Με αφορμή το γνωστό βίντεο για το Καρναβάλι της Καλαμάτας, όπου βλέπουμε μια γυναίκα να σύρεται και να ανταλλάσσεται από διακινητές, και το οποίο ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, θα ήθελα να θέσω υπόψη του αναγνωστικού κοινού της έγκριτης εφημερίδας σας ορισμένες σκέψεις.
Στη διάρκεια των αιώνων, το Καρναβάλι δεν είναι απλώς μια γιορτή μεταμφίεσης, αλλά μια τελετουργία κοινωνικής και συμβολικής ανατροπής. Στο πλαίσιο αυτό, οι κανόνες της καθημερινότητας αντιστρέφονται και προσωρινά «καταργούνται». Η εξουσία γελοιοποιείται, οι ρόλοι αντιστρέφονται, η σωματική απελευθέρωση μέσα από το γέλιο, το χορό και το φαγοπότι ξεφεύγει από τους καθημερινούς περιορισμούς. Από τις διονυσιακές γιορτές έως τα σύγχρονα καρναβάλια, το κυρίαρχο στοιχείο αυτών των εκδηλώσεων παραμένει η σάτιρα, αλλά με ένα σταθερό χαρακτηριστικό: αντικείμενό της αποτελεί ο ισχυρός και όχι ο ευάλωτος. Υπάρχει, δηλαδή, ένα λεπτό και ουσιαστικό όριο: η σάτιρα χτυπά την εξουσία, όχι το θύμα. Όταν, λοιπόν, σε ένα διαφημιστικό μήνυμα (σποτ) – και μάλιστα με τη σφραγίδα του Δήμου- βλέπουμε μια γυναίκα να σύρεται και να ανταλλάσσεται από διακινητές, τότε δεν έχουμε ανατροπή της τάξης, αλλά αναπαραγωγή της βίας. Το γυναικείο σώμα παρουσιάζεται παθητικό, ανήμπορο, αντικείμενο μεταφοράς και ανταλλαγής. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η αντίδραση του κόσμου. Είναι ότι χάθηκε κάθε αίσθηση ορίων. Η εμπορία και η κακοποίηση γυναικών δεν είναι σάτιρα, ούτε συμβολισμός για πειραματισμούς. Είναι έγκλημα. Το Καρναβάλι δε χρειάζεται την αναπαράσταση της κακοποίησης για να είναι «τολμηρό». Η πραγματική του δύναμη βρίσκεται στη φαντασία, στην ανατροπή των ισχυρών, στη συλλογική χαρά. Η διακίνηση και εκμετάλλευση γυναικών δεν είναι «καλλιτεχνική άποψη» ούτε «σάτιρα» και σίγουρα δεν είναι καρναβαλικό θέαμα.
Όταν, λοιπόν, ένας Δήμος παρουσιάζει μια εικόνα βίας ως «καρναβαλικό δρώμενο» χωρίς σαφή καταγγελία, χωρίς ανατροπή, χωρίς ειρωνεία απέναντι στους θύτες, τότε το μήνυμα που περνά είναι πως όλα είναι θεμιτά, όλα επιτρέπονται, όλα χωράνε στη γιορτή. Κι αυτό είναι βαθύτατα αντιπαιδαγωγικό και αντικοινωνικό. Όταν μια δημοτική εκδήλωση αναπαράγει εικόνες εκμετάλλευσης, το πρόβλημα δεν είναι ότι «άρχισε η γκρίνια και η μιζέρια», όπως γράφουν κάποιοι, κατά τρόπο υπερφίαλο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή ότι «παρεξηγήθηκε» το μήνυμα. Το πρόβλημα είναι το ίδιο το μήνυμα. Είναι προσβλητικό, άστοχο και επικίνδυνα αδιάφορο απέναντι σε ένα υπαρκτό κοινωνικό έγκλημα. Το συγκεκριμένο βίντεο αποτελεί ντροπή για την πόλη, προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά και βαθιά παρεξήγηση του ίδιου του νοήματος του Καρναβαλιού.
Υπήρξε, άραγε, έστω και ένας πολίτης που να γέλασε με αυτό το βίντεο; Δύσκολα μπορεί κανείς να το πιστέψει. Αν, ωστόσο, υπήρξαν τέτοιοι (ίσως οι εμπνευστές του), τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς κακόγουστης σύλληψης ή αποτυχημένης επικοινωνίας. Πρόκειται για σοβαρό θεσμικό και ηθικό ολίσθημα. Και όσοι το εμπνεύστηκαν, το ενέκριναν και το διέθεσαν στο κοινό, οφείλουν να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη που τους αναλογεί.
Όσοι αντέδρασαν -και, ευτυχώς, είναι πάρα πολλοί- έκαναν μια συνειδητή πολιτική πράξη. Αν η λογική ότι «Καρναβάλι έχουμε, όλα επιτρέπονται», δε λαμβάνει υπόψη της το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τότε προκύπτει ένα σοβαρό ηθικό ζήτημα. Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι θεμελιώδης αξία και δεν μπορεί να παραβιάζεται κάτω από την κάλυψη καμιάς εκδήλωσης ή γιορτής, ακόμα και του Καρναβαλιού. Οι πράξεις που καταπατούν την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την ασφάλεια των άλλων ανθρώπων δεν πρέπει να θεωρούνται αποδεκτές, ακόμα κι αν είναι εντός μιας εορταστικής ατμόσφαιρας. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να συγχέει τη σάτιρα με την αναπαράσταση της βίας χωρίς αντίσταση, τότε το πρόβλημα δεν είναι το Καρναβάλι. Είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό. Το είχε πει εδώ και πολλά χρόνια ο σοφός Μάνος Χατζιδάκις: «Όταν το τέρας δε σε ενοχλεί, αρχίζεις να του μοιάζεις». Κι αυτό πετυχαίνει το συγκεκριμένο βίντεο: η βία δε σατιρίζεται, αλλά αναπαράγεται εικονικά, δίνοντας και ιδέες σε επίδοξους διακινητές. Το πρόβλημα δεν είναι όσοι αγανακτούν, το πρόβλημα είναι ότι αυτό εγκρίθηκε, προβλήθηκε και το υπερασπίστηκε και ο πρώτος πολίτης της πόλης, λέγοντας το κοινότοπο: «Ας αφήσουμε τη μιζέρια, Καρναβάλι έχουμε» και άλλα τέτοια φαιδρά.
Οι δημόσιες γιορτές δεν είναι ουδέτερες. Παράγουν νόημα. Διδάσκουν. Όταν μια δημοτική διοργάνωση παρουσιάζει εικόνες εκμετάλλευσης ως αποδεκτό «θέαμα», το μήνυμα που εκπέμπεται είναι επικίνδυνο: ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπορεί να υποχωρήσει στο όνομα της πρόκλησης ή του εντυπωσιασμού.
Καλό θα ήταν όσοι αναλαμβάνουν τέτοιες διοργανώσεις να μελετούν σοβαρά το θέμα, να συνομιλούν με σοβαρούς ανθρώπους, γνώστες του αντικειμένου, ώστε να αποφεύγονται αυτά τα τραγικά αποτελέσματα.
Γι’ αυτό απαιτείται το αυτονόητο: άμεση απόσυρση του επίμαχου υλικού, δημόσια συγγνώμη και ρητή ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από όσους το ενέκριναν. Όχι για λόγους “πολιτικής ορθότητας”, αλλά για λόγους θεσμικής τάξης, σοβαρότητας και ουσιαστικού σεβασμού προς τους πραγματικά ευάλωτους. Μόνο έτσι μια Δημοτική Αρχή μπορεί να διεκδικήσει αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.
Της Χριστίνας Πετροπούλου
Φιλολόγου – Κοινωνικής Ανθρωπολόγου










