Τίμων Κουλμάσης: «Το βράδυ υποχωρεί» είναι ένα ρέκβιεμ για τις χαμένες μας ουτοπίες

Τίμων Κουλμάσης: «Το βράδυ υποχωρεί» είναι ένα ρέκβιεμ για τις χαμένες μας ουτοπίες

Μια από τις τελευταίες ταινίες του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου θα είναι αυτή την Κυριακή 30 Νοεμβρίου, ημέρα ολοκλήρωσης και της διοργάνωσης, το Βράδυ Υποχωρεί /Night Recedes (2025, διάρκ. 70′) του Τίμωνα Κουλμάση.

Η προβολή είναι προγραμματισμένη στις 5 μ.μ. στο αμφιθέατρου «Θεόδωρος Αγγελόπουλος» του Εργατικού Κέντρου Καλαμάτας, παρουσία συντελεστών, με τους οποίους θα έχει την ευκαιρία να συνομιλήσει το κοινό. 

«Το ντοκιμαντέρ αφηγείται το συναρπαστικό ταξίδι δύο καλλιτεχνών, του Μέμου Μακρή (1913-1993) και της συζύγου του Ζιζής Μακρή (1924-2014). Μια ιστορία αγάπης ανάμεσα στην Αθήνα υπό τη γερμανική κατοχή, τη ζωντανή πολιτιστική ζωή του μεταπολεμικού Παρισιού και τη Βουδαπέστη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Ένα ταξίδι όπου η τέχνη και η ιστορία του 20ού αιώνα, με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις και στις δύο πλευρές του Σιδηρούν Παραπετάσματος, αντηχούν η μία την άλλη. Μέσα από τα έργα και τις μνήμες τους, η ταινία θέτει ερωτήματα για τη σχέση ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική μνήμη, και επαναπροσδιορίζει ζητήματα που εξακολουθούν να μας αγγίζουν βαθιά μέχρι σήμερα: ουτοπία και ιδεολογία, ολοκληρωτισμοί, εξορία και ελευθερία αναφέρεται στην περίληψη της ταινίας, ενώ ο σκηνοθέτης Τίμων Κουλμάσης, δίνει περισσότερες λεπτομέρειες μέρα από την παρακάτω συνέντευξη: 

-Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε την ιστορία των Μέμου και Ζιζής Μακρή;
Την ιδέα για την ταινία την είχε η παραγωγός Κατερίνα Μπεληγιάννη και μαζί με την Κλειώ, την κόρη του Μέμου και της Ζιζής Μακρή, που είναι και η ίδια εξαιρετική γλύπτρια, μου έκαναν την πρόταση. Είχαν δει την ταινία μου “Πορτραίτο του πατέρα σε καιρό πολέμου“ (2016) η οποία τους συγκίνησε. Έχοντας μεγαλώσει στη διαιρεμένη Γερμανία με ενδιέφερε να φωτίσω την εποχή του Ψυχρού Πολέμου από διαφορετική οπτική γωνία. Εξάλλου με ενδιαφέρει η τέχνη γενικά. Μια ταινία για ένα ζευγάρι καλλιτεχνών, πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα», το οποίο αντιστέκεται με τα δικά του εκφραστικά μέσα στο επίσημο στιλ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ήταν μια δελεαστική πρόκληση.

-Πώς η προσωπική τους ζωή και η καλλιτεχνική πορεία συνδέεται με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα;
«Το βράδυ υποχωρεί» είναι ένα ρέκβιεμ για τις χαμένες μας ουτοπίες. Μιλάει για μια μία τραγική γενιά. Έφεραν μέσα τους τη μνήμη του φασισμού που πολέμησαν και την τρομερή αποτυχία της ουτοπίας μιας κομμουνιστικής κοινωνίας που είχαν προσπαθήσει να οικοδομήσουν. H ουσία αυτών που πέρασαν, ήταν “το ανοιχτό τραύμα της ιστορίας“ (Σάββας Μιχαήλ), οι ιστορικές αντιφάσεις που τους δίχαζαν καθημερινά, η αντίθεση  μεταξύ προσδοκίας  και πραγματοποίησης, το δίλημμα του καλλιτέχνη ανάμεσα στην αντίσταση και την συνεργασία με ένα όλο και πιο απολυταρχικό καθεστώς, που αρχικά θα έφερνε την ελευθερία και την ισότητα σε όλους. 

-Τι ήταν το πιο συγκινητικό κομμάτι κατά την έρευνα για τη ζωή τους;
H δύναμη της τέχνης στο πέρασμα της ιστορίας, η εγγενής ανθεκτικότητά της που αποκαλύπτεται ξανά και ξανά, μερικές φορές με οδυνηρό τρόπο. Ρεπεράζ στη Βουδαπέστη: ένα βράδυ σε ένα δείπνο με φίλους, ένας πολύ ηλικιωμένος άνδρας, ακούγοντας το όνομα Μέμος Μακρής στη συζήτηση, με κάλεσε να τον συνοδεύσω πολύ νωρίς την επόμενη μέρα στο μνημείο του Μαουτχάουζεν που είχε δημιουργήσει ο Μέμος στη μνήμη των Ούγγρων Εβραίων που χάθηκαν εκεί, ένα αντίγραφο του οποίου σε φυσικό μέγεθος στέκεται στις όχθες του Δούναβη. Αγγίζοντας με το ένα χέρι τις πέτρες του γλυπτού, στάθηκε ακίνητος για πολλά, πολλά λεπτά. Είναι φανερό ότι έχει χαθεί σε έναν άλλο κόσμο και, συγκλονισμένος από ανείπωτες αναμνήσεις, αργεί να «επιστρέψει». Μου είπε ότι είναι επιζών του στρατοπέδου (είναι 101 ετών) και μου εξηγεί με απλά λόγια γιατί αυτό το γλυπτό εξακολουθεί να τον συγκινεί, πώς συμπυκνώνει κάποιες από τις εμπειρίες του, την πείνα (οι βυθισμένες, διαλυμένες κοιλιές), τη βία που υπέστη και, επίσης, το αίσθημα της εξέγερσης (οι γροθιές στον αέρα) που τον κατέχει ακόμη.

-Πώς η ταινία εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική μνήμη;
Είναι πολύ δύσκολο να εισέλθει κανείς στον πεδίο της ιστορίας. Στις ταινίες μου προσπαθώ, μέσω μιας ευρηματικής κινηματογραφικής γλώσσας, να δημιουργήσω έναν χώρο μνήμης όπου μπορούν να αντηχήσουν οι αισθήσεις, τα συναισθήματα και οι αντιφάσεις της ζωής των ανδρών και των γυναικών καθώς και η σιωπή όσων παραμένουν κρυφά ή δεν μπορούν να αναπαρασταθούν. Το αρχειακό υλικό το συλλέγω και το χειρίζομαι (ως προς το χρώμα, την ταχύτητα, τον κόκκο, την αρνητική εικόνα κλπ.) με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει την πρόσβαση  του θεατή  στον χώρο της Ιστορίας, στο ποτάμι του Χρόνου που τον διασχίζουμε και που μας διασχίζει, στην καθημερινότητα των ανθρώπων όπως την έζησαν στο παρελθόν – και αυτό μέσα στο παρόν της αφήγησης.

-Τι ρόλο παίζουν τα έργα τέχνης τους στην αφήγηση της ιστορίας;
Λέγεται πως η τέχνη ανακαλύπτει την εποχή της. Στη ζωή του Μέμου και της Ζιζή, η τέχνη και η ιστορία του προηγούμενου αιώνα, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις και στις δύο πλευρές του σιδηρού παραπετάσματος αλληλεπικαλύπτονται και αλληλοφωτίζονται. Τα έργα τους, που χαρακτηρίζονται από την πίστη στην πρόοδο και την αγάπη του ανθρώπου, διατηρούν μια ισχυρή σχέση με την ιστορία, μιλούν εντός της εποχή τους.

-Πώς η ιστορία τους μιλάει για ζητήματα που εξακολουθούν να μας απασχολούν σήμερα, όπως η εξορία, η ελευθερία και η ιδεολογία;
Η αφήγηση εξελίσσεται σε ένα πεδίο μόνιμης έντασης, τις πολλαπλές αντιφάσεις του οποίου ορίζει η ίδια η Ζιζή με μια μόνο φράση: “Η τέχνη για μένα είναι το πρόβλημα της ελευθερίας και ταυτόχρονα η λύση του.“ Ο λόγος της Ζιζής, με την εκπληκτική του συντομία, γίνεται καταληπτός μόνο σε συσχετισμό με μια ανελεύθερη κοινωνία, όπου η τέχνη είναι υποταγμένη σε μια πολιτική ιδεολογία και στα αισθητικά δόγματα που αυτή επιβάλλει. Καλλιτέχνες που αποτολμούσαν να αντισταθούν σε αυτό φιμώνονταν. Ο Ossip Mandelstam – ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του εικοστού αιώνα – πέθανε στα γκουλάγκ, για να αναφέρω μόνον έναν. Ο Μέμος και η Ζιζή Μακρή αποτελούν εξαίρεση, ήταν ιδιαίτερα προνομιούχοι. Αυτή η αντίφαση, κόμπος που δύσκολα ξεμπλέκεται, θα πρέπει να μας προβληματίζει, ιδιαίτερα σήμερα που νέοι απολυταρχισμοί μας απειλούν, ή και ήδη μας επιτίθενται.  

-Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στην κινηματογράφηση ενός ντοκιμαντέρ που διασχίζει χώρες, δεκαετίες και πολιτικές συνθήκες;
Το να αποδοθεί, στην ταινία αυτή, η ακραία ανθρώπινη πολυπλοκότητα μιας ιστορικής κατάστασης. Προσπαθώ να πλησιάσω τα σύνθετα στοιχεία της Ιστορίας μεταθέτοντας την οπτική γωνία στην πλευρά του καθημερινού βιώματος των δύων προσώπων, τόσων διαφορετικών χαρακτήρων ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την πολιτική πραγματικότητα και τις επιλογές που απορρέουν.

Και το να κινηματογραφήσω τα έργα των Μέμου και της Ζιζής. Προσπάθησα, μέσω των ομαλών κινήσεων προς τα κάτω ή με την απομάκρυνση από τις ανερχόμενες επιφάνειες των γλυπτών του Μέμου, η κινηματογράφηση να εγγράφει τη μορφή και το σχήμα τους εντός του χώρου που τα περιβάλλει. Επέλεξα μια αυστηρή μετωπικότητα σε ότι αφορά τα χαρακτικά ή τα ψηφιδωτά της Ζιζής των οποίων τα άκρα περιέχουν μια εσωτερική κίνηση καθώς και μια αδιάκοπη έκρηξη των χρωμάτων. Οι κινήσεις είναι αργές, στη σιωπή. Η μεγάλη διάρκεια των πλάνων θα επιτρέψει ελπίζω την ανάδυση, πέρα από οποιαδήποτε εξήγηση, μέσω των αισθήσεων, μιας αντίληψης για την τέχνη. Θα σημαίνει, μέσα από τις αναταραχές και το πέρασμα του χρόνου, την επιμονή στη δημιουργία μιας έκφρασης. 

-Τι ελπίζετε να αποκομίσει το κοινό από αυτή την ταινία;
Δεν έχω κάποιο μήνυμα να μεταφέρω – ο θεατής πρέπει να παραμείνει ελεύθερος ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ταινία. Αλλά, με τα λόγια του ποιητή (Paul Éluard), και σήμερα «σκοτεινή νύχτα περιμένει το μεγαλείο της αφύπνισης»…