Ένας «ανώνυμος» δρομέας, έφυγε…


Τον λέγανε Δημήτρη Π., τον γνώριζαν οι γνωστοί του, οι φίλοι του, οι συνεργάτες του στη δουλειά, τίποτε σπουδαίο δηλαδή, καμιά εκατοστή άνθρωποι, άντε διακόσιοι.

Ήταν από τους ανθρώπους, που αποφασίζουν κάποια στιγμή, εκεί γύρω στα 40 να πάνε στο κοντινό τους γήπεδο, και να αρχίσουν να περπατάνε.

Βέβαια δεν σταμάτησε εκεί, το ξέρουμε δα όλοι, πως όποιος βάζει τα αθλητικά παπούτσια, και μπλέκει με άλλους δρομείς εκεί που περπατάει, στο τέλος καταλήγει να τρέχει …Μαραθώνιο.

Και ο Δημήτρης «έμπλεξε» με τους Μεσσήνιους δρομείς, και έφτασε μέσα σε τέσσερα χρόνια, να τρέχει μαραθώνιους, ημιμαραθώνιους, και πολλούς άλλους αγώνες.

Δεν ήταν δρομέας σε κάποιον μεγάλο Σύλλογο, δεν είχε personal trainer, δεν ακολουθούσε προπονητικά προγράμματα, βασική προπόνηση του ήταν η δουλειά στην οικοδομή, και σαν ξεκούραση είχε το απογευματινό τρέξιμο.

Μπορεί να μην τον ήξεραν πολλοί στο δρομικό κίνημα, όσοι όμως τον ήξεραν, γνώριζαν ότι, δεν ήταν χωρίς λόγο μεγαλόσωμος.

Είχε τόσο μεγάλη καρδιά, που δεν θα μπορούσε να χωρέσει σε μικρότερο σώμα.

Όταν ερχόταν για τον Μαραθώνιο της Αθήνας, με πέντε-έξι φίλους από την Καλαμάτα, τάραζε τις μακαρονάδες στην EXPO, κατέβαινε τις πέντε ώρες την άλλη μέρα στον Μαραθώνιο, και το πρωί της Δευτέρας, ξανά σοβάδες στην οικοδομή.

Απλή καθημερινή ζωή ενός ανώνυμου δρομέα, ενός από τους χιλιάδες μικρούς ήρωες της δρομικής μας καθημερινότητας, που κανένας δεν θα γνωρίσει ποτέ, που κανένας δεν θα ενδιαφερθεί αν έχουν, αν δεν έχουν, αν μπορούν, αν δεν μπορούν, αν πονάνε, αν δεν πονάνε, αν κλαίνε ή αν γελάνε.

Το πολύ-πολύ, κάποιοι, να δούνε το όνομα σε κάποια κατάσταση τερματισμού, κάποιου Μαραθώνιου, και να πουν ελαφρά ειρωνικά, «μπα τρέχει και ο Νίκος, ο Κώστας, ο Δημήτρης;»

Ο Δημήτρης Π. είχε ένα ραντεβού με τη μηχανή, σε μια διασταύρωση της Καλαμάτας, που στα 45 του χρόνια ήταν από τη μοίρα γραφτό να πάει, και πήγε.

Έφταιγε δεν έφταιγε , καμιά σημασία, το ραντεβού προδιαγεγραμμένο, και αυτός που το έκλεισε δεν υπολόγισε ότι έχει πολλούς Μαραθώνιους ακόμα ο Δημήτρης μπροστά του, ούτε ότι τέτοιες καλές και αγνές καρδιές, χρειάζονται στην κοινωνία μας, κι έτσι η πιθανότητα του Δημήτρη να ξεφύγει από το ραντεβού, μηδενική.

Και δεν ξέφυγε, ήταν εκεί, δυστυχώς.

Και μετά, στην εντατική του νοσοκομείου Καλαμάτας.

Και μετά, …πουθενά.

Ποιος ήταν ο Δημήτρης, ένας άγνωστος σοβατζής από τη Καλαμάτα, ένας ανώνυμος δρομέας, που δεν ανήκε ούτε σε ένα σύλλογο της προκοπής της Αθήνας, μπας και βρεθεί στα μέλη του, κάποιο πολιτικό μέσον, και τον πάνε σε ΜΕΘ στην Αθήνα.

Τίποτε, όπως εντελώς ανώνυμα αντιμετώπιζε μόνος του τους Μαραθώνιους, το ίδιο εντελώς ανώνυμα, αντιμετώπισε και το ραντεβού του με την τύχη του.

Άντεξε ένα μήνα, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες του προσωπικού της ΜΕΘ, του νοσοκομείου Καλαμάτας, όμως και το νοσοκομείο, όπως και ο Δημήτρης, είναι «περιφερειακή δύναμη», δεν είναι ελίτ, όπως και ο Δημήτρης έτσι και το νοσοκομείο, είναι «ανώνυμοι δρομείς» του πεντάωρου Μαραθώνιου, τερματίζουν την ώρα που τερματίζει το τσούρμο των ανώνυμων, η μάζα, οι άγνωστοι, που «εκτός από τη μάνα τους, κανείς δεν τους θυμάται».

Θυμούνται όμως ο ένας τον άλλον, και όλο αυτό τον μήνα στην εντατική, ο Δημήτρης, η Γιάννα, ο Σωτήρης, ο Μπάμπης, ο Τάσος, ο Παναγιώτης, ανώνυμοι δρομείς κι αυτοί, αγωνιούσαν κάθε μεσημέρι, ελπίζοντας ότι θα ακυρωθεί το ραντεβού, και το καλό νέο θα ακουστεί από το στόμα της Αγγελικής, που έκανε τα πάντα για να μπορέσει να ανατρέψει την κατάσταση, παραπάνω από το κατά συνθήκη καθήκον που της επέβαλε η θέση της.

Και όλοι μαζί, δάκρυσαν σήμερα το πρωί, που το καλό νέο, δεν ήρθε.

Δεν τον ήξερα πολύ τον Δημήτρη, μια δυο φορές είχαμε βρεθεί, έβλεπες όμως στα μάτια του τη γλυκιά καλοσύνη ενός σεμνού αγαθού γίγαντα.

Όταν τον έβλεπες και του μιλούσες, σου ήταν αδύνατον να φανταστείς τον Δημήτρη, να κάνει κακό σε κάποιον.

Το κακό με οποιαδήποτε έννοια, και σε οποιαδήποτε μορφή του, ήταν εντελώς ασύμβατο με το Δημήτρη.

Ο ανώνυμος ερασιτέχνης δρομέας Δημήτρης Π., έφυγε σήμερα το πρωί στα 45 του χρόνια, για τις γειτονιές του ουρανού.

Σε δέκα μέρες, κανένας δεν θα τον θυμάται, εκτός από τους δικούς του, ένα δυο φίλους του, και τους πίνακες αποτελεσμάτων των Μαραθωνίων, και των άλλων αγώνων που έτρεξε.

Γιατί ο Δημήτρης ήταν ΔΡΟΜΕΑΣ ζωής, αυθεντικός, γνήσιος ,καλοκάγαθος, σεμνός, γεμάτος αγάπη και καλοσύνη, χωρίς κακίες, και ανταγωνιστικό πνεύμα,

ήταν αυτό που λέμε, ΑΛΗΘΙΝΟΣ, ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Και αυτούς τους ανθρώπους η κοινωνία μας, φροντίζει να τους ξεχνά γρήγορα, γιατί μοιάζουν με ηθική συνείδηση, την ενοχλούν, χαλάνε την πιάτσα του συμφέροντος, του ατομισμού, της κακίας της διαβολής, της ιδιοτέλειας, του καιροσκοπισμού.

Δεν χρειάζεσαι ευχές για παράδεισο Δημήτρη,

παράδεισος ήταν η καλή ψυχή σου, και αυτή δεν πεθαίνει…

(Στη μνήμη Πέτρουλα Δημήτρη, 36 Μαραθώνιος Αθήνας 05.06.18).

Του Ηρακλή Α. Σωτηράκη


Πηγή: http://runningnews.gr/