H Αρχαία Πολιτεία πενθεί

H Αρχαία Πολιτεία πενθεί

Ο Πέτρος Θέμελης δεν είναι πια μαζί μας και καθώς οι απώλειες πυκνώνουν, η μνήμη μας πώς ορίζεται;

Έχει μέτρο; Πόσο θυμόμαστε; Θυμόμαστε για πόσο καιρό; Τι παίρνουμε από εκείνους που έφυγαν; Τι αφήνουμε να λησμονηθεί; Ο χρόνος, βέβαια, τρέχει αλόγιστα και ερήμην μας. Μπορούμε, όμως, να πούμε με σιγουριά ότι ο αγαπημένος καθηγητής είναι εκτός αυτών των ερωτηματικών.

Έφυγε. Ξεκίνησε να εξερευνήσει -το μεγάλο ίσως-, μετά το μακρύ ταξίδι στο μαγικό κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας. Ο κόσμος αυτός ήταν δικός του.

Τόσο οικείος. Με πόση ευκολία έφυγε από τον Σίσυφο και το βράχο του, τον Τάνταλο και τα βάσανά του- σαν και μένα κι αυτός, έλεγε.

Όλη η φωτιά που έκαιγε μέσα του, τροφοδοτούμενη από γνώσεις και ευρύτερη καλλιέργεια, τον συνέδεε με το βαθύ χρόνο. Ήταν υπερήφανος γι’ αυτή του τη σκευή. Το εγώ στην περίπτωσή του δεν ήταν αμετροεπές, ήταν βάσιμος ισχυρισμός.

Όταν το 1987 πρωτοήρθε σε εκείνο το χώρο που δεν τολμούσαμε να αποκαλούμε Αρχαία Μεσσήνη και έκανε την πρώτη διερευνητική περιήγηση, ένιωσε απελπισία, βαθιά λύπη για την εγκατάλειψη, την ερημιά, τη στέγνια.

Λίγοι μνημόνευαν την Αρχαία Μεσσήνη, λιγότεροι ακόμη πίστευαν ότι άξιζε τον κόπο να ξοδευτούν άνθρωποι και πόροι. Ελάχιστα δείγματα πρόβαλαν από τη γη!

Ντρεπόταν για την κατάντια μας, και κρύφτηκαν οι αρχαίοι θησαυροί, έλεγε, για να μη βλέπουν και να μη τους βλέπουν, για να γλιτώσουν από περισσότερη καταστροφή.

Διηγούνταν ο φύλακας στο καφενείο του χωριού ότι δεν καταλάβαινε τον καθηγητή… Ξέρεις, του ’λεγε, οι αρχαίοι θεοί δεν πέθαναν και ας τους γκρεμίσαμε τους ναούς τους… Ούτε ο αγαπημένος μου Μέγας Παν…
Και ο Παλαμάς το έγραψε: Για να φανούν, για να τους δούμε, απαιτούν από μας κόπο, γνώση και πολλή Αγάπη. Απαιτούν αίμα, μόχθο…
Στην κυριολεξία, ο Θέμελης τους έδωσε το αίμα του μαζί και την ψυχή του, και φάνηκε όχι μόνον η αρ χαία πόλη, αλλά μια ολόκληρη Πολιτεία, γιατί ό,τι ξέθαβε και έστηνε, μαρτυρούσε Θεσμούς, Ζωή, Πολιτισμό.

Δούλεψε μερικές φορές σαν εργάτης και μαζί τους σχεδόν 40 χρόνια, μένοντας στο χωριό σε οριακές συνθήκες διαβίωσης. Δεν τον ένοιαζε, λιτός, απέριττος, πλούσιος στα άλλα, εκείνα τα σπουδαία, τα μεγάλα της Πολιτείας του. Δεν ήταν μόνο Έλληνας, αλλά το σπουδαιότερο, Ελληνικός, όπως ορίζει τη λέξη ο Καβάφης.

Τον τελευταίο καιρό ο Θέμελης περιδιάβαινε στον κόσμο των Ιδεών, συγκεντρωμένος στο δικό του μοναχικό, αλλά και συναρπαστικό ταξίδι. Το έργο του τον βοηθούσε να αντέξει το δραματικό κενό και την αποδοχή του αναπόφευκτου,

Δεν έπαυε να τον ξαφνιάζει ο εαυτός του, σαν μια άγνωστη χώρα ξεδίπλωνε περιοχές που έκρυβε.

Στο έξοχο ποίημα του «ΓΟΡΓΟΝΑ ΜΕΔΟΥΣΑ» της ζητάει:

Σπάσε το πλοίο μου στα βράχια της αυγής // πνίξε με στον ωκεανό της λήθης// να ταξιδέψω στον απέραντο χρόνο /// να ξαναγεννηθώ μύστης και Βάκχος/// τεχνίτης περί τον Διόνυσον ///γεμάτος ΟΝΕΙΡΑ και ΘΑΛΑΣΣΑ////

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ
Εταίρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας