Τουριστική Πελοπόννησος: Περισσότεροι επισκέπτες, αλλά λιγότερα έσοδα το 2024

Τουριστική Πελοπόννησος: Περισσότεροι επισκέπτες, αλλά λιγότερα έσοδα το 2024

Η τελευταία αποτύπωση της τουριστικής εικόνας για την Περιφέρεια Πελοποννήσου βάσει της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΣΕΤΕ που δημοσιοποιήθηκε προχθές, δείχνει ότι το 2024 κέρδισε σε όγκο, αλλά έχασε σε διανυκτερεύσεις και δαπάνη ανά ταξίδι.

Η Πελοπόννησος βρέθηκε το 2024 μπροστά σε ένα παράδοξο που αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία: οι επισκέψεις μη κατοίκων αυξήθηκαν κατά 3%, από 732.020 το 2023 σε 757.133, όμως οι διανυκτερεύσεις μειώθηκαν κατά 3%, από 5.540.716 σε 5.373.292. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι εισπράξεις: από 383 εκατ. ευρώ το 2023 υποχώρησαν σε 371 εκατ. ευρώ το 2024 (-3%).

Μένουν λιγότερο
Η εικόνα «περισσότεροι έρχονται – λιγότερο μένουν και ξοδεύουν» συμπυκνώνεται στον πιο αποκαλυπτικό δείκτη: τη μέση δαπάνη ανά επίσκεψη. Στην Περιφέρεια έπεσε από 524 ευρώ σε 491 ευρώ (-6%). Αντίθετα, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση έμεινε ουσιαστικά σταθερή, στα 69 ευρώ, δείχνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) οι τιμές, αλλά κυρίως η διάρκεια παραμονής και ο τρόπος κατανάλωσης του προορισμού.

Με απλά λόγια, το 2024 η Πελοπόννησος «πούλησε» καλύτερα την ιδέα του ταξιδιού – όχι όμως και το «stay (διαμονή)».

Πίσω από τους συνολικούς αριθμούς κρύβεται ανακατάταξη στις βασικές αγορές. Η Γερμανία ενίσχυσε θεαματικά την παρουσία της στις διανυκτερεύσεις, από 920.247 το 2023 σε 1.197.227 το 2024 (+30%), ενώ οι διανυκτερεύσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο έπεσαν από 348.302 σε 232.511 (-34%).

Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και από τα έσοδα ανά χώρα. Οι εισπράξεις από τη Γερμανία αυξήθηκαν (από 71 σε 79 εκατ. ευρώ), οι ΗΠΑ ενισχύθηκαν (από 23 σε 38 εκατ. ευρώ), ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο υποχώρησε (από 23 σε 16 εκατ. ευρώ). Σε ένα περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός για ταξιδιωτικά budgets (προϋπολογισμοί) είναι σκληρός, οι αγορές «υψηλής δαπάνης» γίνονται κρίσιμος μοχλός αναβάθμισης, όχι απλώς αύξησης όγκου.

Το στοίχημα εδώ είναι διπλό: στόχευση σε αγορές με μεγαλύτερη διάθεση κατανάλωσης, αλλά και επανατοποθέτηση του προϊόντος, ώστε να “κρατά” τον επισκέπτη περισσότερες μέρες.

Μέση πληρότητα… 39%!
Στο πεδίο της προσφοράς, η Πελοπόννησος διαθέτει 686 ξενοδοχειακές μονάδες, με 20.230 δωμάτια και 40.929 κλίνες. Ωστόσο, η πιο ηχηρή εξέλιξη είναι η κλίμακα της βραχυχρόνιας μίσθωσης: τον Ιούλιο 2024 καταγράφονται 15.159 καταλύματα, 28.457 δωμάτια και 68.910 κλίνες – περισσότερες από τις ξενοδοχειακές κλίνες της Περιφέρειας.

Η γεωγραφία της βραχυχρόνιας μίσθωσης δεν είναι ομοιόμορφη: η Μεσσηνία συγκεντρώνει 24.555 κλίνες, ακολουθούν η Αργολίδα (15.629), η Κορινθία (11.021), η Λακωνία (9.280) και η Αρκαδία (5.340). Η κλίμακα αυτή αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού: επηρεάζει τις πληρότητες, πιέζει υποδομές και υπηρεσίες, αλλά ταυτόχρονα διευρύνει τη δεξαμενή φιλοξενίας – ιδίως σε μικρότερους οικισμούς.

Στα ξενοδοχεία, οι αφίξεις αυξήθηκαν το 2024 κατά 4% (από 1.471.444 σε 1.525.886). Η μέση πληρότητα, όμως, έμεινε πρακτικά στάσιμη γύρω στο 39%, με διαφοροποιήσεις ανά ενότητα: άνοδος σε Αργολίδα και Λακωνία, κάμψη σε Μεσσηνία και Κορινθία. Το μήνυμα είναι καθαρό: ο ανταγωνισμός δεν είναι πια μόνο «μεταξύ προορισμών», αλλά και «εντός προορισμού», ανάμεσα σε διαφορετικά μοντέλα διαμονής.

Καλαμάτα και κρουαζιέρα δίνουν ρυθμό
Δύο «πύλες» δείχνουν να ανεβάζουν ρυθμό. Πρώτον, το αεροδρόμιο Καλαμάτας: οι διεθνείς αεροπορικές αφίξεις στην Περιφέρεια αυξήθηκαν κατά 14%, από 135.160 το 2023 σε 153.483 το 2024. Η εσωτερική κίνηση παραμένει μικρή (13.182 αφίξεις το 2023 και 13.363 το 2024), γεγονός που αναδεικνύει πόσο κρίσιμη είναι η διεθνής συνδεσιμότητα για την περιοχή.

Δεύτερον, η κρουαζιέρα: το 2024 καταγράφηκαν 278 προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων (+8% σε σχέση με το 2023). Η εικόνα ανά λιμάνι έχει ενδιαφέρον: στη Μονεμβασιά οι προσεγγίσεις ανέβηκαν από 68 σε 80 (+17%), στην Καλαμάτα από 52 σε 68 (+31%), ενώ στο Γύθειο (από 81 σε 77) και στο Ναύπλιο (από 56 σε 53) παρατηρείται ελαφρά υποχώρηση. Σε επίπεδο επιβατών, οι αφίξεις στην Περιφέρεια ανέβηκαν από 72.741 σε 95.433 (+31%).

Πολιτισμός, «ήλιος – θάλασσα», γαστρονομία
Η Πελοπόννησος διαθέτει πλούσιο πολιτιστικό απόθεμα, κι αυτό φαίνεται και στην κίνηση: οι επισκέπτες μουσείων αυξήθηκαν κατά 12% (από 89 χιλ. σε 99 χιλ.), ενώ οι εισπράξεις των μουσείων ανέβηκαν κατά 9% (από 185 χιλ. σε 201 χιλ. ευρώ). Ακόμη πιο δυναμική είναι η εικόνα στους αρχαιολογικούς χώρους, όπου οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 6%, από 10,8 σε 11,4 εκατ. ευρώ.

Στο χαρτοφυλάκιο προϊόντων, η Περιφέρεια “κουμπώνει” φυσικά στο τρίπτυχο ήλιος & θάλασσα – πολιτισμός – γαστρονομία, ενώ διαθέτει δυναμική σε yachting (θαλάσσιος τουρισμός με σκάφη/ιστιοπλοΐα), MICE (συνεδριακός/επαγγελματικός τουρισμός – ιδίως Μεσσηνία/Καλαμάτα), αλλά και σε συμπληρωματικές μορφές όπως αγροτουρισμός και οικοτουρισμός. Αυτό ακριβώς είναι το συγκριτικό της πλεονέκτημα: η δυνατότητα να «χτίσει» τετραήμερα και εβδομάδες γύρω από εμπειρίες, όχι μόνο γύρω από παραλίες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο τουρισμός έχει ήδη ουσιαστικό ειδικό βάρος: το 2024 τα έσοδα της Περιφέρειας από τον εισερχόμενο τουρισμό αντιστοιχούσαν σε 545 εκατ. ευρώ (2% των συνολικών εσόδων της χώρας), ενώ η άμεση συμβολή του τουρισμού στο περιφερειακό ΑΕΠ εκτιμάται στο 5%.

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο “πόσο”, αλλά “πώς”. Η έκθεση του ΙΝΣΕΤΕ προτείνει έναν καθαρό άξονα παρεμβάσεων: ενίσχυση λιμενικών υποδομών και μαρινών, βελτίωση της αεροπορικής και σιδηροδρομικής συνδεσιμότητας, ψηφιακά εργαλεία για πρόσβαση και διαχείριση κοινού σε μουσεία/αρχαιολογικούς χώρους, ενοποίηση πόρων πολιτιστικού και θρησκευτικού τουρισμού και παρεμβάσεις στην εμπειρία του επισκέπτη (π.χ. Κέντρο Τουριστικής Πληροφόρησης στο Ναύπλιο, καθώς και αναβάθμιση υποδομών πληροφόρησης και υγιεινής σε σημεία υποδοχής κοινού και συγκοινωνιακούς κόμβους).

Παράλληλα, η «ποιότητα» μετριέται: ο Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης [GRI (Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης από κριτικές επισκεπτών)] για τα ξενοδοχεία της Πελοποννήσου κινήθηκε στο 88,4 το 2024 (από 88,3 το 2023).

Αν κάτι δείχνει το 2024, είναι ότι η Πελοπόννησος δε χρειάζεται απλώς περισσότερους επισκέπτες. Χρειάζεται περισσότερες «ιστορίες παραμονής» – και αυτές χτίζονται με συνδεσιμότητα, εμπειρίες, διαχείριση προορισμού και συνέπεια στην ποιότητα.

Της Βίκυς Βετουλάκη