Ογδόντα χρόνια από τα αιματηρά γεγονότα της Καλαμάτας

Ογδόντα χρόνια από τα  αιματηρά γεγονότα της Καλαμάτας

Η Καλαμάτα και η μεσσηνιακή ύπαιθρος από τη διάρκεια της Κατοχής είχαν βαφτεί στο αίμα. Αυτό οφειλόταν, εκτός της συμπεριφοράς των στρατευμάτων Κατοχής, τόσο στην εμφυλιοπολεμική διαμάχη ανάμεσα στα Τάγματα Ασφαλείας και στο Εαμικό στρατόπεδο όσο και σε αυτά που διαδραματίστηκαν κατά την επικράτηση του ΕΛΑΣ μετά την αποχώρηση των Γερμανών τον Σεπτέμβριο του 1944 (κυρίως οι υπερβασίες του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά). Τα πράγματα δεν ηρέμησαν ούτε μετά τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» (Φεβρουάριος 1945), καθώς τότε συγγενείς θυμάτων του Μελιγαλά, αλλά και πρώην ταγματασφαλίτες, εκδικήθηκαν, συνεχίζοντας το φαύλο κύκλο της βίας.

Από τις 8 Ιανουαρίου (1946) κηρύχθηκαν απεργίες στην Καλαμάτα από εργατικούς κλάδους προσκείμενους στο ΕΑΜ. Κατά τη διάρκεια των απεργιών οι απεργοί συγκροτούσαν (παράνομες) διαδηλώσεις φωνάζοντας «Γενική αμνηστία, να διαλυθούν οι Χίτες». Οι εκδηλώσεις αυτές έβρισκαν αντίθετους τους εθνικόφρονες.

Τα πράγματα οξύνθηκαν μετά τις 16 Ιανουαρίου, όταν τρεις αντάρτες δολοφόνησαν (με εντολή του Βαγγέλη Ρογκάκου) σε ενέδρα στο δρόμο Σπάρτης-Κροκεών τον αρχηγό της «Χ» Λακωνίας, δικηγόρο Γρηγόριο Κοντοβουνήσιο, τον εξάχρονο γιο του και τους δύο συνοδούς του. Παράλληλα, η εφαρμογή του νόμου Σοφούλη «περί αποσυμφορήσεως φυλακών» (νόμος 753/21-12-1945) είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση 82 αριστερών κρατουμένων από τις τοπικές φυλακές, πράγμα που εξαγρίωσε τους δεξιούς κύκλους της πόλης.

Το βράδυ της 18ης Ιανουαρίου 10 ένοπλοι χίτες μετέβησαν στο καφενείο Κατσαρού (στέκι κομμουνιστών) στην Καλαμάτα και σκότωσαν τον ιδιοκτήτη Ν. Κατσαρό και τον γεωπόνο Αθανάσιο Λαφαζάνο και τραυμάτισαν τέσσερις θαμώνες. Αμέσως μετά το γεγονός κατέφθασαν στο σημείο ο διοικητής Χωροφυλακής, ο διοικητής Ασφαλείας και ο εισαγγελέας με δυνάμεις της Αστυνομίας και της Εθνοφυλακής. Οι τραυματίες (Ηλ. Χρυσοβέργης – δημόσιος υπάλληλος, Γ. Βασάκος – υπάλληλος Εθνικής Τράπεζας Καλαμών, Μ. Ζαγαρέλος – υποδηματοποιός και Ηλ. Λινάρδος από την Κουκουνάρα) μεταφέρθηκαν στην κλινική Αντσακλή. Η Εισαγγελική Αρχή της πόλης άρχισε τις ανακρίσεις και η Αστυνομία συνέλαβε 32 άτομα ως υπόπτους.

Η 19η Ιανουαρίου βρήκε την Καλαμάτα παραδομένη στη μανία του όχλου με επικεφαλής εξτρεμιστές της Αριστεράς. Το πρωί, οι κομμουνιστές συγκεντρώθηκαν στο Εργατικό Κέντρο και οργάνωσαν διαδήλωση προς τη Νομαρχία, όπου και διαμαρτυρήθηκαν μέσω πολυμελούς επιτροπής στο νομάρχη, καταλογίζοντας ευθύνες στη Χωροφυλακή και τον εισαγγελέα. Μάταια ο νομάρχης και ο μητροπολίτης προσπάθησαν να κατευνάσουν τα πνεύματα. Οι κομμουνιστές αποχώρησαν σχηματίζοντας μικρές ομάδες και κακοποίησαν εθνικόφρονες σε διάφορα σημεία της πόλης. Το απόγευμα έγινε η κηδεία των δύο θυμάτων. Κατά την πομπή της κηδείας, που μετατράπηκε σε συλλαλητήριο – το δρομολόγιό της ήταν υποδειγμένο από την Αστυνομία – ακούγονταν εκδικητικά συνθήματα «Για έναν εκατό» κ.λπ. Η ύπαιθρος ήταν ανάστατη. Από την πλευρά των εθνικοφρόνων υπήρξε έξαψη, καθώς οι πληροφορίες που κυκλοφορούσαν έφεραν την πόλη υπό την κυριαρχία των κομμουνιστών.

Το βράδυ, έξω από τη Θουρία, εθνικόφρονες χωρικοί σκότωσαν τον Διον. Κακολίδη και τον Αθαν. Δεδούση κατά την έρευνα που έκαναν σε διερχόμενα αυτοκίνητα. Εξτρεμιστές της δεξιάς με επικεφαλής τους Μαγγανά, Ζαμπάρα και Πετρόπουλο κινήθηκαν ένοπλοι προς την πόλη. Αντιπροσωπεία της πόλης συναντήθηκε μαζί τους στην Αγία Τριάδα και απέτρεψε την εισβολή τους στην πόλη.

Το πρωί της επομένης (20 Ιανουαρίου) χωρικοί της περιοχής Καλαμών φοβούμενοι ότι θα υπάρξει σφαγή εθνικοφρόνων από τους κομμουνιστές άρχισαν να συγκεντρώνονται σε σημεία πλησίον της πόλης. Η δημόσια οδός Καλαμάτας-Αθήνας από το Ντελίμεμι (Αιθαία) έως την Αγία Τριάδα είχε κατακυστεί από 3.000 – 4.000 πολίτες, οι οποίοι έπνεαν μένεα κατά των κομμουνιστών. Από αυτούς, οι 1.500 ήταν ένοπλοι από τη Μεσσηνία, τη Λακωνία και τη Μεγαλόπολη. Μαζί τους βρίσκονταν και αρκετές γυναίκες, μανάδες και χήρες των θυμάτων του Μελιγαλά. Με επικεφαλής τον διαβόητο Μαγγανά, οι ένοπλοι φιλομοναρχικοί εμφανίστηκαν το απόγευμα στην πόλη. Πυροβολισμοί δημιούργησαν τρόμο και αγωνία στους κατοίκους. Ομάδα από αυτούς κατευθύνθηκε προς το Α’ Αστυνομικό Τμήμα, περικύκλωσε την περιοχή και ελευθέρωσε από τα κρατητήρια 32 χίτες (κρατούμενοι ως υπεύθυνοι για τους πυροβολισμούς στο καφενείο) και άλλους 15 ομοϊδεάτες τους (κρατούμενοι για άλλα αδικήματα). Στη συνέχεια, οι ένοπλοι του Μαγγανά προσπάθησαν να αφαιρέσουν από τα ανακριτικά γραφεία τις δικογραφίες παρακρατικών δεξιών, αλλά συνάντησαν την αντίσταση της Χωροφυλακής. Η πόλη ερημώθηκε, αφού ο πληθυσμός πανικόβλητος αποσύρθηκε στα σπίτια του. Ο νομάρχης και ο εισαγγελέας φυγαδεύτηκαν από την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου Rex, όταν έμαθαν ότι τους αναζητούσε ο Μαγγανάς. Λόγω της έλλειψης ικανού αριθμού στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων αποφασίστηκε η φρούρηση των φυλακών Αλεξανδράκη και Καρέλια (όπου κρατούνταν εκατοντάδες κομμουνιστές), της Νομαρχίας, του Δικαστικού Μεγάρου, του Ταχυδρομείου και του τηλεφωνικού κέντρου.

Τη νύχτα άρχισε και δεύτερη εισβολή χιτών σε διάφορα σημεία της πόλης. H Ράχη, το Φραγκοπήγαδο, η Φυτειά και το Νησάκι είχαν γεμίσει από οπλοφόρους που έκαναν έρευνες και συλλήψεις βάσει των καταλόγων των αποφυλακισθέντων κομμουνιστών. Συνέλαβαν 120 πολίτες και τους απήγαγαν, αφού εκτέλεσαν επί τόπου έξι από αυτούς και κακοποίησαν αρκετούς άλλους. Άλλες ομάδες ενόπλων κατέστρεψαν το τυπογραφείο της εφημερίδας «Τα Νέα», όπου εκτυπωνόταν η εαμική «Ελεύθερη Μεσσηνία». Μεμονωμένες συλλήψεις έγιναν και στις συνοικίες της Υπαπαντής και του Αγίου Νικολάου (εδώ ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου ο κομμουνιστής υποδηματοποιός Λεάκος).

Επίσης, προσπάθησαν να αιχμαλωτίσουν εκατοντάδες αριστερούς κρατουμένους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο Καρέλια, αλλά και εκεί εμποδίστηκαν από τη Χωροφυλακή.

Αποχωρώντας από την πόλη με τους ομήρους κατευθύνθηκαν προς τη Σπερχογεία.

Άλλη ομάδα, στην είσοδο της Θουρίας, συνέλαβε τον ερχόμενο με αυτοκίνητο δικηγόρο και στέλεχος του ΚΚΕ Κορμά και τον σκότωσε.

Αργά το βράδυ, διατάχθηκε από την κυβέρνηση Σοφούλη η αποστολή ενός αντιτορπιλικού και ενισχύσεις Χωροφυλακής και Στρατού με επικεφαλής τον στρατιωτικό διοικητή Μεσσηνίας-Λακωνίας συνταγματάρχη πεζικού Νικόλαο Παπαδόπουλο, τον ανώτερο διοικητή Χωροφυλακής Πελοποννήσου, συνταγματάρχη Δημήτριο Δουκάκη και τον ναύαρχο Θεόδωρο Κουντουριώτη.

Από το πρωί της 21 Ιανουαρίου επιβλήθηκε Στρατιωτικός Νόμος στους Νομούς Μεσσηνίας-Λακωνίας, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των πολιτών μετά τις 6.30 μ.μ., η λειτουργία των καταστημάτων μετά τις 6.00 μ.μ. και οι συγκεντρώσεις. Την ίδια μέρα κατέφθασαν στην πόλη οι ισχυρές δυνάμεις Στρατού, Χωροφυλακής και Στόλου. Επιτροπή του ΕΑΜ επισκέφτηκε το νομάρχη και απαίτησε όπλα για αυτοάμυνα. Το αίτημα απορρίφθηκε. Επιτροπή της πόλης αποτελούμενη από το μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο, το δήμαρχο Καλαμάτας Βασίλη Παλαμάρα, τον συνταγματάρχη Βενετσάνο Κετσέα, τον περιφερειακό διευθυντή της UNRA κ. Λούη και τον Βρετανό αξιωματικό Αλεξάντερ μετέβη στη Σπερχογεία για να μεσολαβήσει για την απελευθέρωση των απαχθέντων κομμουνιστών, αλλά επέστρεψαν χωρίς λύση. Οι ένοπλοι αρνήθηκαν λέγοντας ότι θα αποδώσουν δικαιοσύνη για την απόλυση των αποφυλακισθέντων κομμουνιστών (με τον νόμο Σοφούλη) και παραπονέθηκαν στην Επιτροπή ότι δεν προέβησαν σε παρόμοιο διάβημα σε ένοπλους Ελασίτες, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στη θέση «Σπυρίδη» λίγο έξω από την Καλαμάτα.

Το μεσημέρι έγινε σύσκεψη στα γραφεία της Χωροφυλακής υπό την προεδρία του Συνταγματάρχη Πεζικού Ν. Παπαδόπουλου με τους νομάρχη Θ. Ζέρβα, εισαγγελέα Kαλαμάτας, μητροπολίτη Χρυσόστομο, ανώτερο διευθυντή Χωροφυλακής, συνταγματάρχη Λουκάκη, Άγγλο στρατιωτικό Κομπλ, αστυνομικό σύμβουλο Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής Πελοποννήσου και διοικητή Χωροφυλακής Καλαμάτας, ταγματάρχη Αλεξίου. Συμφωνήθηκε η απελευθέρωση των ομήρων χωρίς σύγκρουση. Για την επίτευξη αυτού κλήθηκαν δύο εθνικόφρονες πολίτες να μεταφέρουν τη διαταγή απελευθέρωσης των ομήρων, καθώς και την κατάθεση των όπλων έως το μεσημέρι της 22ας Ιανουαρίου.

Σε διαφορετική περίπτωση, οι ένοπλοι θα διώκονταν.

Το βράδυ οι ένοπλοι στασιαστές πληροφορήθηκαν το τελεσίγραφο του στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου.

Πράγματι, από το πρωί της 22ας Ιανουαρίου άρχισαν να απελευθερώνονται όμηροι. Είχε προηγηθεί επαφή του διοικητή Χωροφυλακής Σπύρου με την ομάδα Μαγγανά στο Γαρδίκι, όπου είχαν μεταφέρει την έδρα τους οι στασιαστές (καθ’ οδόν από Γαρδίκι προς Σπερχογεία είχαν σκοτώσει έξι λοξοδρομήσαντες ομήρους). Η αστυνομική δύναμη δεν άνοιξε πυρ φοβούμενη ότι κρατούν κι άλλους ομήρους.

Τις επόμενες ημέρες στρατιωτικά τμήματα καταδίωκαν σε όλο το νομό την ομάδα Μαγγανά. Στις 25 Ιανουαρίου επικηρύχθηκε. Παράλληλα, αφίχθη στην πόλη ο αρχηγός της Χωροφυλακής Μπριλλάκης που προΐστατο των ανακρίσεων για το έγκλημα στο καφενείο Κατσαρού. Στις 30 Ιανουαρίου ο Μαγγανάς ξέφυγε από αστυνομικό κλοιό αφού είχε ειδοποιηθεί από ομάδα χωρικών. Στον Ριζόμυλο, ο Μαγγανάς διέφυγε από κλοιό 600 στρατιωτών αφού ειδοποιήθηκε πάλι από χωρικούς.

Στις 31 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου απόσπασμα 700 στρατιωτών είχε ζώσει την περιοχή του χωριού Αριστομένη. Ο Μαγγανάς κρυβόταν σε άγνωστο καταφύγιο και όταν λύθηκε ο κλοιός κατευθύνθηκε (στις 4 Φεβρουαρίου), επικεφαλής 15μελούς ομάδας, στο χωριό Διόδια, όπου συνέλαβε 20 ομήρους και εκτέλεσε 3 χωρικούς, τους οποίους υποψιαζόταν ότι έδιναν πληροφορίες για τις κινήσεις του. Η καταδίωξή του δεν έφερνε αποτελέσματα γιατί οι κάτοικοι της υπαίθρου τον υπέθαλπαν. Αυτό ομολόγησε στις 5 Φεβρουαρίου ο στρατιωτικός διοικητής.

Στις 11 Φεβρουαρίου στο χωριό Βλάσση απόσπασμα χωροφυλακής και στρατού συνεπλάκη με την ομάδα Μαγγανά. Ο Μαγγανάς πάλι κατάφερε να διαφύγει με τους 15 ομοϊδεάτες του.

Στις 25 Φεβρουαρίου άρχισε στο Στρατοδικείο – μέσα σε ατμόσφαιρα έντασης – η δίκη των κατηγορουμένων για τα γεγονότα της 20ής Ιανουαρίου. Η αίθουσα ήταν γεμάτη από πολίτες και των δυο παρατάξεων. Το Στρατοδικείο καταδίκασε ερήμην εις θάνατον τους πρωταίτιους Βαγγέλη Μαγγανά, Φώτη Ζαμπάρα και Βασίλη Κυριαζόπουλο. Οι υπόλοιποι συλληφθέντες δέχθηκαν ποινές φυλάκισης.

Η παράτολμη αυτή ενέργεια προκάλεσε σάλο στην Ελλάδα. Κύκλοι της Αριστεράς έκαναν λόγο για απόπειρα φιλοβασιλικού πραξικοπήματος, κι από την άλλη, ο δεξιός Τύπος της εποχής χαρακτήριζε την εισβολή των ενόπλων στην Καλαμάτα σαν λαϊκή εξέγερση κι έκανε λόγο για αποσόβηση κομμουνιστικού πραξικοπήματος με αφορμή τα γεγονότα στο Κοπανάκι με τις συγκρούσεις Χωροφυλακής και ενόπλων αριστερών την ίδια μέρα με το «κίνημα του Μαγγανά». 

Μετά τα γεγονότα, ο Μαγγανάς έγινε κόκκινο πανί για τους κομμουνιστές και ήρωας για τους χίτες. Συνελήφθη τυχαία μαζί με δύο συντρόφους του στις 22 Μαΐου 1946 στην περιοχή μεταξύ Χανδρινού και Πύλου από τον αξιωματικό Αγγελίδη και έναν Βρετανό αξιωματικό και μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα.

Κάπως έτσι πορευόταν η πόλη προς τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Κι αυτό το γεγονός άνοιξε έναν νέο κύκλο αίματος…

OMIΛΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ΦΙΛΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΗΓΕΣ
-Εφημερίδα «Θάρρος», 3/1/1946, 19/1/1946, 21/1/1946, 23/1/1946, 25/1/1946, 26/1/1946, 31/1/1946, 5/2/1946, 6/2/1946, 12/2/1946, 26/2/1946, 28/2/1946
-Εφημερίδα «Το Βήμα», 22/1/1946
-Εφημερίδα «Σημαία», 22/1/1946
-Έκθεσις επί των γεγονότων των Καλαμών 18-22 Ιανουαρίου 1946, Στρατιωτική Διεύθυνσις Μεσσηνίας – Λακωνίας / 28 Ιανουαρίου 1946