Π. Μαντάς υπέρ εκπαιδευτικής αξιολόγησης και σχολικής αριστείας


«Η κοινωνία θέλει σχολεία και πανεπιστήμια σύγχρονα, ανοικτά, ανταγωνιστικά, ασφαλή. Αντάξια της ιστορίας, του πολιτισμού και του μέλλοντος της πατρίδας μας. Ό,τι υποσχεθήκαμε, θα το κάνουμε πράξη».

Αυτό τόνισε στην ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής ο βουλευτής Μεσσηνίας, Περικλής Μαντάς, κατά τη συζήτηση και ψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την Παιδεία, ενώ σημείωσε ότι με αυτό η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός υλοποιούν την «πολιτική αποποινικοποίηση της αριστείας», όπως ακριβώς υποσχέθηκαν προεκλογικά.

Επιπλέον, ο κ. Μαντάς στάθηκε στην ενίσχυση και διεύρυνση του θεσμού των προτύπων και των πειραματικών σχολείων, σημειώνοντας ότι πρόκειται για ένα εθελοντικό δημόσιο πλαίσιο για τους πιο ταλαντούχους μαθητές, το οποίο εκσυγχρονίζει το επίπεδο των σπουδών τους και λειτουργεί προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, σημείωσε ότι «με το νομοσχέδιο θεσμοθετείται για πρώτη φορά ένα νέο συνεκτικό πλαίσιο αξιολόγησης της εκπαιδευτικής μονάδας και του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου», ενώ εκτίμησε ότι κανένας εκπαιδευτικός που κάνει το καθήκον του δεν έχει λόγο να φοβάται.

Όσον αφορά στις υπόλοιπες διατάξεις του νομοσχεδίου, σημείωσε ότι με τις ρυθμίσεις για τα ξενόγλωσσα πανεπιστημιακά τμήματα ενισχύεται η εδώ και χρόνια αναγκαία εξωστρέφεια των ελληνικών πανεπιστημίων, ενώ θετικά πρέπει να αξιολογηθεί η εισαγωγή, αφενός, των πιλοτικών προγραμμάτων για ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων των παιδιών σε διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης και, αφετέρου, των δραστηριοτήτων των αγγλικών στα νηπιαγωγεία.

Τέλος, ο κ. Μαντάς στάθηκε στην επαναφορά της διπλής μοριοδότησης για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, σημειώνοντας ότι είναι στη σωστή κατεύθυνση, διότι στηρίζει όσους υπηρετούν στα απομακρυσμένα μέρη της χώρας μας και παρέχουν με αυτόν τον τρόπο πολύ σημαντικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Επίσης, εκτίμησε ότι οι σχετικές ποινές αποκλεισμού είναι ορθές, ωστόσο ζήτησε να υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση για όσους διορίζονται κατά τη διάρκεια του έτους και αρνούνται να αναλάβουν τις θέσεις τους, δεδομένου ότι, αφού δε διορίσθηκαν από την αρχή της χρονιάς, είναι πολύ πιθανό να έχουν αναγκαστεί να βιοποριστούν με άλλους τρόπους και η άρνησή τους δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια βαρύτητα.