Την ώρα που ο μέσος Έλληνας κάνει υπολογισμούς πάνω από την απόδειξη του σούπερ μάρκετ και παλεύει να βγάλει το μήνα με αξιοπρέπεια, ένα παράξενο τηλεοπτικό σκηνικό στήνεται ξανά στις οθόνες μας. Ο Παύλος Γκλύξμπουργκ ή Ντε Γκρες και η οικογένειά του εμφανίζονται σε συνεντεύξεις, μιλώντας με άνεση για την «αγάπη» τους για την Ελλάδα και την επιθυμία τους να «προσφέρουν» στον τόπο.
Όμως, πίσω από τα ακριβά κοστούμια και το προσεγμένο λεξιλόγιο, η πλειοψηφία των πολιτών βλέπει κάτι τελείως διαφορετικό. Μια κραυγαλέα πρόκληση.
Η ιστορική μνήμη στην Ελλάδα δεν έχει σβήσει και σίγουρα δεν «ξεπλένεται» με δημόσιες σχέσεις. Οι Έλληνες γνωρίζουν καλά ότι η δυναστεία των Γκλύξμπουργκ ευθύνεται για τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας μας.
Δεν ξεχνούν τα Ιουλιανά του 1965. Τότε που η ξεδιάντροπη παρέμβαση του Κωνσταντίνου Γκλύξμπουργκ με την καθοδήγηση της μητέρας του Φρειδερίκης ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, του αλησμόνητου Γέρου της Δημοκρατίας.
Δεν ξεχνούν την Αποστασία. Μια μαύρη και ντροπιαστική περίοδο σήψης, παρασκηνίου και παρακμής που απαξίωσε τη Δημοκρατία.
Δεν ξεχνούν το δρόμο προς την επταετή Δικτατορία. Την πολιτική ανωμαλία, δηλαδή, που προκάλεσε το Παλάτι, η οποία αποτέλεσε το ιδανικό πρόσχημα για το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών το 1967 που καραδοκούσαν να επέμβουν προλαμβάνοντας τους στρατηγούς υπό την ηγεσία του.
Δεν ξεχνούν την «ευαισθησία» των εκατομμυρίων με τη σκληρή δικαστική διαμάχη για τη λεγόμενη «βασιλική περιουσία». Το γεγονός ότι η οικογένεια διεκδίκησε και τελικά απέσπασε εκατομμύρια ευρώ από το δημόσιο ταμείο, χρήματα που βγήκαν από την τσέπη του φορολογουμένου, παραμένει μια πληγή που δεν κλείνει.
Όταν έχεις αρπάξει εκατομμύρια ευρώ αποζημιώσεις από το υστέρημα ενός λαού που περνάει κρίσεις, έχεις αδειάσει το Τατόι και έχεις φυγαδεύσει πολύτιμους θησαυρούς της χώρας με κοντέινερ μέσα στη νύχτα, με τις ευλογίες του πατρός Μητσοτάκη, το να επιστρέφεις ως «ευαίσθητος παρατηρητής» χωρίς ίχνος συστολής, δεν είναι απλώς άστοχο, είναι απαράδεκτο και προκλητικό.
Οι προσπάθειες του Παύλου Ντε Γκρές να κρατήσει ζωντανό ένα ενδιαφέρον γύρω από το όνομά του και το σόι του είναι αστείος αναχρονισμός που εξυπηρετεί μόνο το δικό τους lifestyle.
Στην Ελλάδα του 2026, οι «βασιλικοί τίτλοι» χωρίς περιεχόμενο και οι όψιμες ευαισθησίες από τα σαλόνια του Λονδίνου, δεν έχουν πλέον καμία θέση στην καρδιά και τη λογική των Ελλήνων. Η ιστορία έγραψε το τέλος της και καμία συνέντευξη δεν μπορεί να το αλλάξει.
Του Σταύρου Στραβόλαιμου











