από μια απλή διάρρηξη.
Της Βίκυς Βετουλάκη

























