Η αυτοθυσία του Εθνομάρτυρα Αθανασίου Διάκου διαχρονικός δείκτης πορείας της εθνικής μας προοπτικής

Η αυτοθυσία του Εθνομάρτυρα Αθανασίου Διάκου διαχρονικός δείκτης πορείας της εθνικής μας προοπτικής

Μιλώντας κατά τον εορτασμό για τα 200 χρόνια από την Εθνεγερσία του 1821 και τη θυσία του εθνομάρτυρα Αθανασίου Διάκου, τον οποίο οργάνωσε η Κοινότητα Αθανασίου Διάκου-Δήμος Δελφών, με θέμα «Αθανάσιος Διάκος, ο εμβληματικός Εθνομάρτυρας της Εθνεγερσίας του 1821», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκόπης Παυλόπουλος, επισήμανε μεταξύ άλλων τα εξής:

“Ο εμβληματικός Εθνομάρτυρας Αθανάσιος Διάκος κατέχει, δικαιωματικώς, περίοπτη θέση στο Πάνθεο των Ηρώων της Εθνεγερσίας του 1821. Πρότυπο αυτοθυσίας «υπέρ βωμών και εστιών» μετά την «έκρηξη» της Επανάστασης του 1821, ο Αθανάσιος Διάκος όχι μόνο έχει καταγραφεί, με ανεξίτηλα στοιχεία, στις δέλτους της Ιστορίας του Έθνους των Ελλήνων, αλλά και «ενσαρκώνει» κορυφαίο παράδειγμα για το πώς εμείς, οι Έλληνες, οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε την Ελευθερία μας. Πολλώ μάλλον όταν, όπως η Ιστορία έχει καταδείξει με αμάχητα τεκμήρια, η σχέση των Ελλήνων με την Ελευθερία είναι ουσιαστικώς βιωματική. Υπό την έννοια ότι οι Έλληνες μόνον ελεύθεροι μπορούμε να υπάρξουμε, να υπερασπισθούμε την αξία μας και ν’ αναπτύξουμε ελευθέρως την προσωπικότητά μας. Ο Αθανάσιος Διάκος έφυγε από τη ζωή ως Εθνομάρτυρας, με όλη τη σημασία του όρου, στις 24 Απριλίου 1821, μία μέρα πριν συμπληρωθεί ο πρώτος μήνας της Εθνεγερσίας του 1821, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Άφησε πίσω του όμως, ως «κτήμα ες αεί», μεταξύ άλλων, ένα μέγιστο παράδειγμα για το Έθνος των Ελλήνων, πρωτίστως προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης της Πατρίδας και της Ελευθερίας, ακόμη και με το τίμημα της ζωής καθενός.

Α. Τα στοιχειώδη βιογραφικά στοιχεία, τα οποία προεκτέθηκαν, αρκούν για να καταδείξουν ότι ο Αθανάσιος Διάκος, μέσa από το Μαρτύριό του που παραπέμπει στα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών κατά την εποχή των ρωμαϊκών διωγμών, θυσιάσθηκε για την υπεράσπιση της Χριστιανικής Πίστης και για την εδραίωση της Ελευθερίας της Πατρίδας.

1. Με άλλες λέξεις, το Μαρτύριο του Αθανασίου Διάκου παραπέμπει ευθέως στο μέγα πρόταγμα των Αγωνιστών της Εθνεγερσίας του 1821, δηλαδή στον υπέρ πάντων Αγώνα «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Ο στίχος αυτός, που μάλλον συμπυκνώνει, σύμφωνα με την παράδοση, προγενέστερη ιστορική ρήση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ανήκει στον Σάμιο ποιητή και Αγωνιστή του 1821, Γεώργιο Κλεάνθη. Και εδώ οφείλω να διευκρινίσω ότι ο υπέρ Πίστεως Αγώνας των Ελλήνων κατά την Επανάσταση του 1821 δε σχετίζεται μόνο με την άρρηκτη σχέση, η οποία τους συνέδεε με την Χριστιανική Πίστη. Είναι ανάγκη να επισημανθεί, επιπροσθέτως, ότι η Χριστιανική Πίστη αποτελούσε την εποχή εκείνη και το βασικό συνεκτικό δεσμό των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της Εθνεγερσίας, αλλά και ως την τελική ίδρυση του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830. Και για την ακρίβεια, πριν διαμορφωθεί, θεσμικώς και πολιτικώς, η ιδιότητα του Έλληνα Πολίτη με την ίδρυση του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους, η Χριστιανική Πίστη ήταν εκείνη που «έδενε», κατά κύριο λόγο, τους αγωνιζόμενους Έλληνες υπέρ της Ελευθερίας για την οριστική αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.

2. Έτσι δικαιολογείται πλήρως και το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο πως κυρίως τα δύο πρώτα προσωρινά Συντάγματα -ήτοι το Σύνταγμα της Επιδαύρου, του 1822, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» και του Άστρους, του 1823, ο «Νόμος της Επιδαύρου, ήτοι Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Άστρει Β΄Εθνικήν Συνέλευσιν»- στην ίδια παράγραφο, τη β΄, επιφύλασσαν την ιδιότητα του Έλληνα αποκλειστικώς στους Έλληνες Χριστιανούς. Συγκεκριμένα, κατά τη διατύπωση της ως άνω παραγράφου β΄: «Όσοι αυτόχθονες της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων».

Απλώς στην παράγραφο β΄ του Συντάγματος του Άστρους -και πάλι όμως με βασικό γνώμονα τη Χριστιανική Πίστη- προστέθηκε εδάφιο β΄ ως εξής: «Ομοίως Έλληνες εισί, και των αυτών δικαιωμάτων απολαμβάνωσιν, όσοι έξωθεν ελθόντες, και την Ελληνική φωνήν πάτριον έχοντες, και εις Χριστόν πιστεύοντες ζητήσωσι, παρρησιαζόμενοι εις τοπικήν Ελληνικής Επαρχίας Αρχήν, να εγκαταριθμηθώσι δι’ αυτής εις τους πολίτας Έλληνας».

Β. Η θυσία του Εθνομάρτυρα Αθανασίου Διάκου αποδεικνύει, σε μεγάλο βαθμό, και το μέγεθος των ευθυνών μας μπροστά στο δύσκολο μέλλον που ανοίγεται μπροστά μας, καθώς και τους γενικούς άξονες των προτεραιοτήτων, τις οποίες οφείλουμε να υιοθετήσουμε, υπό όρους σύμπνοιας, ενότητας και συνέχειας. Δοθέντος ότι αυτή η εμπειρία μάς διδάσκει, μεταξύ άλλων, πως μόνο χτίζοντας πάνω στα θετικά του χθες, το Εθνικό μας Οικοδόμημα μπορεί να διασφαλίσει την απαραίτητη θεσμική και πολιτική του «στατικότητα» ως προς τις, ήδη ορατές, προκλήσεις του αύριο. Ουδεμία χώρα, και ιδίως χώρα με τις ιστορικές καταβολές της Ελλάδας και του Ελληνικού Έθνους, μπορεί να πορευθεί με ασφάλεια στο μέλλον του δύσκολου κόσμου που μας περιβάλλει, δίχως να έχει θωρακίσει προηγουμένως το εθνικό της κύρος.

Και για τη χώρα μας, τούτο επιβάλλει πρωτίστως:

1. Την άνευ υπαναχωρήσεων και υποχωρήσεων και υπό όρους αρραγούς ενότητας υπεράσπιση, με κάθε μέσο και κάθε θυσία, όλων, ανεξαιρέτως, των Εθνικών μας Θεμάτων και των Εθνικών μας Δικαίων, πάνω στη στέρεη βάση του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου και των αντίστοιχων αποφάσεων των αρμόδιων οργάνων των Διεθνών Οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδίως δε στους συχνούς, δυστυχώς, δισταγμούς των ως άνω οργάνων ν’ ανταποκριθούν στο δικό τους χρέος, η Ελλάδα οφείλει ν’ απαντά καθιστώντας, αδιαλείπτως, σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει, ούτε κατ’ ελάχιστο, από τις θέσεις που της αναλογούν κατά την πλήρη εφαρμογή της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται, οπωσδήποτε, και η επίλυση του Κυπριακού -το οποίο αποτελεί διεθνές και ευρωπαϊκό ζήτημα- όχι μόνον διότι η Κύπρος είναι αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνισμού. Αλλά και διότι στο πεδίο της δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού «δοκιμάζονται» οι θεσμικές και πολιτικές «αντοχές» τόσο του Διεθνούς όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

2. Τη διαδραμάτιση πρωταγωνιστικού ρόλου στο, παγκόσμιας εμβέλειας, εγχείρημα της ολοκλήρωσης του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος μέσω της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Έτσι ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαδραματίσει, από την πλευρά της, και τον πλανητικό ρόλο που της αναλογεί, κατά τη Δημοκρατία της και τον Πολιτισμό της, κυρίως αναφορικά με την εμπέδωση του Ανθρωπισμού, της Ειρήνης, της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, κατ’ εξοχήν δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Ένας τέτοιος πρωταγωνιστικός ρόλος αναλογεί δικαιωματικώς στην Ελλάδα, αφού η ίδια του η υφή δε συναρτάται με την έκταση του εδάφους της και το μέγεθος του πληθυσμού της αλλά, κατά κύριο λόγο, με το παρελθόν της ως κοιτίδας της Δημοκρατίας και του Ελληνικού Πολιτισμού, που συνιστούν, κυριολεκτικώς, «θεμέλια» της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού”.