Λεία πάνω από 380.000 ευρώ σε τέσσερις μήνεςΠαρίσταναν τον ΔΕΔΔΗΕ και άρπαζαν περιουσίες

Μία ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση οργανωμένης εγκληματικής δράσης, που φέρεται να είχε απλώσει τα πλοκάμια της σε ολόκληρη σχεδόν τη Μεσσηνία, έφερε στο φως η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Καλαμάτας, εξαρθρώνοντας εγκληματική οργάνωση αποτελούμενη ως επί το πλείστον από Ρομά, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, δρούσε με μεθοδικότητα, αυστηρό συντονισμό και σαφή κατανομή ρόλων.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένες ή ευκαιριακές κλοπές και απάτες. Τα μέλη της ομάδας φέρεται να είχαν οργανώσει έναν μηχανισμό με διαφορετικές «ομάδες δράσης», άτομα που αναλάμβαναν την κατόπτευση των περιοχών και λειτουργούσαν ως τσιλιαδόροι, συγκεκριμένο πρόσωπο που πραγματοποιούσε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τα υποψήφια θύματα και επιχειρησιακή ομάδα που αναλάμβανε να εμφανιστεί στο σημείο και να παραλάβει τη λεία.

Για την επικοινωνία τους χρησιμοποιούσαν ακόμη και ασυρμάτους, ενώ στις διαρρήξεις άλλαζαν τη σύνθεση των ατόμων που συμμετείχαν κάθε φορά, κάλυπταν τα χαρακτηριστικά τους και χρησιμοποιούσαν διαφορετικά οχήματα, στις πινακίδες κυκλοφορίας των οποίων φέρεται να προχωρούσαν σε παραποιήσεις, προκειμένου να δυσχεράνουν τον εντοπισμό τους.

Η συνολική παράνομη λεία που αποδίδεται στην οργάνωση ξεπερνά τα 381.475 ευρώ, ενώ σε αυτήν περιλαμβάνονται και 4.600 δολάρια Καναδά, ποσό που αφορά τόσο μετρητά όσο και την αξία κοσμημάτων, χρυσαφικών και άλλων τιμαλφών.

Εννέα δράστες

Για την υπόθεση κατηγορούνται συνολικά εννέα άτομα, ηλικίας από 21 έως 35 ετών, κάτοικοι Μεσσηνίας, αρκετοί από τους οποίους συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς. Πρόκειται για έξι άνδρες Ρομά, 21, 22, 26, 29, 25 και 33 ετών και τρεις γυναίκες, μια 31χρονη, μια 28χρονη Ρομά και μια 35χρονη. 

Η δικογραφία που σχηματίστηκε αφορά, κατά περίπτωση, εγκληματική οργάνωση, απάτες, διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπών και αποπειρών, πλαστογραφία και παράβαση της νομοθεσίας περί ραδιοσυχνοτήτων, ενώ περιλαμβάνει και άγνωστους μέχρι στιγμής συνεργούς.

Η εξάρθρωση της οργάνωσης ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς και εμπεριστατωμένης έρευνας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Καλαμάτας.

Στην έρευνα συνέδραμαν αστυνομικοί των Τμημάτων Οιχαλίας, Πύλου-Νέστορος και Μεσσήνης, οι οποίοιαξιοποίησαν συνδυαστικά πληροφορίες, στοιχεία, βιντεοληπτικό υλικό, καθώς και αποτελέσματα φυσικών και τεχνικών μεθόδων έρευνας.

Η έρευνα κατέληξε στην ταυτοποίηση των εννέα φερόμενων ως μελών της οργάνωσης και στην ανασύνθεση του τρόπου με τον οποίο φέρεται να δρούσαν τουλάχιστον από τις 19 Μαρτίου έως και τις 28 Ιουλίου 2026.

Σύμφωνα με την έρευνα, στο διάστημα αυτό η οργάνωση φέρεται να διέπραξε συνολικά 13 απάτες και δύο απόπειρες απάτης, καθώς και πέντε κλοπές και τέσσερις απόπειρες κλοπής σε οικίες.

Κλοπές 

Τα περιστατικά που έχουν εξιχνιαστεί εκτείνονται σε μεγάλο μέρος της Μεσσηνίας, με δράση που καταγράφεται,μεταξύ άλλων, σε Καλαμάτα, Σάντοβα, Παλαιόχωρα, Θουρία, Οιχαλία, Αλλαγή, Μεσσήνη και Πύλο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο είχαν οργανώσει τη δράση τους.

Τα μέλη δεν εμφανίζονταν όλα μαζί ούτε είχαν πάντοτε την ίδια συμμετοχή. Ανάλογα με τον στόχο και το είδος του αδικήματος, φέρεται να υπήρχε διαφορετική σύνθεση της ομάδας.

Για τις κλοπές και τις διαρρήξεις, μία ομάδα αναλάμβανε την επιχειρησιακή δράση, ενώ άλλα άτομα φέρεται να κατόπτευαν τους χώρους και να παρακολουθούσαν την περιοχή, λειτουργώντας ως τσιλιαδόροι και προειδοποιώντας για τυχόν παρουσία αστυνομικών ή τρίτων προσώπων.

Η επικοινωνία γινόταν και μέσω ασυρμάτων, στοιχείο που καταδεικνύει τον συντονισμό που επιχειρούσαν να διατηρούν κατά τη διάρκεια των ενεργειών τους.

Απάτες

Παράλληλα, στις τηλεφωνικές απάτες φέρεται να είχε αναλάβει συγκεκριμένο άτομο τον κρίσιμο ρόλο της επικοινωνίας με τα θύματα. Η τηλεφωνική συνομιλία ήταν ουσιαστικά το πρώτο στάδιο της επιχείρησης, καθώς από εκεί επιχειρούσαν να τρομοκρατήσουν και να ελέγξουν ψυχολογικά το θύμα.

Μόλις το θύμα πειθόταν και άφηνε έξω από το σπίτι τη σακούλα με τα χρήματα και τα τιμαλφή, η επόμενη ομάδα αναλάμβανε να τα παραλάβει. Η παραλαβή γινόταν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, αμέσως μόλις το θύμα έκλεινε την πόρτα του σπιτιού πίσω του.

Η μεθοδολογία στις απάτες ήταν ιδιαίτερα στοχευμένη και, όπως φαίνεται από τις υποθέσεις που εξιχνιάστηκαν, είχε σχεδιαστεί για να δημιουργεί πανικό και να μην αφήνει στο θύμα χρόνο για δεύτερες σκέψεις.

Οι δράστες επικοινωνούσαν τηλεφωνικά, κυρίως, με ηλικιωμένα άτομα, και παρουσιάζονταν ψευδώς ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ. Το πρόσχημα ήταν μία υποτιθέμενη σοβαρή βλάβη στο ηλεκτρικό δίκτυο ή διαρροή ρεύματος.

Στη συνέχεια ενημέρωναν το θύμα ότι υπήρχε δήθεν κίνδυνος βραχυκυκλώματος, ακόμη και επικείμενης έκρηξης, δημιουργώντας κλίμα φόβου και επείγοντος.

Προκειμένου η ιστορία τους να φαίνεται περισσότερο αληθοφανής, έδιναν στα θύματα συγκεκριμένες οδηγίες: να ελέγξουν τον ηλεκτρικό πίνακα, να τοποθετήσουν νερό σε κατσαρόλα και να ακολουθήσουν βήμα προς βήμα όσα τους έλεγαν στο τηλέφωνο.

Η συνεχής τηλεφωνική επικοινωνία είχε διπλό στόχο. Από τη μία πλευρά, να ενισχύσει την εντύπωση ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος και, από την άλλη, να κρατήσει το θύμα διαρκώς απασχολημένο, ώστε να μην έχει την ψυχραιμία ή τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με συγγενείς, γείτονες ή την Αστυνομία.

Το επόμενο βήμα ήταν η παράδοση των χρημάτων και των κοσμημάτων. Τα θύματα πείθονταν να τοποθετήσουν τα τιμαλφή σε σακούλα και να την αφήσουν έξω από το σπίτι, δήθεν για λόγους ασφαλείας.

Μάλιστα, για να γίνει ακόμη πιο πειστικό το τέχνασμα, οι δράστες φέρεται να ζητούσαν να τοποθετηθούν στη σακούλα και αντικείμενα μικρότερης αξίας, όπως μπαταρίες, θερμόμετρα και άλλα αντικείμενα, ώστε να μην επικεντρώνεται η προσοχή αποκλειστικά στα χρήματα και τα κοσμήματα.

Μόλις η σακούλα έβγαινε από το σπίτι, οι συνεργοί που βρίσκονταν στην περιοχή επενέβαιναν άμεσα και την αφαιρούσαν.

Διαρρήξεις από το βράδυ έως τα μεσάνυχτα

Διαφορετική ήταν η μεθοδολογία που φέρεται να ακολουθούσαν στις διαρρήξεις και τις κλοπές από σπίτια.

Οι ενέργειες αυτές πραγματοποιούνταν, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προκύψει, κυρίως κατά τις βραδινές ώρες, από περίπου τις 8.00 έως τα μεσάνυχτα.

Τα μέλη της οργάνωσης άλλαζαν τη σύνθεση της ομάδας που συμμετείχε σε κάθε χτύπημα και είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους. Την ίδια ώρα, η επικοινωνία με τους τσιλιαδόρους γινόταν μέσω ασυρμάτων, ενώ για τη διαφυγή χρησιμοποιούσαν οχήματα που φέρεται να είχαν επιλεγεί ακριβώς για να εξυπηρετούν την επιχειρησιακή δράση και τη γρήγορη απομάκρυνσή τους.

Οι δράστες δεν περιορίζονταν μόνο σε χρήματα και κοσμήματα, αλλά αφαιρούσαν επίσης μικροαντικείμενα και προσωπικά έγγραφα.

Κλοπή με λεία 100.000 ευρώ 

Ανάμεσα στις υποθέσεις που εξιχνιάστηκαν ξεχωρίζει κλοπή σε οικία στην Καλαμάτα, από την οποία αφαιρέθηκαν κοσμήματα, χρυσαφικά και χρυσές λίρες συνολικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ, σύμφωνα με δήλωση της παθούσας.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σε οικονομικό αντικείμενο που αποδίδονται στην οργάνωση και είναι ενδεικτική της αξίας των στόχων που επέλεγαν.

Σε μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις τηλεφωνικής απάτης, στη Θουρία, το θύμα φέρεται να πείστηκε από τους δράστες να παραδώσει χρήματα και κοσμήματα συνολικής αξίας περίπου 50.000 ευρώ.

Ακόμη μία σοβαρή περίπτωση απάτης καταγράφηκε στο χωριό Αλλαγή, όπου γυναίκα φέρεται να έχασε συνολικά περίπου 22.000 ευρώ σε χρήματα και κοσμήματα.

Στην Καλαμάτα καταγράφεται, επίσης, υπόθεση αφαίρεσης 4.600 δολαρίων Καναδά, ποσό που περιλαμβάνεται στο συνολικό οικονομικό όφελος που αποδίδεται στην εγκληματική οργάνωση.

Η καταδίωξη στο Ασπρόχωμα και η εξαφάνιση

Ιδιαίτερο κεφάλαιο στην υπόθεση αποτελεί περιστατικό που σημειώθηκε τον Ιούλιο στην περιοχή του Ασπροχώματος, οπότε σταμάτησε και η δράση της οργάνωσης.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, μέλη της ομάδας έπεσαν σε αστυνομικό μπλόκο και ακολούθησε καταδίωξη, κατά τη διάρκεια της οποίας κατάφεραν τελικά να διαφύγουν.

Το περιστατικό αυτό λειτούργησε ως σημείο καμπής. Από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά, τα μέλη του κυκλώματος εγκατέλειψαν τη Μεσσηνία.

Ωστόσο, η αστυνομική έρευνα συνεχίστηκε. Μέσα από τη συγκέντρωση και τη διασταύρωση στοιχείων, την αξιοποίηση πληροφοριών και βιντεοληπτικού υλικού, αλλά και τις φυσικές και τεχνικές μεθόδους έρευνας, οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Καλαμάτας κατάφεραν να ταυτοποιήσουν τα μέλη της ομάδας.

Κατασχέθηκαν κοσμήματα, κινητά και τρία οχήματα

Στο πλαίσιο της αστυνομικής επιχείρησης πραγματοποιήθηκαν έρευνες στα σπίτια των κατηγορουμένων, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλήθος κοσμημάτων, το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ, έξι κινητά τηλέφωνα και τρία οχήματα, τα οποία φέρεται να χρησιμοποιούνταν ως μέσα διευκόλυνσης για την τέλεση αξιόποινων πράξεων.

Η δικογραφία που σχηματίστηκε υποβλήθηκε αρμοδίως στις δικαστικές Αρχές, ενώ η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Καλαμάτας συνεχίζεται.

Στόχος των αστυνομικών είναι να διαπιστωθεί εάν τα συγκεκριμένα άτομα εμπλέκονται και σε άλλες ανεξιχνίαστες υποθέσεις με παρόμοια μεθοδολογία, είτε στη Μεσσηνία είτε σε άλλες περιοχές.

Παράλληλα, συνεχίζεται η προσπάθεια ταυτοποίησης των άγνωστων συνεργών που περιλαμβάνονται στη δικογραφία.

Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική όχι μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού των περιστατικών και της οικονομικής ζημίας που υπέστησαν τα θύματα, αλλά κυρίως λόγω του βαθμού οργάνωσης που, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, είχε αναπτύξει η ομάδα. 

Η κατανομή ρόλων, οι ξεχωριστές επιχειρησιακές ομάδες, οι τσιλιαδόροι, οι ασύρματοι, η εναλλαγή προσώπων και οχημάτων, η παραποίηση πινακίδων και η συστηματική ψυχολογική πίεση στα θύματα συνθέτουν την εικόνα μιας εγκληματικής δράσης που δε στηριζόταν στον αυτοσχεδιασμό, αλλά σε συγκεκριμένο και επαναλαμβανόμενο σχέδιο.

Της Βίκυς Βετουλάκη

Τα πιο σχετικά.