Υπάρχει μια αδικία που έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, ώστε σχεδόν δεν τη βλέπουμε. Η αποτυχία δεν έχει το ίδιο κόστος για όλους.

Όταν ένας επαγγελματίας αποτυγχάνει, πληρώνει ο ίδιος το τίμημα. Χάνει πελάτες, εισόδημα και αξιοπιστία. Αν επιμείνει στα ίδια λάθη, μπορεί να χάσει την επιχείρησή του και μαζί τον κόπο μιας ολόκληρης ζωής. Το ίδιο ισχύει και για έναν εργαζόμενο. Αν δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του.

Στην πραγματική οικονομία, είτε είσαι επαγγελματίας είτε είσαι εργαζόμενος, κρίνεσαι καθημερινά από το αποτέλεσμα.

Όταν, όμως, αποτυγχάνει κάποιος που κατέχει θέση δημόσιας ευθύνης, τι συμβαίνει; Ποιος πληρώνει το κόστος; Εκείνος που σχεδίασε και αποφάσισε ή ο πολίτης που ζει τις συνέπειες;

Δεν μας λείπουν τα προγράμματα

Δεν αναφέρομαι μόνο στους πολιτικούς, αλλά σε κάθε άνθρωπο που αναλαμβάνει θέση ευθύνης. Στον δήμαρχο, στον περιφερειάρχη, στον υπουργό, στον διοικητή ενός νοσοκομείου, στον επικεφαλής μιας δημόσιας υπηρεσίας, της Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας ή των Ενόπλων Δυνάμεων. Σε κάθε άνθρωπο που διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα, ασκεί εξουσία και έχει στα χέρια του την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Προγράμματα υπάρχουν. Εξαγγελίες επίσης. Αυτό που λείπει είναι κάτι απλούστερο, λίγοι, καθαροί και μετρήσιμοι στόχοι.

Τι παρέλαβες; Τι δεσμεύεσαι να αλλάξεις; Σε πόσο χρόνο; Με ποιο αποτέλεσμα θα κριθείς;

Ο απολογισμός δεν πρέπει να περιμένει το τέλος μιας θητείας. Οφείλει να γίνεται σε τακτά διαστήματα. Να γνωρίζει ο πολίτης τι σχεδιάστηκε, τι πέτυχε, πού υπήρξε καθυστέρηση και τι πρόκειται να διορθωθεί.

Χωρίς μετρήσιμους στόχους δεν υπάρχει πραγματική αξιολόγηση. Και χωρίς αξιολόγηση, η λογοδοσία μένει μια ωραία λέξη.

Στις κορδέλες όλοι. Στην ευθύνη ποιος;

Όταν ολοκληρώνεται ένα δημόσιο έργο, όλοι είναι εκεί για τις φωτογραφίες, τις δηλώσεις και το κόψιμο της κορδέλας. Όταν, όμως, ένας πολίτης δε βρίσκει γιατρό, μια υπηρεσία δεν ανταποκρίνεται, ένας δρόμος παραμένει επικίνδυνος ή ένα πρόβλημα χρονίζει, αρχίζει το γνωστό γαϊτανάκι των δικαιολογιών.

Οι δικαιολογίες πληθαίνουν ακόμη περισσότερο όταν αποκαλύπτονται σοβαρές αστοχίες στην πρόληψη ή στη διαχείριση μιας πυρκαγιάς, ενός ατυχήματος ή μιας επιχείρησης διάσωσης. Τότε φταίει ο προηγούμενος, η γραφειοκρατία, η έλλειψη προσωπικού, οι δύσκολες συνθήκες ή η κακιά στιγμή. Όλοι φταίνε, εκτός από εκείνον που είχε την ευθύνη.

Ασφαλώς, οι δυσκολίες υπάρχουν και δε λύνονται όλα από τη μια ημέρα στην άλλη. Όποιος όμως αναλαμβάνει μια θέση ευθύνης δε βρίσκεται εκεί για να περιγράφει τα προβλήματα ούτε για να εξηγεί συνεχώς γιατί δε λύθηκαν. Βρίσκεται εκεί για να τα αντιμετωπίζει.

Γι’ αυτό κρίθηκε κατάλληλος, γι’ αυτό επιλέχθηκε και γι’ αυτή την ευθύνη αμείβεται καλά. Για να οργανώσει, να προλάβει, να βελτιώσει και να διορθώσει. Όχι για να κάνει τα πράγματα χειρότερα ούτε για να τα αφήνει να προχωρούν με ρυθμούς χελώνας.

Ακριβώς στις δυσκολίες φαίνεται ποιος μπορεί πραγματικά να διοικήσει.

Ποιος πληρώνει την αποτυχία;

Το ερώτημα είναι απλό. Όταν κάποιος αναλαμβάνει μια μεγάλη δημόσια ευθύνη, αποτυγχάνει ξανά και ξανά και αφήνει πίσω του ζημιά, τι πληρώνει ο ίδιος;

Συνήθως, σχεδόν τίποτα. Το πολύ να χάσει τη συγκεκριμένη θέση, όχι όμως και τη θέση του μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Μπορεί να πάψει να είναι υπουργός και να παραμείνει βουλευτής. Να φύγει από μια διοίκηση και λίγο αργότερα να εμφανιστεί ως γενικός γραμματέας, σύμβουλος ή διοικητής κάπου αλλού.

Στην αγορά, η αποτυχία μπορεί να σε αφήσει χωρίς δουλειά. Στον κρατικό μηχανισμό, πολλές φορές σού αλλάζει απλώς την καρέκλα.

Ποιος, όμως, θα παραδεχτεί ότι αυτός ο άνθρωπος δεν κάνει για τη δουλειά; Εκείνος που τον διάλεξε και τον έβαλε στη θέση;

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί όταν μια θέση δε δίνεται στον ικανότερο, αλλά ως αντάλλαγμα για στήριξη, γνωριμίες ή παλιές πολιτικές υποχρεώσεις, τότε δεν έχουμε αξιολόγηση. Έχουμε ξεπλήρωμα γραμματίων.

Κι όταν ξεπληρώνεις γραμμάτια με δημόσιες θέσεις, δύσκολα παραδέχεσαι ότι έβαλες τον λανθασμένο άνθρωπο στη σωστή θέση.

Η ευθύνη, όμως, δεν ανήκει μόνο σε εκείνον που απέτυχε. Ανήκει και σε αυτόν που τον επέλεξε. Εκεί φαίνεται ο πραγματικός ηγέτης. Σε εκείνον που έχει το θάρρος να πει καθαρά: Εγώ τον επέλεξα, δεν ανταποκρίθηκε στους στόχους που του έθεσα και γι’ αυτό τον αντικαθιστώ.

Το να διορθώνεις μια λανθασμένη επιλογή δεν είναι αδυναμία. Είναι ευθύνη. Αδυναμία είναι να κρατάς κάποιον σε μια θέση όπου έχει αποτύχει, μόνο και μόνο επειδή είναι δικός σου άνθρωπος ή επειδή του χρωστάς.

Το χέρι που σε έβαλε στην καρέκλα δύσκολα θα είναι και αυτό που θα σε σηκώσει από εκεί. Και όταν τελικά αναγκαστεί να το κάνει, συνήθως δε σε βγάζει από τον κρατικό μηχανισμό. Απλώς σε μετακινεί σε μια άλλη καρέκλα.

Έτσι, η θέση αλλάζει, η αμοιβή συνεχίζεται και η ζημιά μένει στην κοινωνία. Ο πολίτης πληρώνει δύο φορές, μία για την αποτυχία και μία για να εξακολουθεί να αμείβεται εκείνος που απέτυχε.

Ευθύνη χωρίς συνέπειες δεν είναι ευθύνη

Δε ζητώ το αλάθητο. Όποιος εργάζεται, θα κάνει και λάθη. Ούτε κάθε αστοχία πρέπει να οδηγεί αυτομάτως σε απομάκρυνση.

Ζητώ, όμως, το αυτονόητο να υπάρχει σχέδιο, αξιολόγηση, απολογισμός και συνέπειες, όταν η αποτυχία γίνεται κανόνας.

Η εμπιστοσύνη δε χαρίζεται. Κερδίζεται με έργο και διατηρείται με λογοδοσία.

Ο πολίτης αποφασίζει ποιον θα ψηφίσει. Δεν αποφασίζει, όμως, να πληρώνει και τις αποτυχίες του.

Η ψήφος είναι εντολή ευθύνης. Δεν είναι λευκή επιταγή.

Του Σωτήριου Μάλαμα
Ελεύθερου επαγγελματία – Ανθρώπου της αγοράς

Τα πιο σχετικά.