Την προηγουμένη του σεισμού είχαν ανοίξει τα σχολεία. Το θυμάμαι ακόμη με μια παράξενη καθαρότητα, ίσως γιατί, στα μάτια ενός παιδιού, εκείνη η ημέρα είχε τη δική της μικρή σπουδαιότητα. Ήμουν έντεκα χρονών και μόλις είχα γίνει μαθητής της έκτης Δημοτικού. Και έκτη Δημοτικού τότε σήμαινε κάτι. Ήμασταν πια οι «μεγάλοι» του σχολείου.

Είχαμε μάλιστα εγκατασταθεί στη μεγάλη αίθουσα του επάνω ορόφου του ιστορικού 1ου Δημοτικού Σχολείου Καλαμάτας, ανατολικά της πλατείας της Υπαπαντής. Για μένα αυτό ήταν σχεδόν μια τελετή ενηλικίωσης. Θυμάμαι τη χαρά και την περηφάνια. Την αίσθηση ότι είχα μεγαλώσει.

Δεν μπορούσα, φυσικά, να ξέρω ότι μία μόλις ημέρα αργότερα θα αναγκαζόμασταν όλοι να μεγαλώσουμε πολύ πιο απότομα απ’ όσο θα έπρεπε.

Το απόγευμα του Σαββάτου, 13 Σεπτεμβρίου 1986, βρισκόμουν μαζί με την αδελφή μου στο παλιό πλίθινο σπίτι του παππού μου.

Και στις 20:21´ η γη άρχισε να τρέμει.

Όχι σαν εκείνες τις μικρές δονήσεις που σε τρομάζουν για λίγο και ύστερα γίνονται μια ιστορία που διηγείσαι. Ήταν κάτι τρομακτικό. Θυμάμαι το σπίτι να κινείται πάνω- κάτω και γύρω μας και εμάς τους δύο να τρέχουμε κάτω από ένα τραπέζι, στο κέντρο του δωματίου. Και θυμάμαι ακόμη γιατί το κάναμε.

Λίγους μήνες νωρίτερα, στο τέλος της προηγούμενης σχολικής χρονιάς, είχαν έρθει στο σχολείο στελέχη της οργανωμένης αντισεισμικής προστασίας (ΟΑΣΠ) και μας είχαν εξηγήσει τι πρέπει να κάνουμε σε περίπτωση σεισμού. Τότε όλα αυτά έμοιαζαν με μάθημα. Με κάτι χρήσιμο, αλλά μακρινό. Εκείνο το βράδυ έγιναν πράξη. Δύο παιδιά, την ώρα που ο κόσμος γύρω τους έτρεμε, θυμήθηκαν.

Σαράντα χρόνια μετά, αυτή η μικρή προσωπική στιγμή έχει αποκτήσει για μένα άλλη σημασία. Γιατί η γνώση δεν μπορεί να σταματήσει έναν σεισμό. Μπορεί όμως να σώσει έναν άνθρωπο όταν ο σεισμός έρθει. Και ίσως αυτό να ήταν το πρώτο μάθημα που μου άφησε εκείνη η νύχτα.

Το δεύτερο χρειάστηκαν χρόνια για να το καταλάβω. Υπάρχουν παιδικές αναμνήσεις που, όσο περνά ο χρόνος, ξεθωριάζουν. Υπάρχουν όμως και κάποιες που δεν μικραίνουν μαζί με την απόσταση. Αντίθετα, μεγαλώνουν μαζί σου, βαθαίνουν, αποκτούν καινούργιο νόημα.

Ο σεισμός του 1986 ήταν, για τη δική μου γενιά, μία από αυτές. Δεν ήταν απλώς ένα μεγάλο γεγονός που συνέβη όταν ήμασταν παιδιά. Άλλαξε το ημερολόγιο της ζωής μας. Για πολλά χρόνια, στην Καλαμάτα, δεν χρειαζόταν να πεις ημερομηνία. Έλεγες «πριν από τον σεισμό» ή «μετά τον σεισμό». Και όλοι καταλάβαιναν.

Γιατί εκείνο το βράδυ δεν έπεσαν μόνο τοίχοι. Χάθηκαν άνθρωποι. Τραυματίστηκαν συμπολίτες μας.  Σπίτια γκρεμίστηκαν. Οικογένειες ξεσπιτώθηκαν. Γειτονιές άλλαξαν. Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, έξω από τα σπίτια τους, σε δρόμους, πάρκα, πλατείες, σκηνές και καταυλισμούς.

Κι εμείς, τα παιδιά, μάθαμε ξαφνικά ότι ακόμη κι αυτά που θεωρούσαμε ακλόνητα μπορούσαν να καταρρεύσουν.

Γι’ αυτό και, σαράντα χρόνια μετά, η πρώτη θέση στη μνήμη ανήκει στους ανθρώπους που χάθηκαν. Στις οικογένειές τους. Στους τραυματίες. Σε όσους έχασαν, μέσα σε λίγες στιγμές, το σπίτι και τους κόπους μιας ζωής.

Και σε εκείνους που μπορεί αργότερα να επέστρεψαν σε ένα επισκευασμένο ή καινούργιο σπίτι, αλλά συνέχισαν να κουβαλούν μέσα τους έναν «μετασεισμό» που κανένας σεισμογράφος δεν μπορούσε να καταγράψει.

Όταν σκέφτομαι εκείνες τις ημέρες, μία εικόνα έρχεται πάντα μπροστά μου. Το ρολόι του Μητροπολιτικού Ναού της Υπαπαντής. Οι δείκτες του σταμάτησαν την ώρα του μεγάλου σεισμού.

20:21´
Ο ίδιος ο Ναός είχε χιλιοτραυματιστεί με τον περήφανο τρούλο του να έχει σωριαστεί. Και όσο έμενε πληγωμένος, το ρολόι παρέμενε σταματημένο. Μέχρι που ήρθε η αποκατάσταση. Ο Ναός ξαναστάθηκε. Το ρολόι επισκευάστηκε. Και οι δείκτες άρχισαν ξανά να κινούνται. Αυτό το ρολόι, για μένα, δεν είναι σημαντικό επειδή κάποτε σταμάτησε. Είναι σημαντικό επειδή ξαναξεκίνησε!

Όπως ακριβώς και η Καλαμάτα. Η πόλη πληγώθηκε, πένθησε, φοβήθηκε, έζησε για καιρό μέσα στην αβεβαιότητα. Αλλά δεν έμεινε στις 20:21´. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο σύμβολο εκείνης της εποχής. Ο χρόνος μπορεί για λίγο να παγώσει, η ζωή όμως, αν βρει δύναμη, ξαναμπαίνει σε κίνηση.

Και δύναμη τότε η Καλαμάτα βρήκε, κυρίως, στους ανθρώπους της. Γιατί μέσα στην καταστροφή συνέβη και κάτι ακόμη. Κάτι που κανένας σεισμογράφος δεν μπορούσε να μετρήσει. Ο σεισμός γκρέμισε τοίχους. Αλλά, για λίγο, γκρέμισε και τους αόρατους τοίχους που χώριζαν τους ανθρώπους. Τις κοινωνικές αποστάσεις. Τους ανταγωνισμούς. Τις πολιτικές διαφορές. Τις καθημερινές αντιπαλότητες. Το «δικό μου» και το «δικό σου».

Ξαφνικά, όλα έγιναν δικά μας. Ο φόβος ήταν κοινός. Η αγωνία κοινή. Το νερό, το φαγητό, η πληροφορία, η σκηνή, το πλοίο,η ελπίδα — όλα μοιρασμένα. Ακόμα και οι φήμες!

Άνθρωποι που μέχρι την προηγουμένη μπορεί να αντάλλασσαν μόνο μια καλημέρα, βρέθηκαν να κοιμούνται δίπλα δίπλα. Ο γείτονας έγινε συγγενής. Το πάρκο έγινε αυλή. Η πλατεία έγινε σπίτι. Και η πόλη, για να μπορέσει να επιβιώσει, έπαψε για λίγο να είναι απλώς ένα άθροισμα ανθρώπων που κατοικούν στον ίδιο τόπο.

Έγινε αληθινή Κοινότητα. Χρησιμοποιώ συνειδητά αυτή τη λέξη. Όχι με τη διοικητική της έννοια. Με την πρώτη, την ανθρώπινη. Κοινός τόπος. Κοινή αγωνία. Κοινή ευθύνη. Κοινή μοίρα. Συνύπαρξη! Συνοικήσαμε και νικήσαμε!

Εκείνες τις ημέρες καταλάβαμε ότι μια πόλη δεν είναι μόνο τα κτήριά της. Είναι, πριν απ’ όλα, οι δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους της. Και το ίδιο «εμείς» πέρασε και στους θεσμούς.

Η Καλαμάτα γνώρισε τότε μια συνεννόηση που, ειδικά για την εποχή, είχε ξεχωριστή αξία. Δήμος (δημοτική αρχή, δημοτικές παρατάξεις και υπηρεσίες), Πολιτεία (κυβέρνηση και αντιπολίτευση), επιστημονική κοινότητα, Εκκλησία, φορείς, εθελοντές και πολίτες βρέθηκαν μπροστά σε κάτι που ήταν μεγαλύτερο από τις διαφορές τους. Την ίδια την πόλη.

Οι διαφωνίες δεν εξαφανίστηκαν. Απλώς μπήκαν στην άκρη, γιατί υπήρχε κάτι που έπρεπε να προηγηθεί. Να σωθεί η Καλαμάτα.Και ύστερα να ξανασταθεί.

Ο τότε Δήμαρχος, ο Σταύρος Μπένος, ταυτίστηκε δικαίως με εκείνη την προσπάθεια και έγινε σύμβολο της μετασεισμικής αναγέννησης. Όχι γιατί ένας Δήμαρχος μπορεί μόνος του να ξαναχτίσει μια πόλη. Δεν υπάρχουν μοναχικοί σωτήρες στις μεγάλες καταστροφές. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που, σε μια κρίσιμη στιγμή, μπορούν να μετατρέψουν τον φόβο σε σχέδιο, την αγωνία σε διεκδίκηση και τη συλλογική ενέργεια σε κατεύθυνση. Και τότε η Καλαμάτα είχε την τύχη να έχει σχέδιο.

Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο είχε εγκριθεί λίγο πριν από τον σεισμό και έγινε η βάση πάνω στην οποία μπορούσε να στηριχθεί η ανασυγκρότηση. Κάπου εκεί ελήφθη μια απόφαση που καθόρισε όσα ακολούθησαν. Η Καλαμάτα δεν θα ξαναχτιζόταν απλώς. Θα ξανασχεδιαζόταν. Δεν θα προσπαθούσε μόνο να γίνει ξανά αυτό που ήταν. Θα τολμούσε να αναζητήσει αυτό που μπορούσε να γίνει.

Και αυτή η προσπάθεια δεν τελείωσε, ασφαλώς, με έναν Δήμαρχο ούτε σε μία δημοτική περίοδο. Οι Δήμαρχοι και οι δημοτικές αρχές που ακολούθησαν συνέχισαν, ο καθένας με τις επιλογές, τις επιτυχίες, τις καθυστερήσεις και τις εκκρεμότητες της εποχής του, να διαχειρίζονται μια μετασεισμική κληρονομιά που αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από μία θητεία.

Δίπλα σε αυτή την ιστορία υπάρχει και μια άλλη μορφή που δεν μπορώ να θυμηθώ χωρίς συγκίνηση. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης.

Η Μητρόπολη Μεσσηνίας είχε πληγεί βαριά. Ναοί, Μονές και Ιδρύματα είχαν υποστεί τεράστιες καταστροφές. Ο γέροντας Μητροπολίτης δεν περιορίστηκε τότε στο ποιμαντικό του καθήκον. Βρισκόταν καθημερινά δίπλα στους σεισμόπληκτους, πνευματικά, ηθικά, αλλά και υλικά. Και τα επόμενα χρόνια έδωσε έναν πραγματικά τιτάνιο αγώνα για την αναστήλωση, την ανέγερση και την αντισεισμική θωράκιση των κατεστραμμένων εκκλησιαστικών κτηρίων.

Όμως, αν έπρεπε να διαλέξω μία μόνο εικόνα που να τον περιγράφει, δεν θα διάλεγα έναν Ναό. Θα διάλεγα ένα λυόμενο. Εκεί έμενε. Και όταν κάποια στιγμή το σεισμόπληκτο Επισκοπείο είχε επισκευαστεί και μπορούσε πια να επιστρέψει, εκείνος δεν επέστρεψε. Όταν τον ρωτούσαν γιατί εξακολουθούσε να μένει στο λυόμενο παράπηγμα, επαναλάμβανε πως θα επέστρεφε όταν και ο τελευταίος Καλαματιανός θα είχε φύγει από τις σκηνές και τα λυόμενα και θα είχε γυρίσει στο σπίτι του. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται πολλές αναλύσεις ύστερα από αυτό.

Και, χωρίς ίσως να το επιδιώξει, μας άφησε έναν από τους ωραιότερους ορισμούς της Κοινότητας….

Κανείς δεν έχει επιστρέψει πραγματικά στο σπίτι του όσο ο διπλανός του εξακολουθεί να μην έχει σπίτι.
Το ίδιο πνεύμα εμφανίστηκε ακόμη και εκεί όπου κανονικά υπάρχει ανταγωνισμός. Στον Τύπο. Το «Θάρρος», η «Ελευθερία» και η «Σημαία», οι τρεις ημερήσιες εφημερίδες της Καλαμάτας, βρέθηκαν μετά τον σεισμό αντιμέτωπες με σοβαρά προβλήματα έκδοσης. Και τότε ο Γιάννης Αποστολάκης, εκδότης και διευθυντής του «Θάρρους», έκανε κάτι που αξίζει να θυμόμαστε ακόμη και σήμερα. Δεν θέλησε να μετατρέψει την καταστροφή των άλλων σε δικό του πλεονέκτημα. Άνοιξε τις εγκαταστάσεις του. Οι τρεις εφημερίδες άφησαν στην άκρη τον ανταγωνισμό τους και κυκλοφόρησαν από κοινού τα «Καλαματιανά Νέα».

Χωρίς πολιτικά σχόλια. Χωρίς κομματικές τοποθετήσεις. Με μία αποστολή και μόνον οι πολίτες να γνωρίζουν την αλήθεια. Και η ίδια η κοινή έκδοση μιλούσε για «δείγμα υψίστης ενότητας που πρέπει να πρυτανεύει στις κρίσιμες ώρες». Τρεις διαφορετικές εφημερίδες. Τρεις διαφορετικές φωνές. Μία έκδοση. Ίσως γιατί όλοι τότε καταλάβαιναν το ίδιο.

Όταν κινδυνεύει η πόλη, προηγείται η πόλη.
Κι εμείς, τα παιδιά, ζούσαμε όλο αυτό με τον δικό μας τρόπο. Το σχολείο που είχε ανοίξει μόλις μία ημέρα πριν έπαψε ξαφνικά να είναι αυτονόητο. Οι ζημιές στις σχολικές υποδομές ήταν τεράστιες. Η εκπαιδευτική ζωή μεταφέρθηκε για μεγάλο διάστημα σε λυόμενα, κοντέινερ, σκηνές και προσωρινούς χώρους. Και μέσα σε αυτή την κατάσταση γεννήθηκε και το Μαθητικό Συντονιστικό Καλαμάτας. Οι μαθητές οργανώθηκαν, κινητοποιήθηκαν, έκαναν αποχές και πορείες, διεκδίκησαν ασφαλή και μόνιμα σχολικά κτήρια. Στην πραγματικότητα, ζητούσαν κάτι πολύ απλό:

Να μη γίνει το προσωρινό μόνιμο. 
Και, ταυτόχρονα, συμμετείχαν στην αλληλεγγύη προς τους σεισμόπληκτους συμπολίτες τους.

Σκέφτομαι σήμερα πόσο παράξενα γρήγορα μάς μεγάλωσε εκείνη η εποχή. Την Παρασκευή ένιωθα σπουδαίος επειδή είχα γίνει μαθητής της έκτης και είχα ανέβει στη μεγάλη αίθουσα του επάνω ορόφου. Μία ημέρα αργότερα, το αν θα υπήρχε καν σχολική αίθουσα είχε πάψει να είναι αυτονόητο. Μάθαμε από παιδιά λέξεις που δεν θα έπρεπε να ανήκουν ακόμη στο λεξιλόγιό μας. Μετασεισμός. Ακατάλληλο. Καταυλισμός. Λυόμενο. Αποκατάσταση. Μάθαμε, όμως, και άλλες. Πρόληψη. Συμμετοχή. Διεκδίκηση. Αλληλεγγύη. Συλλογικότητα.

Και ίσως αυτή να ήταν η πρώτη αληθινή κοινωνική παιδεία μιας ολόκληρης γενιάς. Της γενιάς μας. Της γενιάς των σεισμών της Καλαμάτας του 1986.

Όλα αυτά συνέβαιναν το 1986. Σε έναν κόσμο χωρίς Internet, χωρίς κινητά τηλέφωνα, χωρίς κοινωνικά δίκτυα. Και όμως, γύρω από την Καλαμάτα δημιουργήθηκε ένα τεράστιο δίκτυο αλληλεγγύης, γνώσης και προσφοράς. Η Ελλάδα κινητοποιήθηκε. Οι διασώστες συγκλόνισαν. Άνθρωποι και φορείς από το εξωτερικό ανταποκρίθηκαν. Η ομογένεια συγκίνησε με τη στάση της.  Επιστήμονες, μηχανικοί και ειδικοί μοιράστηκαν γνώση και εμπειρία. Βοήθεια έφτασε στην πόλη. Και μια πληγωμένη επαρχιακή πόλη βρέθηκε συνδεδεμένη με ανθρώπους πολύ μακριά από τα όριά της. Χωρίς να υπάρχει ακόμη το Διαδίκτυο, η Καλαμάτα δικτυώθηκε με τον κόσμο. Όχι με καλώδια.

Με ανθρώπους.
Και κάπως έτσι η ζωή επέστρεφε, λίγο λίγο. Όχι παντού με τον ίδιο ρυθμό. Όχι χωρίς δυσκολίες. Όχι χωρίς λάθη. Αλλά επέστρεφε.

Και γι’ αυτό, σαράντα χρόνια μετά, δεν θα ήθελα να μετατρέψουμε τη μνήμη εκείνης της εποχής ούτε σε θρήνο ούτε σε αυτάρεσκη γιορτή. Γιατί η πραγματική μνήμη απαιτεί και περηφάνια και αυτοκριτική.

Ναι, η Καλαμάτα ξαναγεννήθηκε.

Ναι, έγινε μια διαφορετική πόλη.

Ναι, έχουμε κάθε λόγο να τιμούμε εκείνη τη μεγάλη προσπάθεια.

Αλλά δεν μπορούμε να προσποιούμαστε ότι όλα τελείωσαν. Σαράντα χρόνια μετά εξακολουθούμε να περπατάμε δίπλα σε διατηρητέα κτήρια που στέκουν σαν κουφάρια. Πληγωμένα. Κλειστά. Ανυπεράσπιστα απέναντι στον χρόνο. Και κάθε τέτοιο κτήριο δεν είναι απλώς μια πολεοδομική εκκρεμότητα. Είναι μια εκκρεμότητα μνήμης. Γιατί μια πόλη που σέβεται το παρελθόν της δεν αρκείται να κρατά όρθιες προσόψεις. Πρέπει να ξαναδίνει ζωή σε όσα αποφάσισε κάποτε ότι αξίζει να σωθούν.

Η ανασυγκρότηση της Καλαμάτας, επομένως, δεν είναι κεφάλαιο που έκλεισε. Είναι μια ευθύνη που παραδίδεται από γενιά σε γενιά. Και ίσως γι’ αυτό, σαράντα χρόνια μετά, επιστρέφω πάλι στο παιδί εκείνης της πρώτης ημέρας.

Είμαι πια πενήντα ενός χρονών. Αλλά το εντεκάχρονο παιδί δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Το παιδί που μία ημέρα πριν από τον σεισμό καμάρωνε επειδή είχε γίνει «ο μεγάλος της έκτης». Που είχε ανέβει επιτέλους στη μεγάλη αίθουσα του επάνω ορόφου. Που το επόμενο βράδυ βρέθηκε κάτω από ένα τραπέζι μαζί με την αδελφή του, μέσα σε ένα πλίθινο σπίτι που έτρεμε και μετά «βγήκε κόκκινο»! Και που, τις ημέρες και τα χρόνια που ακολούθησαν, είδε μια ολόκληρη πόλη να αλλάζει μπροστά στα μάτια του.

Γι’ αυτό και σήμερα δεν θέλω απλώς να θυμηθώ. Θέλω να ρωτήσω. Τι κρατήσαμε από εκείνη την Καλαμάτα;

Κρατήσαμε την αλληλεγγύη της; Τη συνεννόηση; Την τόλμη; Την πίστη στον σχεδιασμό; Την ικανότητα να βάζει το κοινό πάνω από το ατομικό; Μπορούμε σήμερα να συνεννοηθούμε χωρίς να χρειάζεται πρώτα να γκρεμιστούν τα σπίτια μας; Μπορούμε να ξαναβρούμε το «εμείς» χωρίς να προηγηθεί μια καταστροφή; Μπορούμε να γίνουμε Κοινότητα χωρίς να χρειαστεί να ξαναστήσουμε σκηνές στις πλατείες μας;

Γιατί ο σεισμός του 1986 γκρέμισε για λίγο και τους αόρατους τοίχους ανάμεσά μας. Το δύσκολο ερώτημα είναι πόσους από αυτούς ξαναχτίσαμε μόνοι μας στα σαράντα χρόνια που ακολούθησαν.

Και τότε το βλέμμα επιστρέφει ξανά στην Υπαπαντή. Στο ρολόι. Στις 20:21. Εκείνο το ρολόι σταμάτησε. Αλλά δεν έμεινε σταματημένο. Ο Ναός γιατρεύτηκε. Το ρολόι επισκευάστηκε. Οι δείκτες άρχισαν ξανά να κινούνται. Και μαζί τους, συμβολικά, άρχισε πάλι να κινείται και η πόλη. Στρέφεται και η ψυχή στην Παναγία την Υπαπαντή.

Η Καλαμάτα δεν έμεινε στην ώρα της καταστροφής της.

Πένθησε. Φοβήθηκε. Ενώθηκε. Διεκδίκησε. Σχεδίασε. Ξαναχτίστηκε. Ξαναγεννήθηκε. Και προχώρησε.

Από όλα, όμως, όσα οικοδομήθηκαν μετά τον σεισμό —σπίτια, σχολεία, δρόμοι, πλατείες, δημόσια κτήρια— ίσως το σημαντικότερο οικοδόμημα να μην ήταν φτιαγμένο από πέτρα, σίδερο ή μπετόν. Ήταν οι δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους. Η βεβαιότητα ότι κανείς δεν θα σωθεί μόνος του. Ότι η τύχη του ενός αφορά τον άλλον. Ότι η πόλη προηγείται. Ότι το «εγώ» μπορεί, όταν χρειαστεί, να γίνει «εμείς».

Σαράντα χρόνια μετά, λοιπόν, τιμούμε πρώτα εκείνους που χάθηκαν.

Ευγνωμονούμε εκείνους που στάθηκαν δίπλα στην πόλη όταν γονάτισε.

Θυμόμαστε εκείνους που την ξανάστησαν.

Και οφείλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές όχι μόνο την ιστορία μιας μεγάλης καταστροφής, αλλά και την παρακαταθήκη μιας μεγάλης αναγέννησης.

Γιατί η Καλαμάτα του 1986 απέδειξε κάτι που δεν πρέπει να χρειαστεί ποτέ άλλος σεισμός για να μας το ξαναδιδάξει. Μια πόλη μπορεί να χάσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τους τοίχους της και να παραμείνει όρθια, αρκεί να μη χάσει τους δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους της.

Το ρολόι ξαναξεκίνησε. Η Καλαμάτα ξαναξεκίνησε. Και ίσως τελικά το μεγαλύτερο μνημείο που μας άφησε εκείνος ο Σεπτέμβριος να μην είναι φτιαγμένο από μάρμαρο.

Είναι η μνήμη μιας πόλης που, όταν γκρεμίστηκαν οι τοίχοι της, ανακάλυψε πόσο κοντά μπορούσαν να σταθούν οι άνθρωποί της. Και αν υπάρχει σήμερα ένα χρέος απέναντι στους νεκρούς μας, στους ανθρώπους που ξανάστησαν την Καλαμάτα και στα παιδιά που μεγαλώσαμε μέσα σε εκείνες τις μέρες, είναι ένα.

Να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να γκρεμιστούν οι τοίχοι μας για να θυμηθούμε ότι είμαστε Κοινότητα.

Παναγιώτης Ι. Λύρας
Πρόεδρος Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας

Τα πιο σχετικά.