Eπισκέφθηκα την Τετάρτη τα Επείγοντα του Νοσοκομείου Καλαμάτας για μια αλλαγή τραύματος μετά από μικρή χειρουργική επέμβαση που είχα υποβληθεί την προηγούμενη μέρα.Δεν πήγα ζητώντας χάρη. Δεν πήγα απαιτώντας προτεραιότητα. Πήγα ζητώντας το αυτονόητο.
Στην υποδοχή ενημερώθηκα ότι «αυτές οι αλλαγές δεν γίνονται στα Επείγοντα». Το σεβάστηκα. Ρώτησα μόνο αν, αφού ήδη είχα μεταβεί εκεί, μπορούσε να γίνει μια εξαίρεση. Η απάντηση ήταν: «Περιμένετε στο σαλόνι. Θα σας φωνάξουμε.»
Περίμενα περίπου μία ώρα και τριάντα λεπτά.
Με κάλεσαν από τα μεγάφωνα του νοσοκομείου και ο υπάλληλος ασφαλείας μού υπέδειξε τον χώρο όπου έπρεπε να πάω. Αν πραγματικά δεν έπρεπε να εξυπηρετηθώ, γιατί με κράτησαν μιάμιση ώρα; Γιατί με φώναξαν; Γιατί δεν μου το είπαν από την πρώτη στιγμή ώστε να φύγω;
Εκεί άρχισε ένα θέατρο που, ειλικρινά, δεν περίμενα ποτέ να ζήσω μέσα σε δημόσιο νοσοκομείο. Ο ειδικευόμενος γιατρός επαναλάμβανε ότι «αυτά δεν γίνονται στα Επείγοντα». Του απάντησα ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα να αποχωρήσω.
Του ζήτησα όμως κάτι πολύ απλό: «Δώστε μου ένα χαρτί που να γράφει ότι αρνείστε να πραγματοποιήσετε την αλλαγή του τραύματος και θα φύγω αμέσως.»
Η απάντηση ήταν ένα ξερό «δεν δίνουμε». Γιατί;
Αν η απόφασή σας ήταν σωστή και σύμφωνη με τον κανονισμό, γιατί δεν μπορούσε να δοθεί και εγγράφως; Τι ακριβώς εμπόδιζε μια γραπτή απάντηση;
Στη συνέχεια εμφανίστηκε άλλη γιατρός, η οποία αντί να ενδιαφερθεί για τον λόγο που βρισκόμουν εκεί, άρχισε να μου λέει ότι θα καλέσει την αστυνομία επειδή διαμαρτυρόμουν. Της εξήγησα ότι δεν μπήκα μόνος μου στον χώρο. Με είχαν καλέσει οι ίδιοι από τα μεγάφωνα.
Η απάντησή της; «Δεν σε φώναξε κανείς.»
Της επανέλαβα ότι με κάλεσαν από τα μεγάφωνα και ότι ακόμη και ο υπάλληλος ασφαλείας μού υπέδειξε πού να πάω. Επέμενε το ίδιο. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ.
Στη συνέχεια με έστειλαν στον τρίτο όροφο. Πίστεψα ότι εκεί, επιτέλους, κάποιος θα ασχολούνταν με τον ασθενή. Έκανα λάθος.
Η συζήτηση δεν περιστρεφόταν γύρω από το τραύμα μου. Περιστρεφόταν γύρω από το ότι είχα πει πως οι δημόσιοι λειτουργοί πληρώνονται από τους φόρους των πολιτών.
Η απάντηση που έλαβα ήταν: «Δεν είμαστε υπάλληλοί σου.» Και λίγο αργότερα: «Τότε μου χρωστάς τρεις εφημερίες». Του απάντησα: «Πείτε μου πόσο αναλογεί σε μένα και θα σας τα δώσω στο χέρι». Και τότε κατάλαβα ότι η ουσία είχε χαθεί εντελώς. Γιατί εκείνη τη στιγμή κανείς δεν ασχολούνταν με έναν ασθενή. Όλοι ασχολούνταν με μια λεκτική αντιπαράθεση. Και τότε έκανα μια ερώτηση που θα έπρεπε να είχε γίνει από την πρώτη στιγμή: «Με ρώτησε έστω ένας αν το χειρουργικό τραύμα μου αιμορραγεί;»
Σιωπή. Μόνο τότε ήρθε η ερώτηση: «Έχεις ματώσει;»
Η απάντησή μου ήταν: «Τόση ώρα αυτό προσπαθώ να σας εξηγήσω. Κανείς δεν με ρώτησε.» Αυτό είναι που με εξοργίζει περισσότερο. Όχι το ότι μπορεί να υπήρχε μια διαδικασία που δεν επέτρεπε την αλλαγή του τραύματος. Αυτό θα μπορούσα να το δεχτώ.
Με εξοργίζει ότι επί σχεδόν δύο ώρες κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να δει πρώτα τον ασθενή. Κανείς δεν ζήτησε να δει το τραύμα. Κανείς δεν ρώτησε αν υπάρχει αιμορραγία. Κανείς δεν ρώτησε αν υπάρχει κίνδυνος λοίμωξης.
Όλοι όμως είχαν χρόνο να εξηγήσουν τι δεν γίνεται. Όλοι είχαν χρόνο να κάνουν παρατηρήσεις. Όλοι είχαν χρόνο να υπερασπιστούν διαδικασίες. Για τον άνθρωπο απέναντί τους όμως, όχι. Και εδώ θα κάνω μια σύγκριση.
Βρέθηκα στο Νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» στην Αθήνα για τη χειρουργική επέμβαση. Από δικό μου λάθος παρουσιάστηκα το πρωί, ενώ το ραντεβού μου ήταν στις 3 το μεσημέρι. Θα μπορούσαν πολύ εύκολα να μου πουν να επιστρέψω στην ώρα μου. Δεν το έκαναν. Η γιατρός με εξυπηρέτησε εκείνη τη στιγμή. Χωρίς γκρίνια. Χωρίς επίδειξη εξουσίας. Χωρίς να ψάχνει λόγους για να μη γίνει η δουλειά. Με επαγγελματισμό, ευγένεια και σεβασμό. Λιγότερο από 24 ώρες αργότερα, στο Νοσοκομείο Καλαμάτας, για μια απλή αλλαγή τραύματος, βίωσα το ακριβώς αντίθετο.
Δύο δημόσια νοσοκομεία. Δύο εντελώς διαφορετικές νοοτροπίες.
Η δημόσια υγεία δεν κρίνεται μόνο από τους γιατρούς που χειρουργούν. Κρίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο πολίτης όταν περνάει την πόρτα του νοσοκομείου. Σήμερα έφυγα χωρίς να μου γίνει αλλαγή τραύματος. Έφυγα χωρίς ένα έγγραφο που ζήτησα. Έφυγα με περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.
Και το μεγαλύτερο από όλα είναι αυτό: Όταν ένας ασθενής φεύγει από ένα δημόσιο νοσοκομείο νιώθοντας ότι αντιμετωπίστηκε ως πρόβλημα και όχι ως άνθρωπος, ποιος πραγματικά απέτυχε;
Ελπίζω η Διοίκηση του Νοσοκομείου Καλαμάτας να εξετάσει το περιστατικό και να δώσει απαντήσεις, γιατί ο σεβασμός προς τον ασθενή δεν είναι προαιρετικός.
Παπαδέας Γιάννης










