Η ζωή της Μεσσηνίας σε μία σταγόνα…

Η ποσότητα και η τιμή δεν αρκούν για να μετρήσουμε την ευημερία, το πραγματικό στοίχημα είναι τι απομένει στον παραγωγό και τι επιστρέφει στην τοπική αγορά

Το λάδι δεν τελειώνει στο ελαιοτριβείο. Η οικονομική του διαδρομή συνεχίζεται στο κατάστημα, στο συνεργείο, στον τεχνίτη που περιμένει να πληρωθεί, στην επισκευή του σπιτιού που θα γίνει ή θα αναβληθεί. Γι’ αυτό η νέα ελαιοκομική περίοδος αφορά πολύ περισσότερους από όσους διαθέτουν ελιές. Αφορά στην ικανότητα ενός τόπου να παράγει εισόδημα και να το μετατρέπει σε καθημερινή οικονομική δραστηριότητα.

Σήμερα, λίγο πριν από την εκκίνηση της φετινής ελαιοκομικής περιόδου, καταγράφονται προσδοκίες για την ποιότητα και την παραγωγή, μαζί με ανησυχία για τις τιμές και το κόστος. Πρόκειται για την εικόνα της έναρξης και τις εκτιμήσεις του κλάδου, όχι για οριστικό απολογισμό. Το ερώτημα, πάντως, τίθεται ήδη: πόσο θα αξίζει οικονομικά η σοδειά για εκείνους που τη δημιουργούν;

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΛΑΔΙ ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΕΡΔΟΣ
Η εξίσωση αρχίζει απλά: ποσότητα που πωλείται επί τιμή πώλησης ίσον ακαθάριστα έσοδα. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν είναι το κέρδος. Ακολουθούν οι καλλιεργητικές δαπάνες, η συγκομιδή, η έκθλιψη, οι μεταφορές, η αποθήκευση και η φθορά του εξοπλισμού. Για να κριθεί η πραγματική οικονομική απόδοση, χρειάζεται να συνυπολογιστεί και η εργασία του ίδιου του παραγωγού και της οικογένειάς του.

Ας πάρουμε ένα καθαρά υποθετικό παράδειγμα: 10.000 κιλά με τιμή 5 ευρώ δίνουν 50.000 ευρώ έσοδα. Αν η παραγωγή αυξηθεί κατά 20%, στα 12.000 κιλά, αλλά η τιμή υποχωρήσει στα 4 ευρώ, τα έσοδα περιορίζονται στα 48.000 ευρώ. Περισσότερο προϊόν, λιγότερες εισπράξεις, πριν εξεταστεί αν αυξήθηκε και η δαπάνη συγκομιδής. Οι τιμές αυτές είναι παραδοχές υπολογισμού, όχι αναφορά στις σημερινές τιμές αγοράς.

Υπάρχει και η πλευρά του καταναλωτή. Μια χαμηλότερη τιμή αγοράς μπορεί να ανακουφίζει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, εφόσον η μείωση φτάνει πράγματι στη λιανική. Η οικονομική συζήτηση δεν μπορεί να παραβλέπει αυτή την ανάγκη. Ο στόχος είναι μια αλυσίδα που επιτρέπει στον παραγωγό να συνεχίζει να καλλιεργεί και στον καταναλωτή να αγοράζει το προϊόν, με αποδοτικότητα και πραγματικό ανταγωνισμό. Η συμπίεση της αμοιβής της παραγωγής δεν αποτελεί διαρκή λύση για την προσιτή διατροφή, όπως και μια υψηλή τελική τιμή δεν αποδεικνύει ότι ο καλλιεργητής ευημερεί.

Επομένως, οι πανηγυρισμοί για τις ποσότητες χρειάζονται έναν δεύτερο λογαριασμό. Όποιος μετρά μόνο τόνους μπορεί να περιγράφει μια καλή παραγωγική χρονιά και ταυτόχρονα να προσπερνά μια δύσκολη οικονομική χρονιά για τον παραγωγό.

ΤΟ ΕΝΑ ΕΥΡΩ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ
Σε κάθε 10.000 τόνους ελαιολάδου που πωλούνται, διαφορά ενός ευρώ ανά κιλό σημαίνει διαφορά 10 εκατομμυρίων ευρώ στα ακαθάριστα έσοδα, με ίδια ποσότητα. Η πράξη δείχνει την ευαισθησία του εισοδήματος στην τιμή. Δεν αποτελεί εκτίμηση της φετινής μεσσηνιακής παραγωγής ούτε πρόβλεψη για τις συνολικές εισπράξεις της.

Δε σημαίνει, επίσης, ότι 10 εκατομμύρια ευρώ θα προστεθούν ή θα αφαιρεθούν αυτούσια από τα ταμεία των τοπικών καταστημάτων. Μεσολαβούν κόστος, υποχρεώσεις, αποταμίευση και αγορές εκτός περιοχής. Η χρονική στιγμή της πώλησης επηρεάζει τη ρευστότητα: προϊόν στην αποθήκη μπορεί να έχει αξία, αλλά δεν εξοφλεί από μόνο του έναν λογαριασμό. Η αναμονή καλύτερης τιμής προϋποθέτει δυνατότητα αναμονής.

Εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική ανισότητα μεταξύ παραγωγών. Εκείνος που πρέπει να καλύψει άμεσα έξοδα δεν έχει την ίδια εμπορική ευχέρεια με εκείνον που διαθέτει αποθέματα ρευστότητας. Η συζήτηση για την τιμή χρειάζεται, συνεπώς, να περιλαμβάνει τους όρους πληρωμής και τις πραγματικές δυνατότητες διάθεσης.

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
Όταν ένα αγροτικό νοικοκυριό αποκτά μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα, μπορεί να επισπεύσει μια αγορά, να πληρώσει έναν επαγγελματία ή να προχωρήσει σε μια μικρή επένδυση. Ο επόμενος αποδέκτης μπορεί με τη σειρά του να δαπανήσει μέρος της είσπραξης. Αυτός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου μια αρχική μεταβολή εισοδήματος μεταδίδεται στην οικονομία.

Χωρίς ειδικά τοπικά δεδομένα, όμως, δε δικαιολογείται να επινοήσουμε έναν πολλαπλασιαστή και να παρουσιάσουμε εντυπωσιακά συνολικά ποσά. Ούτε κάθε ευρώ κόστους του παραγωγού χάνεται για τη Μεσσηνία: ένα μέρος μπορεί να αποτελεί αμοιβή τοπικού εργαζομένου ή επιχείρησης. Άλλο το καθαρό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης και άλλο η συνολική τοπική επίδραση. Η διάκριση είναι απαραίτητη για να μη μετράμε τα ίδια χρήματα δύο φορές.

ΚΑΙ Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
«Μήπως η διέξοδος είναι ο τουρισμός και οι υπηρεσίες; Οι ελιές… ξεραίνονται» θα αναρωτηθεί εύλογα και θα διαπιστώσει λανθασμένα ο αναγνώστης. Ασφαλώς, η οικονομία της Μεσσηνίας δεν εξαντλείται στο ελαιόλαδο. Όμως, οι πηγές εισοδήματός της συνδέονται: το κατάστημα, ο τεχνίτης και ο επαγγελματίας χρειάζονται και την αγοραστική δύναμη του μόνιμου κατοίκου, πέρα από τη δαπάνη του επισκέπτη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κοινό για τον τουρισμό και την αγροτική παραγωγή: πόσο από τον τζίρο μετατρέπεται σε εισόδημα που μένει και κυκλοφορεί στον τόπο; Οι περισσότερες αφίξεις, όπως και οι περισσότεροι τόνοι λαδιού, δεν αρκούν από μόνες τους για να απαντήσουν.

Η ΑΞΙΑ ΔΕ ΣΤΑΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η ποιότητα αποτελεί προϋπόθεση για καλύτερη εμπορική θέση, όχι αυτόματη εγγύηση υψηλότερης αμοιβής. Χρειάζεται να αναγνωρίζεται από τον αγοραστή, να τεκμηριώνεται και να φτάνει σε αγορά που είναι διατεθειμένη να την πληρώσει. Η τυποποίηση, η σταθερότητα των χαρακτηριστικών, η ιχνηλασιμότητα και η εμπορική οργάνωση μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια.

Η διαφορά ανάμεσα στην τιμή του παραγωγού και στην τιμή του ραφιού δεν είναι ολόκληρη καθαρό κέρδος κάποιου άλλου. Περιλαμβάνει συσκευασία, μεταφορές, αποθήκευση, διανομή, εμπορικό κόστος και φόρους. Ούτε κάθε φιάλη δημιουργεί υποχρεωτικά μεγαλύτερο καθαρό όφελος από μια συμφέρουσα οργανωμένη πώληση χύμα. Η ουσιαστική σύγκριση γίνεται μετά τα έξοδα και με βάση το ποιος αναλαμβάνει τον εμπορικό κίνδυνο.

Το ζητούμενο για τη Μεσσηνία είναι να διεκδικεί περισσότερα βιώσιμα στάδια αυτής της δραστηριότητας, με θέσεις εργασίας και επιχειρηματικό αποτέλεσμα στον τόπο. Η καλή ετικέτα βοηθά. Δεν υποκαθιστά ένα λειτουργικό δίκτυο πωλήσεων.

ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΙΜΗ ΔΟΥΛΕΙΑ
Μια σοβαρή τοπική στρατηγική θα έπρεπε να αρχίζει από συγκρίσιμη ενημέρωση για πραγματικές συναλλαγές: ποιότητα, ποσότητα, χρόνο και όρους πληρωμής. 

Μαζί χρειάζεται αξιόπιστη παρακολούθηση του κόστους, με επιχειρηματικές αλλά και πολιτικές κλαδικές παρεμβάσεις. Χωρίς αυτά, η συζήτηση κινδυνεύει να περιστρέφεται γύρω από μεμονωμένες τιμές, προσδοκίες και εντυπώσεις και φιλαγροτικούς… όρκους κάθε τέσσερα χρόνια.

Η συλλογική οργάνωση έχει νόημα όταν μειώνει τεκμηριωμένα έξοδα, εξασφαλίζει καλύτερη αποθήκευση και ενισχύει τη διαπραγμάτευση με διαφάνεια προς τα μέλη. 

Η σύνδεση με ξενοδοχεία και εστίαση αποκτά περιεχόμενο όταν γίνεται σταθερή προμήθεια και αμειβόμενη συνεργασία. Μια φωτογραφία με τοπικά προϊόντα δεν είναι από μόνη της οικονομική πολιτική.

Αντίστοιχα, κάθε δημόσια παρέμβαση οφείλει να αξιολογείται από το αποτέλεσμα: βελτίωσε την παραγωγικότητα; περιόρισε απώλειες; διεύρυνε τις πωλήσεις; άφησε βιώσιμο εισόδημα; Η επιτυχία δεν εξαντλείται στο ύψος ενός προϋπολογισμού ή στην ανακοίνωση μιας δράσης.

Η Μεσσηνία χρειάζεται τον τουρισμό της, τις υπηρεσίες της και την παραγωγική της γη να αποδίδουν περισσότερο για τους ανθρώπους της. 

Πριν, λοιπόν, μετρήσουμε πόσο λάδι έβγαλε, ας μετρήσουμε πόσο εισόδημα της άφησε. Εκεί θα φανεί αν η καλή σοδειά έγινε και καλή χρονιά.

Παναγιώτης Ξεροβάσιλας
Οικονομολόγος – Σύμβουλος επενδύσεων και επιχειρήσεων

Απόλαυση
Απόλαυση

Τα πιο σχετικά.