Από την Αρμενία και το Ολοκαύτωμα έως την Κύπρο και τη Γάζα, οι ευφημισμοί δεν περιγράφουν απλώς τη βία, την κανονικοποιούν, αποκρύπτουν τους δράστες και επιτρέπουν στις κοινωνίες να συμβιώνουν με τη φρίκη.
Η γλώσσα δεν είναι ποτέ αθώα, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου, κατοχής και μαζικής βίας. Οι λέξεις που επιλέγουν οι κυβερνήσεις, οι στρατοί και τα Μέσα Ενημέρωσης δε χρησιμοποιούνται μόνο για να περιγράψουν την πραγματικότητα. Συχνά χρησιμοποιούνται για να την αποκρύψουν, να την αποστειρώσουν και τελικά να την καταστήσουν ανεκτή.
Το 1947, δύο χρόνια μετά την πτώση του ναζιστικού καθεστώτος, ο Γερμανοεβραίος φιλόλογος Βίκτορ Κλέμπερερ δημοσίευσε το βιβλίο του «Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ». Δεν έγραψε κυρίως για τα στρατόπεδα εξόντωσης ή τα τάγματα θανάτου. Έγραψε για τις λέξεις.
Υποστήριξε ότι ο ναζισμός διείσδυσε στην κοινωνία μέσα από εκφράσεις που επαναλαμβάνονταν αδιάκοπα, μέχρι να γίνουν μέρος της καθημερινής σκέψης. Λέξεις και φράσεις λειτουργούσαν σαν μικρές δόσεις δηλητηρίου – δε σκότωναν αμέσως τη συνείδηση, αλλά συσσωρεύονταν μέσα της.
Η «ειδική μεταχείριση» σήμαινε δολοφονία. Η «επανεγκατάσταση» σήμαινε αναγκαστική απέλαση και εξόντωση. Η «προστατευτική κράτηση» σήμαινε αυθαίρετη φυλάκιση χωρίς δικαστικό έλεγχο. Και η «Τελική Λύση» μετέτρεπε τη βιομηχανική εξόντωση ενός λαού σε ένα φαινομενικά ουδέτερο, γραφειοκρατικό σχέδιο – υπήρχε ένα «πρόβλημα», υπήρχε μια «λύση», αλλά δεν υπήρχαν άνθρωποι, οικογένειες, αίμα και πτώματα.
Η Χάνα Άρεντ, παρακολουθώντας τη δίκη του Άιχμαν, ανέδειξε τη λειτουργία αυτών των «γλωσσικών κανόνων». Οι ευφημισμοί δεν αποσκοπούσαν μόνο στην εξαπάτηση της κοινωνίας. Έδιναν και στους ίδιους τους δράστες ένα λεξιλόγιο με το οποίο μπορούσαν να συνεχίζουν τα εγκλήματά τους χωρίς να αισθάνονται ότι είναι εγκληματίες.
Αυτός ο μηχανισμός δεν περιορίστηκε στη ναζιστική Γερμανία. Η αναγκαστική απέλαση των Αρμενίων παρουσιάστηκε από την οθωμανική διοίκηση ως διοικητική «μετακίνηση». Στην Αργεντινή της στρατιωτικής δικτατορίας η λέξη «μεταφορά» χρησιμοποιήθηκε για κρατουμένους που οδηγούνταν στον θάνατο, ενώ τα θύματα ονομάστηκαν «εξαφανισμένοι», σαν να είχαν χαθεί από μόνα τους. Στη Ρουάντα η δολοφονία έγινε «δουλειά» και οι Τούτσι αποκαλούνταν «κατσαρίδες», ώστε να προηγηθεί η γλωσσική απανθρωποποίηση της φυσικής εξόντωσης.
Το ίδιο συνέβη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι νεκροί άμαχοι βαφτίστηκαν «παράπλευρες απώλειες», ενώ τα βασανιστήρια της CIA μετατράπηκαν σε «ενισχυμένες τεχνικές ανάκρισης». Η αλλαγή των λέξεων δεν άλλαξε την πράξη. Άλλαξε, όμως, τον τρόπο με τον οποίο μπορούσαν οι κοινωνίες να την αποδεχθούν.
Ο Τζορτζ Όργουελ είχε προειδοποιήσει ότι η πολιτική γλώσσα μπορεί να κάνει τα ψέματα να ακούγονται αληθινά και τον φόνο αξιοσέβαστο. Σήμερα δε χρειάζεται καν να ειπωθεί ένα ολοκληρωμένο ψέμα. Αρκεί η παθητική φωνή: «Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν». Από ποιον σκοτώθηκαν; Ποιος έδωσε την εντολή; Ποιος έριξε τη βόμβα; Ποιος πυροβόλησε; Ο δράστης εξαφανίζεται από την πρόταση και ο θάνατος παρουσιάζεται σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο.
«Σημειώθηκε κλιμάκωση». «Ξέσπασαν συγκρούσεις». «Αναφέρθηκαν θάνατοι». «Έχασαν τη ζωή τους». Πρόκειται για διατυπώσεις που μετατρέπουν συγκεκριμένες πράξεις, αποφάσεις και ευθύνες σε απρόσωπα περιστατικά, σαν να άλλαξε ξαφνικά ο καιρός.
Ένα ιδιαίτερα οδυνηρό παράδειγμα για τον Ελληνισμό αποτελεί η Κύπρος. Στις 15 Ιουλίου 1974 η ελληνική στρατιωτική χούντα, μέσω της Εθνικής Φρουράς και της ΕΟΚΑ Β΄, πραγματοποίησε πραξικόπημα εναντίον του νόμιμου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Πέντε ημέρες αργότερα, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως «εγγυήτριας δύναμης» και παρουσιάζοντας τη στρατιωτική επιχείρηση ως αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.
Η Άγκυρα ονόμασε την εισβολή «ειρηνευτική επιχείρηση». Για ακόμη μία φορά, η γλώσσα αντέστρεψε την πραγματικότητα: ο πόλεμος ονομάστηκε «ειρήνη», η εισβολή «επέμβαση» και η κατοχή «εγγύηση». Η χούντα στην Ελλάδα κατέρρευσε και ο Μακάριος επέστρεψε στην Προεδρία, αλλά τα τουρκικά στρατεύματα δεν αποχώρησαν. Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η αναφορά αυτή δεν απαλλάσσει την ελληνική χούντα από την εγκληματική ιστορική της ευθύνη. Το πραξικόπημα άνοιξε τον δρόμο στην τουρκική εισβολή. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως διαρκής δικαιολογία για την κατοχή, τον εποικισμό, τον εκτοπισμό πληθυσμών και τη διχοτόμηση. Η επίκληση της «εγγύησης» δεν μετατρέπει μια στρατιωτική εισβολή σε πράξη προστασίας.
Η γλώσσα της Γάζας
Στη Γάζα, αυτός ο γλωσσικός μηχανισμός έχει φτάσει σε ένα τρομακτικό επίπεδο τελειότητας. Οι μαζικοί βομβαρδισμοί ονομάζονται «επιχειρησιακή δραστηριότητα». Η καταστροφή ολόκληρων συνοικιών περιγράφεται ως «ισοπέδωση» ή ακόμη και ως «κούρεμα του γκαζόν». Μια αεροπορική επιδρομή που σκοτώνει δεκάδες αμάχους παρουσιάζεται ως «εξουδετέρωση στόχου». Περιοχές που βομβαρδίζονται επανειλημμένα αποκαλούνται «ανθρωπιστικές ζώνες».
Πίσω από αυτές τις εκφράσεις υπάρχουν νεκρά και ακρωτηριασμένα παιδιά, οικογένειες θαμμένες στα ερείπια, εκτοπισμένοι άνθρωποι που ζουν σε ετοιμόρροπες σκηνές, χωρίς επαρκές νερό, τροφή, φάρμακα και ηλεκτρικό ρεύμα. Η «επιχειρησιακή δραστηριότητα» δεν είναι ένας ουδέτερος στρατιωτικός όρος. Είναι η πραγματικότητα των βομβών που πέφτουν πάνω σε έναν παγιδευμένο άμαχο πληθυσμό.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η φράση «ενθάρρυνση της εθελοντικής μετανάστευσης». Όταν ένα κράτος καταστρέφει σπίτια και υποδομές, περιορίζει την πρόσβαση σε τροφή, νερό και φάρμακα, εμποδίζει την ανοικοδόμηση και εκτοπίζει επανειλημμένα έναν πληθυσμό, η φυγή δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ελεύθερη επιλογή.
Πρώτα δημιουργούνται οι συνθήκες που καθιστούν τη ζωή αδύνατη και, στη συνέχεια, η απόδραση από αυτές τις συνθήκες βαφτίζεται «εθελοντική μετανάστευση». Έτσι, η αναγκαστική μετακίνηση και η δημογραφική αλλοίωση μιας περιοχής μετατρέπονται σε μια δήθεν ανθρωπιστική υπηρεσία. Ο δράστης εμφανίζεται ως πάροχος διευκολύνσεων και ο εκτοπισμένος ως πελάτης που έκανε μια προσωπική επιλογή.
Δεν πρόκειται απλώς για ευφημισμό. Πρόκειται για πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας.
Άνθρωποι με ονόματα και άνθρωποι ως αριθμοί
Η γλωσσική ανισότητα αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα θύματα. Όταν σκοτώνεται ένας Ισραηλινός, μαθαίνουμε το όνομα, την ηλικία, την καταγωγή, το επάγγελμα και την οικογενειακή του ιστορία. Βλέπουμε τη φωτογραφία του και ακούμε τις μαρτυρίες των συγγενών του.
Όταν σκοτώνονται δεκάδες Παλαιστίνιοι, συχνά εμφανίζονται ως ένας αριθμός. Και αυτός ο αριθμός συνοδεύεται συνήθως από την επιφύλαξη «σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Γάζας», ώστε να καλλιεργείται εκ των προτέρων η αμφιβολία ακόμη και για την ύπαρξή τους.
Η μία ζωή αποκτά πρόσωπο, όνομα και ιστορία. Η άλλη μετατρέπεται σε στατιστική μονάδα. Και όταν ένας άνθρωπος πάψει να έχει όνομα, γίνεται ευκολότερο να πάψει να θεωρείται άνθρωπος.
Το ίδιο συμβαίνει στη Δυτική Όχθη. Ένοπλοι έποικοι που εισέρχονται σε παλαιστινιακά χωριά μπορεί να παρουσιάζονται ως «πεζοπόροι», μια λέξη που παραπέμπει σε αθώα οικογενειακή εκδρομή. Οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι που επιχειρούν να υπερασπιστούν τα σπίτια και τις οικογένειές τους χαρακτηρίζονται εκ των προτέρων «τρομοκράτες».
Ο χαρακτηρισμός προηγείται της έρευνας και την καθιστά περιττή. Μόλις κάποιος ονομαστεί «τρομοκράτης», η δολοφονία του μπορεί να παρουσιαστεί ως «εξουδετέρωση». Η λέξη λειτουργεί ταυτόχρονα ως κατηγορία, δίκη, καταδίκη και δικαιολόγηση της εκτέλεσης.
Ας αντιστρέψουμε, όμως, την εικόνα – αν ένοπλοι Παλαιστίνιοι εισέρχονταν στα περίχωρα μιας ισραηλινής κοινότητας, κοντά σε μια συναγωγή, θα τους αποκαλούσε κανείς «πεζοπόρους»; Και θα ονομάζονταν «τρομοκράτες» οι κάτοικοι που θα έβγαιναν για να προστατεύσουν τα σπίτια τους;
Η απάντηση αποκαλύπτει όχι μόνο ένα διπλό μέτρο, αλλά μια βαθιά ριζωμένη γλωσσική και ηθική ιεράρχηση της ανθρώπινης ζωής.
Ο ευφημισμός ως υποδομή της συνενοχής
Ο ευφημισμός δεν είναι μια απλή λεκτική διακόσμηση. Είναι υποδομή. Χωρίς αυτόν, πολλές κοινωνίες δε θα μπορούσαν να συνεχίσουν να υποστηρίζουν ή να ανέχονται πράξεις που γνωρίζουν κατά βάθος ότι είναι εγκληματικές.
Η αποστειρωμένη γλώσσα επιτρέπει στον κατά τα άλλα λογικό και ηθικό πολίτη να παρακολουθεί για λίγα λεπτά την καταστροφή, να ψιθυρίζει «είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει» και αμέσως μετά να επιστρέφει αδιατάρακτος στην καθημερινότητά του. Οι λέξεις έχουν ήδη απορροφήσει μεγάλο μέρος της φρίκης και έχουν προστατεύσει την ψυχολογική του ισορροπία.
Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στις κυβερνήσεις και στα Μέσα Ενημέρωσης. Ανήκει και στις πολιτικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται την εξουσία, αλλά αποδέχονται το ίδιο λεξιλόγιο. Όταν ακόμη και η αντιπολίτευση φοβάται να ονομάσει την κατοχή, την εθνοκάθαρση, τη συλλογική τιμωρία και τη γενοκτονία, τότε ο ευφημισμός παύει να αποτελεί προπαγάνδα μιας κυβέρνησης. Μετατρέπεται σε εθνική γλώσσα.
Και όταν μια πράξη δεν μπορεί να ειπωθεί με το πραγματικό της όνομα, δύσκολα μπορεί να διερευνηθεί, να καταδικαστεί ή να σταματήσει.
Να ξαναδώσουμε στις λέξεις το πραγματικό τους νόημα
Ως πολίτες και ως αναγνώστες οφείλουμε να αντιστεκόμαστε στην κακοποίηση της γλώσσας. Κάθε φορά που ακούμε για ένα «περιστατικό», πρέπει να ρωτάμε: ποιος έκανε τι και σε ποιον; Όταν ακούμε ότι «άνθρωποι σκοτώθηκαν», πρέπει να ζητάμε να μάθουμε ποιος τους σκότωσε. Όταν ακούμε για «εθελοντική μετανάστευση», πρέπει να εξετάζουμε ποιες συνθήκες ανάγκασαν τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη γη τους. Όταν χρησιμοποιείται η λέξη «τρομοκράτης», πρέπει να αναρωτιόμαστε ποιος ξεκίνησε τη βία, ποιος εισέβαλε και ποιος υπερασπιζόταν το σπίτι του.
Και όταν ακούμε για «επιχειρησιακή δραστηριότητα» στη Γάζα, πρέπει να μεταφράζουμε τη φράση στην πραγματική γλώσσα της ανθρώπινης εμπειρίας – βόμβες, νεκροί, τραυματίες, ακρωτηριασμένα παιδιά, κατεστραμμένες οικογένειες, πείνα, δίψα, φόβος και εκτοπισμός.
Οι δηλητηριώδεις λέξεις, όπως προειδοποιούσε ο Κλέμπερερ, εισέρχονται αργά στο αίμα μιας κοινωνίας. Όσο, όμως, διατηρούμε την ικανότητα να τις αναγνωρίζουμε, μπορούμε ακόμη να τις απορρίψουμε.
Το ελάχιστο χρέος μας απέναντι στα θύματα είναι να μη συμμετέχουμε στη δεύτερη εξόντωσή τους – στη διαγραφή τους από τη γλώσσα. Να αποκαλούμε την κατοχή – κατοχή, την αναγκαστική εκτόπιση – εκτόπιση, τη συλλογική τιμωρία έγκλημα και τη γενοκτονία με το πραγματικό της όνομα.
Γιατί η υπεράσπιση της αλήθειας αρχίζει πάντοτε από την υπεράσπιση των λέξεων.
Πηγή έμπνευσης και αφετηρία του παρόντος άρθρο, είναι το εξαιρετικό άρθρο του καθηγητή Ντάνιελ Μπλάτμαν, ιστορικού του Ολοκαυτώματος και των γενοκτονιών, με τίτλο «Από την Αρμενία στη Γάζα: Η γλώσσα της άρνησης που καθιστά δυνατές τις φρικαλεότητες», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Haaretz στις 24 Αυγούστου 2026. Οι επισημάνσεις του αποτέλεσαν την αφετηρία για τις δικές μου σκέψεις και παρεμβάσεις.
Του Γιώργου Καραμπάτου
Εκτελεστικού διευθυντή Πολιτιστικού Οργανισμού «Δρόμοι της Ελιάς», πρώην προέδρου Επιμελητηρίου Μεσσηνίας
Φωτογραφία: Όταν ένα παιδί γράφει το όνομά του στο σώμα του για να μπορεί να αναγνωριστεί έπειτα από έναν βομβαρδισμό, οι λέξεις «επιχειρησιακή δραστηριότητα» και «παράπλευρες απώλειες» αποκαλύπτουν ολόκληρη τη βαρβαρότητά τους.
Πηγή: Independent Arabia – «Τα ονόματά τους στα χέρια τους: Τα παιδιά της Γάζας αντιμέτωπα με τον θάνατο και την ταυτοποίηση»

























