Αρχείο «Θάρρους»: Η πρώτη θανατική εκτέλεσις εν Καλάμαις εν έτει 1830


Ήταν σεληνοφώτιστη γλυκειά βραδυά του Ιουλίου του 1825 που στο λιμάνι της Σύρας ο καπετάν Θεοδωρής Λογοθέτης, πολυπαθεμένος ναυτικός, μαθημένος από φουρτούνες και θάλασσες, έδινε συμβουλές στους ναύτες του να ετοιμάζουν γρήγορα το καράβι γιατί άρχιζε να φρεσκάρει ο καιρός.

Δεν ήταν πολλή ώρα πούχε φύγη από το «Ιόνιον», έτσι λεγόταν το καράβι του καπετάν Θεοδωρή του Τσιριγότου, ο παπά Γιώργης, όπου διάβασε αγιασμό και ευχήθηκε στο καπετάνιο και στα ναυτόπουλα «καλό ταξείδι, ο άγιος Νικόλας βοήθειά τους».

Οι ναύτες, αφού ετοιμάσθηκαν απ’ έξω με τρόφιμα και μ’ άλλα χρειαζούμενα για το ταξείδι τους, κάθησαν να φάνε όλοι μαζί για να ’ναι ελεύθεροι ύστερα να ετοιμάσουν το καράβι, γιατί τα μεσάνυχτα θ’ αμολούσαν.

Όλα σε λίγο τάχαν ετοιμασμένα. Μια οικογένεια έλειπε μονάχα που θα ’μπαινε στο καράβι ν’ αρχόταν στη Μεθώνη. Σε λίγη ώρα ακούν να τους φωνάζουν από την παραλία να ζυγώσουν το καράβι να πάρουν την οικογένεια μέσα, που είχε πάει τότε εκεί. Οι ναύτες αμέσως μπάζουν πρώτα τα πράγματα κι ύστερα την οικογένεια αυτή του πλουσίου Δημητρίου Μαλλιώτα, τη γυναίκα του δηλαδή Ραλλού, το παιδί του Μιχαλάκη και τον υπηρέτην του Λασκαράκη.

-Ετοιμασθήτε, παιδιά, φωνάζει σε λίγο με την άγρια φωνή του ο καπετάν Θεοδωρής, να φύγουμε. Ο καιρός μάς σιγοντάρει…

Οι ναύτες, καθένας στη δουλειά του αμέσως. Ύστερα από λίγο ο Μαλλιώτας αποχαιρετούσε την οικογένειά του. Φίλησε τον Μιχαλάκη του κι έδωσε συμβουλές στη γυναίκα του, ευχήθηκε στο καράβι καλό ταξείδι και γύρισε στη δουλειά του με μια ευχή από μέσα από την καρδιά του στο Θεό να φθάση με το καλό η οικογένειά του.

***

Το καράβι είχε ετοιμασθή τώρα. Λύνουν τα πανιά οι ναύτες και καθένας πάει στη θέση του. Κάνουν το σταυρό τους στον Άγιο Νικόλα και αμολάνε το καράβι.

Ήταν μεσάνυχτα κι ο ουρανός φωτούσε ολόλαμπρος. Το καράβι με το αεράκι που δυνάμωνε σιγά σιγά πετούσε στα νερά της θάλασσας. Μιλιά δεν ακουγόταν μέσα στο καράβι. Καθένας στη θέση του κύτταζε τη δουλειά του. Ο καπετάνιος στην τακτική του θέση κοιμόταν. Η οικογένεια κι αυτή σε μια άκρη ησύχαζε. Από μακρυά έρχονταν φωνές από τα τριγύρω νησάκια και φώτα δώθε κείθε από κανένα σπίτι που φανέρωναν πως κατοικούσαν άνθρωποι στα μέρη εκείνα.

Την άλλη μέρα το βράδυ το καράβι με το σιγουντάρισμα αυτό του καιρού είχε φθάση από έξω από τις Κάβο – Κολόνες και τραβούσε το δρόμο του, γιατί δεν είχε να σταματήση πουθενά.

***

Στο ταξείδι μέρα και νύχτα όλοι μέσα στο καράβι περνούσαν σαν μια οικογένεια.

Ο καπετάν Θεοδωρής διηγόταν τα κατορθώματά του και τις μεγάλες φουρτούνες πούχε τραβήξη στο βιός του.

-Αληθινό ντελφίνι εγώ, έλεγε, της θάλασσας. Δεν τη φοβάμαι.

Και γελούσαν όλοι με αυτά και με άλλες ιστορίες του καπετάν Θεοδωρή.

Και η κυρά Ραλλού δε, δεν πήγαινε πίσω με τα αστεία και τα παραμύθια που έλεγε.

Λίγο απόμακρα τον περισσότερο καιρό καθόταν ο σύντροφος του καπετάν Θεοδωρή, παλιός ναύτης του καραβιού, ο Δημήτριος Κασιμάκος. Ένας νέος έως τριανταπέντε χρόνων με άγρια όψη, που άμα τον κύτταζε κανένας θα τον φοβόταν αληθινά.

Κανείς όμως δεν είχε δώσει προσοχή στο φέρσιμο αυτό του Δημάκη (έτσι τον έλεγαν μέσα στο καράβι). Αυτός έτσι απόμακρα καθισμένος είχε μανία να παίζη με το «Θεριό», ένα πιστό θεριακωμένο σκυλί της κυρά – Ραλλούς, που τώχε πάρη μαζί της. Αυτό όμως δεν δεχόταν, εζητούσε να τον αποφεύγη.

***

Δεν είχαν κάνη παρά τριών μερών ταξείδι που είχαν φθάση απ’ έξω από τον κάβο – Μαληά. Είχαν απόφαση ν’ αράξουν στα Βάτικα για μια – δύο μέρες να πάρουν κάποιο φορτίο και ν’ αρχίσουν πάλι το ταξείδι τους.

Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα την νυχτιά εκείνη και ο καπετάν Θεοδωρής με το σύντροφό του Δημάκη καθόταν σε μια άκρη του καραβιού και σιγοκουβέντιαζαν. Μέσα στο καράβι δεν ακουγόταν μιλιά. Η κυρά Ραλλού κοιμόταν με τον Μιχαλάκη της και ο υπηρέτης παρέκει ήτο ξαπλωμένος κι είχε κοντά του το πιστό σκυλί.

Η κυρά – Ραλλού ήσυχα και ξένοιαστα που κοιμόταν έβλεπε στο όνειρό της το σπίτι της που θα πήγαινε και ήταν όλοι χαρούμενοι, αγκαλιάζοντας σφιχτά τον αγαπημένο της Μιχαλάκη.

Στο μυαλό του Δημάκη είχε καρφωθή μια ιδέα και τον βασάνιζε από αρκετές μέρες. Την νυχτιά εκείνη την είχε πη και στον καπετάν Θεοδωρή. Ο καπετάνιος δεν άργησε να την παραδεχθή. Λογάριαζαν λοιπόν τότε να σκοτώσουν την κυρά – Ραλλού και να πάρουν τα χρήματα που είχε μαζί της και τα άλλα πράγματα. Το εσκέπτοντο και δεν απεφάσιζαν. Το βρήκαν έτσι και το ξαναβρήκαν αλλοιώτικα! Την νυχτιά όμως εκείνη έπρεπε ν’ αποφασίσουν γιατί ζύγωναν στη στεριά.

-Θα το κάμουμε, καπετάν Θεοδωρή, λέει στα στερνά ο Δημάκης. Δεν έχουμε να φοβηθούμε κανέναν… Ποιος θα μας δη… Τους ναύτες τους βάνουμε μερδικό…

Κι αποφασίζουν να το κάμουν. Και έτσι πρωτού αράξουν στα Βάτικα, να σφάξουν την κυρά – Ραλλού και τους άλλους. Και σε λίγο σώπασαν και μοναχός του καθένας σκεπτόταν το πράγμα…

Το φεγγάρι ήταν στη δύση του. Τη στιγμή εκείνη – ξημερώματα πια – ξεπετάγεται με μια φωνή τρομαχτική η κυρά Ραλλού:

-Α, τον Μιχαλάκη μου τον πήρε η θάλασσα… Καπετάνιε… Προτού πάει κοντά να δη ο καπετάν Θεοδωρής, η κυρά Ραλλού είχε συνέλθη κι είχε πάρη κοντά στην αγκαλιά της τον Μιχαλάκη και τον φιλούσε ταραγμένη για ό,τι έβλεπε.

Ονειριαζόταν η δυστυχισμένη…

***

Το καράβι εζύγωνε τώρα στη στεριά. Ο καπετάνιος κι ο Δημάκης βρήκαν ότι δεν έπρεπε να παν κατευθείαν στα Βάτικα. Δίνουν λοιπόν δρόμο στο καράβι στ’ ανοιχτά και βράδυ – βράδυ μόλις άρχιζε να νυχτώνη, τούδωσαν για τα Βάτικα.

Ο καπετάνιος τότε κάλεσε τους ναύτες και με τρόπο τους είπε την απόφαση πώχαν. Οι ναύτες στην αρχή τρόμαξαν. Όταν όμως άκουσαν ότι θα ’παιρνε ο καθένας του μεγάλο μερδικό, δεν έφεραν αντίρρηση. Εξ άλλου δεν ήξεραν ότι το πράγμα ήτο αποφασισμένο και θα γινόταν όπως κι όπως.

Την ώρα εκείνη η κυρά Ραλλού στην τακτική θέση της με τον Μιχαλάκη στην αγκαλιά κοιμόταν με γλυκό όνειρο, πότε το γρηγορότερο να ’φθανε στη Μεθώνη να δη το σπίτι της και τους δικούς της και να ησυχάση πιά.

Μόλις όμως άρχισε να νυχτώνη, το «Θεριό» αρχίνησε να ουρλιάζεται φοβερά. Έτρεχε δώθε κείθε, πάνω – κάτω μες το καράβι. Πήγαινε στην κυρά Ραλλού, της έγλειφε τα χέρια, στον Μιχαλάκη τα ίδια και πάλι έτρεχε. Όλοι μέσα στο καράβι είχαν στενοχωρηθή πολύ. Το σκυλί όμως δεν νοούσε να ησυχάση. Όλο και περισσότερο ουρλιαζόταν. Φοβήθηκαν να μη πάθη τίποτε και τώδεσαν και το χτυπούσαν. Από το χτύπημα το πολύ έπαψε. Σιγά σιγά όμως μ’ ένα κλαφτερό ούρλιασμα ξαναρχινούσε. Ένας ναύτης τότε μ’ ένα χονδρό ξύλο, άμα έκανε πως αρχίναγε, το σκότωνε το κακόμοιρο.

***

Θα εκόντευε μεσάνυχτα που το καράβι με γλυκό καιρό σίμωνε στην Ελαφόνησο. Το φεγγάρι ολόγιωμο εφωτούσε και καθρεφτιζόταν στα ήσυχα νερά. Γύρω βασίλευε ησυχία. Μοναχά τα κουπιά του καραβιού αργά αργά έκαναν ελαφρό κρότο. Η κυρά Ραλλού φαινόταν ήσυχη πως κοιμόταν αλλά ποιος ξεύρει τι κακά και τρομερά όνειρα τάραζαν τον ύπνον της…

***

Ο καπετάνιος και οι ναύτες έτοιμοι τώρα να εκτελέσουνε το κακούργημά τους. Δεν αργούν. Σιγά σιγά πάνε στη θέση που κοιμώταν η κυρά Ραλλού. Ξαπλωμένη με ξεπλεγμένα λίγο τα μαλλιά, με το πρόσωπο κυττάζοντας στον ουρανό και τον Μιχαλάκη της στην δεξιά αγκαλιά της, αλαφρά αλαφρά ανάσαινε και συχνά ταραζόταν κι έσφιγγε στην αγκαλιά της το παιδάκι της…

Το ωραίο πρόσωπό της φωτιζόταν από του φεγγαριού την λάμψη και νόμιζε κανείς πως θείο φως έπεφτε στο αγγελικό πρόσωπό της και το στεφάνωνε.

Ο Δημάκης μ’ ένα άλλον ναύτη που ωρίστηκαν με μια μεγάλη μαχαίρα του καραβιού να σφάξουν την γυναίκα εκείνη στάθηκαν και την κύτταζαν. Αμέσως δείλιασαν, τους έπιασε τρόμος και οπισθοχώρησαν.

-Μπρος φωνάζει ο καπετάν Θεοδωρής. Θάρρος…

Ο Δημάκης αμέσως χωρίς να χάση καιρό με δύναμη βυθίζει το μαχαίρι εκείνο στην καρδιά της κυρά – Ραλλούς.

Ένας βαθύς αναστεναγμός που έκανε την καρδιά να ραϊστή ακούγεται. Το αίμα με ορμή ξεχύνεται στο πρόσωπο του μικρού Μιχαλάκη, ο οποίος ξύπνησε κι άρχισε να κλαίη και να φωνάζη σπαρακτικά.

Το φεγγάρι με μιας χάνεται…

Σκοτείνιασε…

Σε λίγο σφάζονται και οι άλλοι και τα πτώματά τους ρίχνονται στη θάλασσα.

Κυττάν για το «Θεριό» ύστερα, πουθενά…

Ένας ναύτης το αντιλαμβάνεται μόλις ν’ ανασαίνη στη θάλασσα. Δεν ήθελε ν’ αποχωριστή από τους άλλους, το κακόμοιρο. Προτίμησε τον ίδιο τάφο…

***

Πέρασε πολύς καιρός από τότε και το φοβερό αυτό έγκλημα ανακαλύφθηκε. Όταν ήρθε ο κυβερνήτης, τους κατεδίωκαν τους κακούργους αυτούς. Αυτοί χωρίστηκαν, ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια από το έγκλημα επιάστη ο Δημάκης Κασιμάκος στην Καλαμάτα, ο κυβερνήτης αμέσως διέταξε να γίνη η δίκη του κακούργου αυτού. Ορίστηκε δε την 4η Νοέμβρη του χρόνου εκείνου.

Στο Πρωτόκλητο Δικαστήριο λοιπόν, το οποίον έγινε αμέσως, της Κάτω Μεσσηνίας – καθώς ονομάστηκε – οδηγούν το Δημάκη Κασιμάκο ν’ απολογηθή για το έγκλημά του.

Η δίκη εξακολούθησε αρκετές μέρες. Ο κόσμος από το πρωί ως το βράδυ περίμενε ν’ ακούση την απόφαση.

Τέλος βγαίνει η απόφασις, η α΄ δι’ έγκλημα απόφασις ένοχος φονοπειρατείας εις θάνατον.

Άμα άκουσε την απόφαση αυτή ο κόσμος εχάρηκε πραγματικώς.

Ο καταδικασθείς από το Δεσμωτήριον εις το οποίον αμέσως μεταφέρθηκε με αναφορά του ζήτησε χάρι από τον κυβερνήτη. Η κυβέρνησις όμως δεν την έλαβε καθόλου υπ’ όψιν της.

Αμέσως δε ειδοποίησε περί τούτου το Δικαστήριο. Και αφού απορρίφτηκε η αναφορά – κατά το νόμο – έπρεπε να γίνη η θανατική εκτέλεσις.

Ο πολιτικός αστυνόμος Καλαμάτας κι ο αρχηγός της πολιτικής φρουράς με τη δύναμή τους παίρνουν την 16ην Νοεμβρίου τον Κασιμάκο από το Δεσμωτήριον και τον οδηγούν στο Δικαστήριον.

Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου διαβάζει την έκθεση δια της οποίας φανερωνόταν ότι η αναφορά του καταδικασμένου απορρίφθηκε.

Ο πρόεδρος κατόπιν γύρισε στον Κασιμάκο, τούδωκε θάρρος και τον συμβούλευε να ζητήση χάρι και έλεος από τον Παντοδύναμο.

Αμέσως μετά τον πρόεδρον του Δικαστηρίου πλησιάζει τον καταδικασμένον ο διορισθείς ως πνευματικός παπα – Γεράσιμος και με το σταυρό στο χέρι τον συμβούλευσε και τον ωδήγησε για να σώση την ψυχή του.

Λίγο ύστερα από αυτά ο αρχηγός της πολιτικής φρουράς, ο πολ. αστυνόμος και ο παπα – Γεράσιμος μαζί με όλη τη δύναμή του πήραν τον Κασιμάκο να τον παν στο Ναό του Κυρίου να τον εξομολογήση για τελευταία φορά ο παπα- Γεράσιμος.

Σε λίγο αυτοί και πλήθος κόσμου φθάσαν στο ναό του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος τώρα είναι κατεστραμμένος από το σεισμό του 1843 και από την πολυκαιρία.

Οι στρατιώτες περικύκλωσαν γύρω την εκκλησία κι άλλοι σπάσαν τις πόρτες. Μέσα μπήκε μονάχα ο Κασιμάκος κι ο παπα – Γεράσιμος. Ο παπα – Γεράσιμος από το μεσημέρι – που ήταν η ώρα εκείνη – όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί ξεμολογούσε τον κατάδικο, τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε και τον βοηθούσε στην προσευχή του. Ο Κασιμάκος γονατισμένος μπρος στην εικόνα της Παναγίας με τα δάκρυα στα μάτια παρακαλούσε να του συχωρηθούν οι αμαρτίες του.

Άμα ξημέρωσε η άλλη μέρα – 17η Νοέμβρη 1830 – που έπρεπε να γίνη ο τουφεκισμός του, ο αστυνόμος και ο αρχηγός της φρουράς διατάσσονται από τον Διοικητή της Καλαμάτας και Νησίου να παραλάβουν τον Κασιμάκο και να τον μεταφέρουν στον τόπο που έπρεπε να γίνη η εκτέλεσις. Ο αστυνόμος τότε έβαλε να χτυπούν όλες τις καμπάνες της εκκλησίας λυπητερά.

Με την ίδια δύναμη τον παρέλαβαν και τον οδηγούσαν στον τόπο εκείνο στην Παληά Μητρόπολη ή Παληά Μνήματα καθώς ελέγονταν τότε. Ο παπάς και στο δρόμος που πήγαιναν εξακολουθούσε να τον συμβουλεύη, να τον παρηγορεί και να του δίνη θάρρος. Κόσμος, άνδρες, γυναίκες, παιδιά παρακολουθούσαν με ανησυχία. Όλη αυτή η συνοδεία πρώτα πέρασε μεσ’ από την αγορά κι ο κόσμος έτρεχε να δη τον κακούργο κείνον που τον πήγαιναν να τον τουφεκίσουν. Καθένας άφηνε τη δουλειά του κι έτρεχε στον τόπο εκείνον. Μια συγκίνηση και μια ευχαρίστηση κρατούσε όλους την ώρα εκείνη.

Ο Κασιμάκος ατάραχος, χωρίς να δείχνη ούτε την παραμικρή δειλία σε όλο το δρόμο, ήταν γελαστός και συμβούλευε όσους τον πλησίαζαν να κυττάν και να προσέχουν να μη πάθουν τα ίδια σαν αυτόν.

Σε λίγο η συνοδεία έφθασε στον τόπο εκείνον. Βάνουν τον κατάδικο και κάθεται στο μνήμα του που τώχαν σκαμμένο από πρωτύτερα.

Ο παπα – Γεράσιμος για τελευταία αφορά πλησιάζει τον Κασιμάκο και του δίνει τις στερνές παραγγελιές του. Ο κατάδικος τώρα συγκινημένος και τρέμων ακούει τα λόγια του παπά και τα μάτια του βουρκωμένα δεν ξεκολλούσαν από τον ουρανό. Τον αφήνει ο παπάς. Τον ζυγώνει ένας στρατιώτης και μ’ ένα μαντήλι τού δένει τα μάτια. Αμέσως ξεχωρίζουν από τη φρουρά τρεις στρατιώτες και πηγαίνουν και στέκονται με τα όπλα τους, καθώς ήταν γεμάτα, κοντά στον κατάδικο.

Σε μια διαταγή του αστυνόμου πυροβολούν στο κεφάλι τον Κασιμάκο και ο κατάδικος ξαπλώνεται με μια χάμου και λαχταρίζει…

Σε λίγο ήταν νεκρός…

Ο αστυνόμος με την φρουρά κι κόσμος γύρισε στην πόλη.

Ο παπάς κατόπιν τον έθαψε με την τάξη της Εκκλησίας.

ΣΤΡ. Ν. ΚΤΕΝΑΒΕΑΣ

«ΘΑΡΡΟΣ» 10 Νοεμβρίου 1935