ΣτΕ: Όχι κατεδαφίσεις «στα τυφλά» σε παραδοσιακούς οικισμούς

ΣτΕ: Όχι κατεδαφίσεις «στα τυφλά»  σε παραδοσιακούς οικισμούς

Με μια απόφαση που θέτει σαφή όρια στη διοικητική πρακτική των κατεδαφίσεων, το Συμβούλιο της Επικρατείας επαναφέρει στο προσκήνιο την ουσιαστική προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στους παραδοσιακούς οικισμούς.

Οι ανώτατοι δικαστές ξεκαθαρίζουν ότι η διαπίστωση στατικής επικινδυνότητας από μόνη της δεν αρκεί για να οδηγήσει στην κατεδάφιση παλαιών κτισμάτων, χωρίς προηγούμενη αρχιτεκτονική και μορφολογική αξιολόγηση.

Αφορμή για την απόφαση (ΣτΕ 2335/2025) αποτέλεσε υπόθεση που αφορούσε κτήριο στον παραδοσιακό οικισμό του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας, κατασκευασμένο προ του 1923, με μεταγενέστερη προσθήκη πριν από το 1955. Το κτίσμα είχε χαρακτηριστεί ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο από τη Διοίκηση, ωστόσο το ΣτΕ ακύρωσε τη σχετική έκθεση, κρίνοντας ότι δεν τηρήθηκαν οι ειδικές εγγυήσεις που προβλέπει η νομοθεσία για τα ακίνητα εντός παραδοσιακών οικισμών.

Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται η σαφής διάκριση μεταξύ του «κοινώς ετοιμόρροπου» και του «επικινδύνως ετοιμόρροπου» κτηρίου – μια διάκριση που, όπως φαίνεται, συχνά παραβλέπεται στην πράξη. Στην πρώτη περίπτωση, η Διοίκηση οφείλει να διερευνά τη δυνατότητα λήψης μέτρων επισκευής ή ενίσχυσης, ώστε να αρθεί η επικινδυνότητα. Η άμεση κατεδάφιση χωρίς εξέταση εναλλακτικών λύσεων επιτρέπεται μόνο όταν το κτήριο κρίνεται «επικινδύνως ετοιμόρροπο», δηλαδή όταν συντρέχει άμεσος και σοβαρός κίνδυνος.

Ωστόσο, το ΣτΕ υπογραμμίζει ότι στους παραδοσιακούς οικισμούς το πλαίσιο είναι ακόμη αυστηρότερο. Εκεί έχουν θεσπιστεί ειδικές εγγυήσεις, ακριβώς για να αποτραπεί η σταδιακή αλλοίωση του οικιστικού ιστού μέσω αποσπασματικών κατεδαφίσεων. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, η τμηματική κατεδάφιση παλαιών κτισμάτων μπορεί να οδηγήσει σε γενικότερη βλάβη του προστατευόμενου οικισμού και να καταστήσει κενό γράμμα την ίδια την έννοια της προστασίας του.

Κομβικό ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραματίζει το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με το ΣτΕ, η γνωμοδότησή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση πριν από οποιαδήποτε κατεδάφιση ετοιμόρροπου κτηρίου σε παραδοσιακό οικισμό και πρέπει να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη. Το όργανο αυτό δεν μπορεί να λειτουργεί ως απλός επικυρωτής των τεχνικών εκθέσεων των πολεοδομικών υπηρεσιών, αλλά οφείλει να προβαίνει σε αυτοτελή αξιολόγηση της αρχιτεκτονικής, μορφολογικής, αισθητικής και ιστορικής αξίας του κτηρίου, καθώς και της σχέσης του με το σύνολο του οικισμού.

Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχουν ηπιότερα μέτρα που θα μπορούσαν να διασώσουν το κτίσμα.

Στην εξεταζόμενη υπόθεση το ΣτΕ διαπίστωσε σοβαρές πλημμέλειες: η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της Π.Ε. Αρκαδίας εκδόθηκε εκ των υστέρων και χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, καθώς περιορίστηκε στην αποδοχή των πορισμάτων της Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Κτηρίων, χωρίς καμία κρίση για τη μορφολογική ή ιστορική αξία του κτιρίου. Ως αποτέλεσμα, η έκθεση κατεδάφισης κρίθηκε μη νόμιμη.

Η απόφαση αυτή στέλνει σαφές μήνυμα στη Διοίκηση: στους παραδοσιακούς οικισμούς δε χωρούν λύσεις «εύκολες» και «γρήγορες». Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτεί σύνθετη κρίση, τεκμηρίωση και σεβασμό στη φυσιογνωμία των οικισμών.

Σε μια περίοδο που η πίεση για αναπλάσεις και «εκκαθαρίσεις» παλαιών κτισμάτων αυξάνεται, το ΣτΕ υπενθυμίζει ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρά εις βάρος της ιστορικής μνήμης και της αρχιτεκτονικής συνέχειας του τόπου.