«Θάρρος» 1934: Ο Σ. Νικολάου έγραψε για τη διανόηση της Καλαμάτας


Μια ματιά προς το παρελθόν. Μερικά χρόνια πίσω. Ιανουάριος του 1899. Ιανουάριος χωρίς αντικυκλώνες, κυκλώνες και ατμοσφαιρικάς πιέσεις, χωρίς πλατφόρμες ασφαλτοστρωμένες, χωρίς αρτεσιανά φρέατα.

Ηλεκτρικό φως – άγνωστος εφεύρεσις για τους Καλαματιανούς. Ήταν η εποχή που το πέρασμα κάποιου κρινολίνου ή η εμφάνισις μιας μεταξωτής φούντας στην πλατεία, το μοναδικό ανδρικό κέντρο τότε, προκαλούσε την έκρηξη μιας κουμπούρας.

Μια γεναριάτικη μέρα οι πιτσιρίκοι με τις φωνές τους έκαναν τη ζώσα στήλη της εφημερίδος, τον τελάλη, να σωπάση. Είχε εκδοθή το «Θάρρος».

«… Εν τη καθόλου εξελίξει του πολιτικού, του κοινωνικού και του εμπορικού καθεστώτος δύο τινά πανθομολογουμένως απέλειψαν: α) Το προβλεπτικόν πνεύμα, β) Το θάρρος και η επιχειρηματικότης και τρίτον η αρτία κοινωνική και φιλολογική μόρφωσις.

Αι ελλείψεις αυταί εισίν ο μέγιστος παράγων όστις καθήλωσε τον τόπον ως επονείδιστον στασιμότητα.

Όπου και αν στρέψη τις τους οφθαλμούς θα ίδη κάτι το οποίον θα του κινήσει τον χόλον και την οργήν, θα μονολογήση ολίγον και κάποιον θα καταρασθή ως αίτιον.

Και εν τούτοις αυτός ούτος ο καταρρώμενος αν εσκέπτετο άλλως, αναμφιβόλως θα επείθετο, αν ο ίδιος προηννόει το στραβόν το οποίον κατηρράτο, δεν θα του εχάλα αναμφιβόλως τα νεύρα του. Μήτε θα τον έρριπτεν εις απογοήτευσιν και οργήν δια την δυστυχίαν την οποίαν είχεν να γεννηθή Καλάμιος… Αλλ’ είδομεν ότι το προνοείν άνευ του θάρρους της εκτελέσεως των ως αναγκαίων κρινομένων υπό της προνοίας απέβαινεν εντελώς άγονος και αλυσιτελής. Ό,τι ελέγετο ως ορθόν και δίκαιον, ό,τι ως σωτήριον και επιβεβλημένον ενομίζετο, παρέμενε υπνώττον περί την εκτέλεσιν. Η πρακτική επομένως ωφέλεια εμηδενίζετο και η θεωρία απέμενε νεκρά εν τη εφαρμογή…». Ο Γιάννης Αποστολάκης έγραψε στο πρώτο φύλλο της εφημερίδος του, δικαιολογώντας τον τίτλον της. Ο Αποστολάκης μόλις είχε τελειώσει τις εγκυκλοπαιδικές του σπουδές, δεν είχε κλείσει καλά καλά ούτε ένα χρόνο σχεδόν από της ημέρας που άφησε τα σχολικά θρανία και το ταλέντο εξεδηλώθη. Συνέλαβε την ιδέα της εκδόσεως εφημερίδος καθημερινής στην Καλαμάτα, σ’ εποχή δηλαδή που οι ξύλινες σέσουλες ήσαν όχι εν ενεργεία μονάχα, αλλά στη δόξα τους. Έτσι την 4η του Γενάρη, τώρα και 35 χρόνια, το «Θάρρος» πρωτοεκυκλοφόρησε.

Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά μα και στη μελέτη, μελέτησε με σύστημα. Πάλη γιγάντια ως ότου επεβλήθη, αλλά ύστερα από πόσες θυσίες αλήθεια.

Το α΄ τρίμηνον χασούρα δρχ. 3000 χιλιάδες, το β΄ τρίμηνο άλλες τόσες. Το γ΄ το ίδιο.

Οι Καλαματιανοί εξακολουθούσαν να είναι τακτικά με το αζημίωτον συνδρομηταί της ζωντανής εφημερίδος των, που κυκλοφορούσε σε όλα τα σοκάκια και τις ρούγες.

Έτσι ο Αποστολάκης αναγκάστηκε να μικρύνη το σχήμα της. Ήθελε να επιβάλει την εφημερίδα, να πείση τον τότε Καλαματιανό να διαβάζη. Και όχι μονάχα το κατόρθωσε, μα κατόρθωσε κάτι παραπάνω.

Η Καλαμάτα συντηρεί σήμερα 4 καθημερινές εφημερίδες.

Το «Θάρρος» επεβλήθη και επί 35 χρόνια εξακολουθεί το δρόμο του.

Να πώς ο Αποστολάκης εδικαιολόγησε τον τίτλο της εφημερίδος του. Θάρρος και επιμονή. Τα γραφεία του «Θάρρους» υπήρξαν μπορεί να πη κανείς το μικρό σχολείο που σπούδασαν γερά λογοτεχνικά ταλέντα.

Ο Γιώργος Βεντήρης, οι αδελφοί Τσιμπιδάροι, ο Κωνστ. Αθάνατος, ο Παναγιώτης Οικονόμου, ο Κτεναβέας. Γερές δημοσιογραφικές πέννες, ταλέντα που επεβλήθησαν αφού καλλιεργήθηκαν με τη συστηματική μελέτη.

Στην παλιά καλή εποχή η πρωτεύουσα είχε και τη δική της Μονμάρτη.

***

Το καφφενείο «Νέο Κέντρο», γωνιά Σταδίου και Προαστείου, ήταν ό,τι υπήρξε ο «Μαύρος Γάτος» για τους Παρισινούς μποέμ.

Αλλά και η Καλαμάτα είχε τη δική της φιλολογική γωνιά. Απόδειξη πως ουδέποτε έλειψαν τα λογοτεχνικά ταλέντα.

Το Φαρμακείο του Χρυσοσπάθη στην Πλατεία Μαυρομιχάλη υπήρξε για την καλή εκείνη εποχή που πέρασε ένα άλλο «Νέο Κέντρο» για την Καλαμάτα.

Ο Μαρτζώκης θυμάμαι στον καλλιτεχνικό εκείνο κύκλο ήταν ο άξονας, ο πυρήνας που γύρω του κλωσσοπούλια καλλιτεχνικά ήμασταν μεις.

Στο φαρμακείο ο πατέρας του Ορέστη Χρυσοσπάθη είχε τον τρόπο, την καλωσύνη, να συγκεντρώνη κάθε διανοούμενο στοιχείο που έγραφε τότε.

Ο Παναγιώτης Σάλμας που η πολιτική τον τράβηξε για να τον στερηθή η φιλολογία. Ένα ταλέντο δυνατό, αληθινό, που έσβυσε όμως, μα και που μπορούσε ασφαλώς να συγκρίνεται σήμερα με πολλούς από τους πρίγκηπας του ελληνικού Παρνασσού.

Ο Σάλμας ήξερε πως η μελέτη είναι ο μοναδικός συντελεστής για την εκδήλωση του καλλιτέχνου και την επιτυχία του. Και μελέτησε με υπομονή και συστηματικά. Λάθος γιατί πήρε έναν άλλο δρόμο τελείως ξένο από εκείνον που θα ’πρεπε ν’ ακολουθήση. Έτσι δεν κατόρθωσε να επιβληθή ούτε ως λογοτέχνης ούτε όμως και ως πολιτικός.

Ο γερο – Πέτρος ο Γιαννακουρέας τακτικός στο Φαρμακείο. Ένας δεξιοτέχνης του στοίχου. Ένα ταλέντο ακατέργαστο. Ένας εμπνευσμένα αμελέτητος. Ο αγώνας για τη ζωή, η έλλειψη δημοτικής βιβλιοθήκης, τον άφησαν να σβύση άδοξα, ενώ αντίθετα μπορούσε να αφήση ένα σατιρικό έργο άξιο λόγο.

Αληθινός Μποέμ ζούσε από τα λεφτά που κέρδιζε μαζεύοντας από τους δρόμους χαρτιά, μουτζουρωμένα από αμελέτητους λογοτέχνας ή χαρτιά (του καλαθιού για τ’ άχρηστα) που πετάχτηκαν από το παράθυρο για να γίνουν εμπόρευμα στου Γιαννακουρέα την επιχείρηση, που τα πωλούσε με την οκά.

Ο Γεώργιος Μαράκας, ο Κουρτάκης και ο γυιός του Φαρμακοποιού Ορέστης Χρυσοσπάθης.

Ο Ορέστης Χρυσοσπάθης, νέο σχολιαρόπουλο, που άρχισε όχι μονάχα να πέρνη μέρος στις συζητήσεις των μεγάλων, μα και να γράφη στα τοπικά φύλλα πότε πότε.

Ευάγγελος Δημητρακόπουλος, Άγγελος Φοίβος

Από τα Λέικα. Πρωτοεμφανίσθηκε στην εφημερίδα «Σημαία» ως έμμισθος συντάκτης. Παιδί ακόμη μόλις που είχε τελειώσει τις γυμνασιακές σπουδές του. Η ρουτίνα του επαγγέλματος τον έκανε να φύγη ύστερα από λίγο καιρό.

Ο Δημητρακόπουλος αποφασιστικός, καθώς είναι εξ ιδιοσυγκρασίας γεμάτος αυτοπεποίθηση, καταπιάνεται με δουλειά όχι μικρή. Αποφασίζει να ρίξη μια πέτρα στα νερά που λιμνάζουν γύρω του. Η φιλολογία στον τόπο μας βρισκόταν τότε κυριολεκτικώς σε κατάσταση αξιολύπητη. Ήταν η εποχή που κάθε λαθρόβιο περιοδικό σαν κατέφθανε στην Καλαμάτα με το τραίνο κυκλοφορούσε έτσι που δεν ήξερες πώς να δικαιολογήσης την καταπληκτική κυκλοφορία εκείνων των φύλλων.

Ο Δημητρακόπουλος ένα πρωί ρίχνει την πέτρα του πάνω στην επιφάνεια του πρασινισμένου νερού της τοπικής φιλολογίας. Είχε εκδοθή η «Νέα αυγή», περιοδικούλι σε σχήμα μα αληθινά λογοτεχνικό περιοδικό σε περιεχόμενο. Γύρω του συνεκεντρώθη κάθε λογοτεχνική προσπάθεια και εκδήλωση.

Ο Άγγελος Φοίβος έγινε το κέντρο εκείνου του κύκλου, ο πυρήνας του. Δυνατός, πεισματάρης, αποφασισμένος να παλαίψει ενάντια στην αχαρακτήριστη αδιαφορία των Καλαματιανών κατόρθωσε να φθάση η «Ν. Αυγή» το 12ο φύλλο της. Στο τέλος νικήθηκε, έσβυσε. Το περιοδικό έπαψε να εκδίδεται, ο Δημητρακόπουλος όμως δεν έπαψε να πολεμά.

Έπειτα από ένα χρόνο δημοσιογραφίας, ζωή στην πρωτεύουσα, τον ξαναβρίσκουμε στο «Θάρρος» αρχισυντάκτη με διευθυντή τον σημερινό διευθυντή της «Λαϊκής Φωνής». Θυμούμαι τα χρονογραφήματά του, τα βαθυστόχαστα εκείνα χρονογραφήματα που είχαν τη δύναμη να τσούζουν χαϊδεύοντας.

Δουλεύει και μελετά. Ακούραστος μελετά για το δίπλωμά του και για το ταλέντο του, την προτίμησή του.

Διπλωματούχος της Νομικής κατόπιν τον βρίσκουμε στη «Μεσσηνία» αρχισυντάκτη. Παίρνει στα χέρια του ένα ημερήσιο φύλλο και του δίνει ζωή, του δίνει καινούριες δυνάμεις, το αναστηλώνει.

Φεύγει για την Αθήνα δικηγόρος πια, αρχίζει μια καινούργια ζωή, μια νέα περίοδος της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας, δουλεύει στον Αθηναϊκό Τύπο, δικηγορεί.

Το «Θάρρος» ωστόσο περνά την κρίση του, ο ιδιοκτήτης του τον καλεί, ο Δημητρακόπουλος δεν διστάζει ν’ αναλάβη μια εφημερίδα που του ζητεί να την ενισχύση, το δημοσιογραφικό δαιμόνιο που του κανονίζει σχεδόν τη ζωή τον σπρώχνει ως εδώ.

Αναλαμβάνει με το θάρρος που τον διακρίνει το «Θάρρος». Παλεύει και αλήθεια ήταν Ηράκλειος άθλος. Παλεύει σαν δημοσιογράφος στο οδόφραγμα. Χέρια με χέρια με τις άλλες τοπικές εφημερίδες παλεύει και νικά.

Να τι μπορεί να κάνει ένα ταλέντο που έχει αυτοπεποίθηση και επιμονή. Επιμονή, σύστημα και αδιάκοπη μελέτη. Το «Θάρρος» έχει μια από τις πρώτες κυκλοφορίες. Είναι έργο δικό του.

Πότης Ψαλτήρας

Ο πρώτος και μοναδικός από τους Καλαματιανούς διανοούμενους που μπόρεσε μέσα σε 5 χρόνια να δώση στη δημοσιότητα πέντε ποιητικές συλλογές. Το πρώτο που εξέδωσε από τα πέντε εκείνα βιβλία είναι το «Άστρα ή πυγολαμπίδες», το δεύτερο «Τecum Habita», το τρίτο «Μυστική φωνή», το τέταρτο τα «σχήματα» και το τελευταίο της σειράς αυτής το «Χραπ – Ντίν».

Ωστόσο ο Παναγιώτης Ψαλτήρας μπορεί να πη κανείς πως αν δε βιαστή και εις το μέλλον θα δώσει κάποτε ένα έργο που η κριτική θα μετανιώση για ό,τι μέχρι σήμερον έγραψε. Ο Πότης Ψαλτήρας μελετά. Κι αυτό θα πη πως θα αναγνωρισθή.

Γιάννης Αναπλιώτης (Νούλης Ντολιός)

Πέρασαν χρόνια πολλά. Από τότε θυμάμαι τον Αναπλιώτη σαν ήρχετο να μας εύρει στο καφενείο τα βράδυα. Μ’ αυτό τον άνθρωπο έχω πάθει τούτην την ψύχωση: Νομίζω πως είναι φορτωμένος χαρτιά, χαρτάκια, μολύβια, βιβλία. Σα θελήσω να γράψω και δεν έχω πού, άθελά μου στρέφω προς τον Αναπλιώτη: «Έχεις χαρτί; Δώσε μου το μολύβι σου».

Δεν φταίω βέβαια σ’ αυτό, φταίει εκείνος. Από τότε που τον γνώρισα μου έκανε την εντύπωση ανοιγμένου βιβλίου που για να διαβάσης, δεν έχει παρά να κυττάξης, είναι ένα αναλόγιο με ένα βιβλίο λογοτεχνικό ανοιγμένο.

Τα πρώτα βήματά του τα ξέρω. Και γράφει τόσα χρόνια…

Αλλά γράφει και μελετά. Μελετά ακούραστα, ταλέντο γνήσιο, επηρεασμένο από τη φτώχεια και τη μιζέρια που γνώρισε από τα παιδικά χρόνια του.

Είναι Καλαματιανός γέννημα και θρέμμα. Δεν γράφω για τις εγκυκλοπαιδικές σπουδές του, ο Αναπλιώτης χρόνια πολλά σπουδάζει ακούραστα χωμένος στη βιβλιοθήκη που κατόρθωσε και εσχημάτισε σιγά σιγά διπλασιάζοντας εις στερήσεις του και μελετά το άλλο το ανεξάντλητο βιβλίο, που λέγεται ζωή.

Δεν γράφω κριτική. Απλώς στην καμπάνια μου αυτή που δεν είναι παρά μια γρήγορη ματιά που ρίχνω περνώντας βιαστικά, δεν μπορώ να μη σταθώ να κυττάξω καλλίτερα, βαθύτερα αυτόν τον διανοούμενο νέο. Πιστεύω πως ο Νούλης Ντολιός μια μέρα θα φύγη κι από το «Θάρρος» που δουλεύει ως αρχισυντάκτης, όπως έφυγε από τη «Λαϊκή Φωνή», θα φύγη από την Καλαμάτα ακολουθώντας το δρόμο των άλλων που το «Θάρρος» στη φιλολογική τους σταδιοδρομία στάθηκε η μικρή Ακαδημία μιας καλής παληάς εποχής.

Θα φύγη, θα παλαίψη, μα θα νικήση γιατί είναι πνεύμα γεμάτο ανησυχίες, επίμονος, με αυτοπεποίθηση και ταλέντο αναμφισβήτητα γνήσιο.

Αν δεν ήταν θα είχε σιγήσει, αν όχι, θα είχαν σιγήσει όλοι, δε θα μιλούσε κανείς γι’ αυτόν. Δεν είναι τζίτζικας που τζιρίζει το καλοκαιριάτικο μεσημέρι που η ζωή παράλυτη από τη ζέστη κοιμάται. Δεν είναι ακόμα ένα αηδόνι βέβαια στον ελληνικό Παρνασσό, ωστόσο νομίζω πως μπορεί να τραγουδήσει τη ζωή που σιγά σιγά σβύνει κάτω από το λουστρίνι, το κάθε λουστρίνι.

Αυτός είναι ο (Νούλης Ντολιός) Γιάννης Αναπλιώτης, κρατάτε σημείωσι, ω νέοι μας, δε θα διαψευσθώ. Αν ναι, τότε θα πη πως ο νέος αυτός είναι ένα ακόμα θύμα της εγκληματικής αδιαφορίας των ανθρώπων της μικρής πατρίδας μας.

«ΘΑΡΡΟΣ» 9 Μαρτίου 1934