Η σύσκεψη εργασίας στο Δήμο Καλαμάτας, με αντικείμενο την πορεία των έργων και το σχεδιασμό για το 2026, παρουσιάστηκε ως μήνυμα επιτάχυνσης και επιχειρησιακής ετοιμότητας. Ωστόσο, πίσω από τη θεσμική εικόνα του συντονισμού και των καλών προθέσεων, αναδύονται κρίσιμα ερωτήματα για το κατά πόσο η επιτάχυνση αυτή θα αποτυπωθεί στην πράξη και όχι μόνο σε επίπεδο σχεδιασμού.
Η Δημοτική Αρχή επιχειρεί να θέσει το 2026 ως έτος υλοποίησης, δίνοντας έμφαση στην παρακολούθηση των εν εξελίξει έργων, στα χρονοδιαγράμματα και στις τεχνικές εκκρεμότητες. Πρόκειται για μια αναγκαία διαδικασία, η οποία όμως δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αποτελέσματος. Άλλωστε, η Καλαμάτα έχει βιώσει στο παρελθόν την επανάληψη συσκέψεων και εξαγγελιών που δε συνοδεύτηκαν από την απαιτούμενη ταχύτητα ή από ουσιαστική αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών.
Ο προγραμματισμός νέων έργων για το 2026 και η έμφαση σε παρεμβάσεις με κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα είναι, αναμφίβολα, θετικά στοιχεία. Το κρίσιμο σημείο, όμως, βρίσκεται στην ωρίμανση των μελετών και στη δυνατότητα των υπηρεσιών να ανταποκριθούν στον αυξημένο φόρτο. Η διαχρονική υποστελέχωση, οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και οι συχνές καθυστερήσεις στις εγκρίσεις παραμένουν παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν, όσο καλή κι αν είναι η πρόθεση για επιτάχυνση.
Η αναφορά του δημάρχου στην ανάγκη σαφών χρονοδιαγραμμάτων και στενής συνεργασίας αιρετών και υπηρεσιακών στελεχών αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος: την αξιοπιστία. Για τους πολίτες, η αποτελεσματικότητα της Δημοτικής Αρχής δε μετριέται από τον αριθμό των συσκέψεων, αλλά από το αν τα έργα ξεκινούν και ολοκληρώνονται εντός χρόνου και προϋπολογισμού.
Η πρόκληση, λοιπόν, για το Δήμο Καλαμάτας το 2026 δεν είναι απλώς να θέσει τα έργα «σε τροχιά επιτάχυνσης», αλλά να αποδείξει ότι ο σχεδιασμός μπορεί να μεταφραστεί σε απτά, μετρήσιμα αποτελέσματα, που θα δικαιώσουν τις προσδοκίες της τοπικής κοινωνίας.
Α.Π.











