Εγκρίθηκε η παραχώρηση του αιγιαλού στον… τουρισμό


Η πανδημία και οι οικονομικές συνέπειες έκαναν στην άκρη τις διαμαρτυρίες…

Οι τροποποιήσεις στη νομοθεσία περί αιγιαλού ελάχιστα απασχόλησαν την κοινοβουλευτική διαδικασία, με το σχέδιο νόμου να συζητείται χθες στην Ολομέλεια  της Βουλής και να τίθεται επίσης σε μια μόνο συνεδρίαση προς ψήφιση.

Ύστερα από διαδοχικές προσπάθειες, λοιπόν, που τα προηγούμενα χρόνια έπεσαν στο κενό, τελικώς εγκρίθηκε από τη Βουλή ο περιορισμός της κοινοχρησίας των παραλιών, με την επέκταση του ανώτατου ορίου μίσθωσης μιας παραλίας από 40% σε 50%, έως και 100% σε περίπτωση ξενοδοχείων πάνω στον αιγιαλό.

Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Γ. Λιάλιου στην “Καθημερινή”, καθώς το  κύριο θέμα του νόμου του υπουργείου Τουρισμού είναι ο καταδυτικός τουρισμός, το ζήτημα του αιγιαλού ελάχιστα απασχόλησε τόσο τη διαδικασία ακρόασης φορέων όσο και τη συζήτηση στη Βουλή.

Οι μόνες φωνές στην ακρόαση φορέων κατά των επίμαχων διατάξεων ήταν εκείνες του Συλλόγου Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) και της περιβαλλοντικής οργάνωσης WWF Ελλάς.

Όπως ανέφερε η πρόεδρος του ΣΕΠΟΧ, Σοφία Αυγερινού- Κολώνια, η αύξηση του ανώτατου ορίου μίσθωσης μιας παραλίας είναι προβληματική. «Θεωρούμε ότι διακυβεύεται ο δημόσιος χαρακτήρας του αιγιαλού και της παραλίας. Προβληματική και αθέμιτη κρίνεται επίσης η εξαίρεση από τον περιορισμό του εμβαδού των πεντακοσίων μέτρων κάθε παραχώρησης της απλής χρήσης του αιγιαλού παραλίας, όχθης ή παρόχθιας όχθης για τις παραχωρήσεις όμορου κοινόχρηστου χώρου σε ξενοδοχεία και σύνθετα τουριστικά καταλύματα», ανέφερε.

Τον προβληματισμό της εξέφρασε και η Θεοδότα Νάντσου, υπεύθυνη πολιτικής του WWF Ελλάς. «Και πάλι αυτό το νομοσχέδιο, όπως και πολλά προηγουμένως τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζει όχι ως ζήτημα ζωής και θανάτου την προστασία της παράκτιας ζώνης -ειδικά τώρα σε καιρούς κλιματικής κρίσης-, αλλά ως πόρο προς εκμετάλλευση. Σχεδόν θα είναι υπό διωγμό ο πολίτης που δε θα είναι πελάτης κάποιου τέτοιου τουριστικού καταλύματος, κάποιας τέτοιας επιχείρησης. Πρέπει να εξασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση».

Αντίθετα ο Νικόλαος Ζωητός, νομικός σύμβουλος του Συνδέσμου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ) υποστήριξε ότι περιορισμός στην εκμετάλλευση των παραλιών από τις όμορες επιχειρήσεις δεν υπήρχε. «Με το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε μέχρι σήμερα, δεν υπήρχε ο περιορισμός της επιφάνειας ούτε των 200 τ.μ. τότε, 500 τ.μ. τώρα, που σωστά έχουν τεθεί, ούτε ο καθορισμός του χώρου του αιγιαλού που πρέπει να μένει ελεύθερος».

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο εισηγητής του νομοσχεδίου, βουλευτής Μαγνησίας Χρήστος Μπουκώρος, δεν αιτιολόγησε καθόλου τις επίμαχες διατάξεις, παρά μόνο εξέφρασε την απορία του για την κριτική που δέχθηκαν από την αντιπολίτευση, με μια… διαφορετική ερμηνεία. «Λέτε ότι φέτος κάνουμε υπερεκμετάλλευση παραλιών, επειδή δίνουμε διπλάσιο χώρο, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ξαπλώστρες – να μιλήσουμε απλά και λαϊκά – θα είναι σε διπλάσια απόσταση μεταξύ τους. Την ίδια στιγμή μάς λέτε ότι θα κλείσουν όλα τα ξενοδοχεία και θα μείνουν 400.000 εργαζόμενοι στον τουρισμό άνεργοι. Ποιοι θα ξαπλώσουν τότε στις τόσο πολλές ξαπλώστρες που μας κατηγορείτε ότι δίνουμε;».

Όσον αφορά στις πολεοδομικές ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου (κυρίως για τις Περιοχές Οργανωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης-ΠΟΤΑ), υπήρξαν αρκετές επισημάνσεις για τις ενδεχόμενες συνέπειές τους. «Οι ΠΟΤΑ έχουν θεσμοθετηθεί, εγκριθεί και χρηματοδοτηθεί ως μεγάλης κλίμακας οργανωμένες τουριστικές παρεμβάσεις» ανέφερε η πρόεδρος του ΣΕΠΟΧ. 

«Η πρόβλεψη της δυνατότητας να αποσπώνται τμήματα ή τμημάτων ήδη χαρακτηρισμένης και εγκεκριμένης ΠΟΤΑ θεωρούμε ότι συνιστά εκ των υστέρων κατάτμηση μιας οριοθετημένης περιοχής, η οποία ακυρώνει το σχεδιασμό και συνακόλουθα ακυρώνει και αλλοιώνει τον προορισμό τους με βάση τον οποίο εγκρίθηκαν». Επισήμανε, επίσης, ότι η πρόβλεψη για περιφερειακή ζώνη γύρω από τις ΠΟΤΑ με ειδικούς όρους δόμησης θα πρέπει να υλοποιηθεί εντός των ΠΟΤΑ.

Όσον αφορά στο περιβαλλοντικό σκέλος του καταδυτικού τουρισμού, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η τοποθέτηση της Μαρίας Σαλωμίδη, ερευνήτριας του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ). 

Επισήμανε ότι ο καταδυτικός τουρισμός δεν είναι πάντα φιλικός προς το περιβάλλον: «Έχουμε, για παράδειγμα, πολλές σημαντικές επιπτώσεις από ανεύθυνες καταδυτικές πρακτικές, όπου δύτες παρενοχλούν ευαίσθητα είδη,  οικοσυστήματα, μπορεί να είναι φώκιες, μπορεί να είναι κοράλλια, μπορεί να είναι κάποια είδη που βρίσκονται σε μια κρίσιμη φάση, στη φάση αναπαραγωγής τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές του εξωτερικού, όπως τα νησιά Μέντες, που κατά κόρον προβάλλονται από τους υπέρμαχους τέτοιων γενικά αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, έχουν περιορίσει τον αριθμό δυτών που επιτρέπουν να καταδύεται κάθε ημέρα σ’ αυτά για να προστατέψουν το περιβάλλον», ανέφερε.

Όσο για την πόντιση αντικειμένων για τη δημιουργία «στοιχείων ενδιαφέροντος», επισήμανε ότι ενέχει σημαντικούς κινδύνους, καθώς επιτρέπεται να την κάνει ο καθένας «χωρίς να εξασφαλίζεται η γνωμοδότηση κανενός εξειδικευμένου δημόσιου φορέα, χωρίς καμία δέσμευση για την καταγραφή της πρότερης κατάστασης του οικοσυστήματος και, κατά συνέπεια, χωρίς καμία ουσιαστική διασφάλιση της τήρησης της περιβαλλοντικής προστασίας».