Τα πέντε τελευταία χρόνια οι Ευρωπαίοι ηγέτες έγιναν κολαούζοι σε ένα γελοίο υποκείμενο και ξόδεψαν αμύθητα ποσά για έναν ανούσιο πόλεμο με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς.
Στις περιοχές που γίνονται οι εχθροπραξίες όλο αυτό το διάστημα, ένας λαός υπάρχει εκεί, στην ίδια θρησκεία πιστεύουν και την ίδια γλώσσα ομιλούν κι αυτή δεν είναι άλλη από τη ρωσική.
Εύλογο ήταν, λοιπόν, η Ευρώπη να πέσει μέσα στο λάκκο που άνοιξαν οι Αμερικάνοι με πρόσχημα την Ουκρανία και τώρα μας λένε οι κυβερνώντες πως δεν υπάρχουν χρήματα για την παιδεία, την υγεία και γενικά για την ευημερία των λαών.
Αν ήταν πραγματικοί Δημοκράτες όλοι αυτοί οι «κύριοι» τότε θα έπρεπε να είχαν κάνει ένα, τουλάχιστον, δημοψήφισμα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή κατ’ ιδίαν στα μεμονωμένα κράτη.
Κανένας, όμως, απ’ αυτούς τους «κυρίους» δεν τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί ξέρουν πολύ καλά πως οι λαοί της Ευρώπης όσο και της χώρας μας είναι κάθετα αντίθετοι σ’ αυτόν τον βρόμικο πόλεμο.
Οπότε το σιτάρι που προέρχεται από την Ουκρανία είναι ποτισμένο με το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων αθώων ανθρώπων, κυρίως νεαρών παιδιών και κανένας δε συγκινείται.
Από την άλλη μεριά προσπαθούν να φοβίσουν τους λαούς πως θα επικρατήσουν ακροδεξιές δυνάμεις στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη.
Μα οι ίδιοι στρώνουν το χαλί προς αυτήν την κατεύθυνση και θα πρέπει να μας πουν ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην παλιά δεξιά, που κυβερνάει σήμερα και στη νέα που κυοφορείται. Ή μήπως είναι το ίδιο και το αυτό πράγμα;
Το κύμα οργής του κόσμου, λοιπόν, που βλέπουμε να εκτυλίσσεται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, δεν οφείλεται μόνο στην οικονομική κρίση, αλλά και στην υποκρισία των κυβερνώντων για τις πολιτικές που εφαρμόζουν ερήμην των λαών.
Αυτό φάνηκε περίτρανα με τα αποτελέσματα στην Αμερική, όπου ο λαός έδωσε ένα γερό χαστούκι στον πλανητάρχη, για τον ανούσιο πόλεμο που έκανε ενάντια στο Ιράν.
Το ίδιο θα συμβεί στο άμεσο μέλλον και με αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες, που στηρίζουν τον ανούσιο πόλεμο στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας!
Του Δημήτρη Ν. Μπουσούνη
[email protected]



























