Στο προσκήνιο επανέρχεται το ζήτημα έναρξης τακτικών πτήσεων υδροπλάνων στην Ελλάδα, με αφορμή την πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της τέως προέδρου του ΕΟΤ και πρώην υφυπουργού Τουρισμού, Άντζελας Γκερέκου, η οποία κάνει λόγο για «θεσμικά και πολιτικά ακατανόητη αδράνεια» σε ένα έργο που εδώ και χρόνια παρουσιάζεται ως ώριμο και έτοιμο προς λειτουργία.
Η παρέμβαση της κας Γκερέκου βασίζεται σε επιστολή της Ένωσης Ξενοδόχων Ιωαννίνων προς την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας, αλλά αγγίζει συνολικά το εθνικό σχέδιο ανάπτυξης δικτύου υδροπλάνων – ένα σχέδιο που αφορά άμεσα και στη Μεσσηνία, όπου το υδατοδρόμιο της Καλαμάτας παραμένει χωρίς κανονική λειτουργία, παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες.
Δοκιμαστική πτήση,
αλλά χωρίς συνέχεια
Υπενθυμίζεται ότι και στην Καλαμάτα, μέσα στο καλοκαίρι, πραγματοποιήθηκε δοκιμαστική πτήση υδροπλάνου, γεγονός που δημιούργησε προσδοκίες σε τοπικούς φορείς και επαγγελματίες του τουρισμού ότι η πόλη θα μπορούσε σύντομα να ενταχθεί σε ένα πανελλαδικό δίκτυο θαλάσσιας αερομεταφοράς. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ανακοινωμένο πτητικό πρόγραμμα, ούτε σαφές χρονοδιάγραμμα για την έναρξη τακτικών δρομολογίων από και προς τη Μεσσηνία.
Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με όσα επισημαίνει η κα Γκερέκου, η οποία τονίζει ότι, παρά τις επιτυχημένες δοκιμαστικές πτήσεις της Hellenic Seaplanes σε λιμένες όπως ο Βόλος, η Σκύρος, η Σκόπελος, η Πάτμος, η Αμφιλοχία, η Ερμιόνη και η Κέρκυρα, η διαδικασία παραμένει «μετέωρη», χωρίς επίσημες εξηγήσεις.
Χαμένες ευκαιρίες
Για τη Μεσσηνία, η καθυστέρηση αυτή μεταφράζεται σε χαμένη αναπτυξιακή ευκαιρία, καθώς τα υδροπλάνα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς το αεροδρόμιο Καλαμάτας, ενισχύοντας τη διασύνδεση με νησιωτικούς και παράκτιους προορισμούς, αλλά και με περιοχές της ενδοχώρας. Ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλής τουριστικής ζήτησης, ένα τέτοιο μέσο μεταφοράς θα μπορούσε να προσφέρει ευελιξία, ταχύτητα και εναλλακτικές επιλογές στους επισκέπτες.
Όπως επισημαίνει η τέως πρόεδρος του ΕΟΤ, το πρόβλημα δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί σε τεχνικά ή απλά γραφειοκρατικά ζητήματα, καθώς το έργο έχει παρουσιαστεί δημόσια ως επιχειρησιακά έτοιμο. «Όταν ένα τέτοιο εγχείρημα παραμένει επί χρόνια σε αναστολή, το πρόβλημα είναι θεσμικό, διοικητικό και πολιτικό», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Τα ερωτήματα που θέτει η Άντζελα Γκερέκου – για το πραγματικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το έργο, για τις εκκρεμότητες μετά τις δοκιμαστικές πτήσεις, για το φορέα που έχει την ευθύνη του συντονισμού και για το δεσμευτικό χρονικό ορίζοντα έναρξης των πτήσεων – αφορούν άμεσα και στη Μεσσηνία.
Μέχρι να υπάρξουν σαφείς απαντήσεις και συγκεκριμένες αποφάσεις, το υδατοδρόμιο Καλαμάτας παραμένει ένα ακόμη παράδειγμα υποδομής που, ενώ έχει προβληθεί ως μοχλός ανάπτυξης, δεν έχει περάσει στην πράξη, αφήνοντας τις τοπικές κοινωνίες να αναμένουν – για ακόμη ένα καλοκαίρι – την υλοποίηση των εξαγγελιών.
Β.Β.











