Η ιστορία ξεκινά στις 16 Μαρτίου 1992 στην ναυτική βάση Τουλόν της Νότιας Γαλλίας όπου μια ομάδα ναυτικής κρούσης που αποτελείται από το αεροπλανοφόρο Foch, το υποβρύχιο πυρηνικής επίθεσης Saphir, την ανθυποβρυχιακή φρεγάτα Dupleix, τις αντιαεροπορικές φρεγάτες Duquesne και την ολοκαίνουργια Jean-Bart ετοιμάζεται να αποπλεύσει από το λιμάνι της Τουλόν για μια άσκηση στην Ανατολική Μεσόγειο με την ονομασία «Τερψιχόρη» (σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ήταν η μούσα του χορού).
Πριν κατευθυνθεί ανατολικά, η ναυτική δύναμη πραγματοποίησε δοκιμές στα ανοικτά των ακτών της Τουλόν και των Νήσων Hyères για να καθορίσει τους ρόλους των διαφόρων πλοίων εντός της ναυτικής αεροπορικής ομάδας. Το αεροπλανοφόρο Foch είχε επίσης τη λεπτή αποστολή να παραλάβει τους διαφορετικούς τύπους αεροσκαφών που αποτελούσαν μέρος της αεροπορικής συνιστώσας (Crusader, Super-Étendard).

Για αρκετές ημέρες, οι ελιγμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλο για να εξοικειωθούν οι πιλότοι, ειδικά οι νέοι πιλότοι, με τις διαδικασίες απογείωσης και προσγείωσης στο κατάστρωμα μέρα και νύχτα. Ακολούθως, η ναυτική ομάδα κατευθύνθηκε νότια στο Τυρρηνικό πέλαγος και περνώντας ανάμεσα από την Σικελία και την Μάλτα έφτασε στο Ιόνιο πέλαγος, στα ανοιχτά του Κόλπου της Σύρτης, μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης. Οι ελιγμοί και οι ασκήσεις συνεχίζονταν με εντατικούς ρυθμούς, ενώ τα αεροσκάφη απογειώνονταν και προσγειώνονταν ασταμάτητα με την διαταγή ωστόσο της απαγόρευσης εισόδου στον εναέριο χώρο της Λιβύης.

Στις 27 Μαρτίου 1992, νωρίς το απόγευμα Παρασκευής, από το αεροπλανοφόρο Foch δύο αεροσκάφη F8 E (FN) Crusader απογειώθηκαν για να λάβουν μέρος σε διάφορες ασκήσεις, όπως αναχαίτισης μεταξύ αεροσκαφών, επιθέσεων σε πλοία και στόχων επιφανείας. Στο LTV F8 E (FN) Crusader No. 6 πιλότος είναι ο σημαιοφόρος πρώτης τάξης Raphaël Chapalain ο οποίος μετά το πέρας των ασκήσεων έκανε αρκετές προσπάθειες να προσγειωθεί στο αεροπλανοφόρο σε ιδιαίτερα αντίξοες καιρικές συνθήκες κυματισμού χωρίς αποτέλεσμα. Καθώς τελείωναν τα καύσιμα και δεν είχε δυνατότητα ανεφοδιασμού αέρος-αέρος πήρε εντολή, μαζί με τα υπόλοιπα 2 αεροσκάφη που βρίσκονταν στον αέρα, να εκτραπούν προς το αεροδρόμιο της Καλαμάτας.

Ενώ προσπαθούσε να φτάσει στο αεροδρόμιο με ελάχιστα καύσιμα, πολύ χαμηλή ορατότητα και κακές καιρικές συνθήκες, το αεροσκάφος προσέκρουσε σε χαμηλή κορυφή (Ζαρναούρα – Μαντά Λημέρια, υψ. 851 μ.) του όρους Λυκόδημου, σε περιοχή της Κοινότητας Αμπελοκήπων του Δήμου Πύλου-Νέστορος, μεταξύ των οικισμών Αμπελόκηποι, Κόκκινο και Πλατανόβρυση, με αποτέλεσμα ο νεαρός πιλότος να σκοτωθεί ακαριαία σε ηλικία 28 ετών.

Ο σημαιοφόρος Chapalain ονομάστηκε μετά θάνατον «Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής» από την Γαλλική Δημοκρατία με την ακόλουθη αναφορά:

«Ένας θαρραλέος και αποφασιστικός αξιωματικός του ναυτικού που πάντα έδειχνε αξιοσημείωτες στρατιωτικές ικανότητες και του οποίου η διαθεσιμότητα και η αίσθηση του καθήκοντος έχουν κερδίσει την ομόφωνη εκτίμηση των ανωτέρων του. Πιλότος μαχητικών στην Πολεμική Αεροπορία, επέλεξε τον Σεπτέμβριο του 1989 να υπηρετήσει στην Πολεμική Ναυτική Αεροπορία. Η προσαρμογή του σε αυτό ήταν γρήγορη και ολοκληρωτική. Αναπληρωτής αρχηγός της περιπόλου μαχητικών στον 12ο Στολίσκο F, η ορθή κρίση του, η μεγάλη του ικανότητα και η εξουσία του στην πτήση έγιναν γρήγορα αντιληπτά και αξίζει να αναφερθούν ως παράδειγμα. Εμψυχωμένος από το καλύτερο πνεύμα και προικισμένος με εξαιρετικές ανθρώπινες ικανότητες, είχε καταφέρει να εξασφαλίσει τον σεβασμό των συνομηλίκων του. Είχε συνολικά 2100 ώρες πτήσης, συμπεριλαμβανομένων 150 ωρών τη νύχτα και 93 προσγειώσεων στο κατάστρωμα. Σκοτώθηκε στις 27 Μαρτίου 1992 εν ώρα καθήκοντος κοντά στην Καλαμάτα κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής πτήσης από το αεροπλανοφόρο Foch που επιχειρούσε ανοιχτά των ακτών της Πελοποννήσου».
Στη βάση αυτών, το Ινστιτούτο Πολιτισμού Μεσσηνίας, που ερεύνησε Γαλλικά αρχεία για τον εντοπισμό των παραπάνω στοιχείων, τον περασμένο Αύγουστο οργάνωσε ειδική αποστολή εντοπισμού του αεροσκάφους σε συνεργασία με τους τοπικούς ερευνητές, κ. Αλέξανδρο Μπουγιούκο και κ. Δημήτριο Πανοσκάλτση. Άκρως σημαντική ήταν η βοήθεια του τοπικού κατοίκου κ. Βασίλειου Κουμουνδούρου από τον οικισμό της Πλατανόβρυσης, σχετικά με την ενημέρωση για το γεωγραφικό σημείο που είχε καταπέσει το αεροσκάφος αλλά και την πιθανή διαδρομή που έπρεπε να ακολουθηθεί για τον εντοπισμό του, καθώς και του κ. Ιωάννη Καναβού με συμπληρωματικές πληροφορίες από τον ίδιο οικισμό. Μέτα από μια πολύωρη δύσκολη ανάβαση σε δύσβατη περιοχή εντοπίστηκε η άτρακτος του αεροσκάφους λίγο πριν την ανατολική κορυφή της Ζαρναούρας, ενώ διάσπαρτα βρίσκονταν τμήματά του σε καλή διατηρημένη κατάσταση. Σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων κατοίκων το αεροσκάφος σύρθηκε για περισσότερο από 100 μέτρα κατά μήκος ανόδου της πλαγιάς δημιουργώντας ένα «διάδρομο» εντός της δασικής έκτασης που διακρινόταν από μακριά.
Εν συνεχεία, το Ινστιτούτο Πολιτισμού Μεσσηνίας ενημέρωσε την Πρεσβεία της Γαλλίας στην Ελλάδα για τον εντοπισμό του αεροσκάφους και την πρόθεση τοποθέτησης μιας αναμνηστικής στήλης εις μνήμην του άτυχου πιλότου επί της δημοτικής οδού Αμπελοκήπων – Πλατανόβρυσης καθώς και δημιουργίας ενός μονοπατιού από την δημοτική οδό ως το σημείο συντριβής του αεροσκάφους. Ακολούθως, υπήρξε θετική ανταπόκριση από την Γαλλική Πρεσβεία για την εν λόγω πρωτοβουλία και πρόθεση συνεργασίας για την οργάνωση σχετικής εκδήλωσης ενώ παράλληλα, θετική ανταπόκριση υπάρχει από το Δήμο Πύλου-Νέστορος, μέσω του νέου αντιδημάρχου πολιτισμού κ. Σιψά, για όποια βοήθεια χρειαστεί.
Στη βάση αυτών, το Ινστιτούτο Πολιτισμού Μεσσηνίας σχεδιάζει μια σχετική τελετή εντός της Άνοιξης του 2026 για τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής στήλης που θα τοποθετηθεί σε συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς καθώς και καθαρισμό-σήμανση μονοπατιού πρόσβασης από εθελοντές ώστε παράλληλα να διεξαχθεί πεζοπορία μνήμης προς το αεροσκάφος.















