Οι Καλαματιανές, κάτι γιορτές σαν τη σημερινή, περιμένουνε για να σκαρίσουνε σαν τα σαλιγκάρια στους δρόμους και να παρακολουθήσουνε την περιφορά της Μεγαλόχαρης.
Σήμερα το πρωί όλες οι συνοικίες της Καλαμάτας θα ερημωθούνε και γρηές, νηές, χήρες και… παντρεμένες θα εκστρατεύσουνε για την κατάκτηση της Βαστίλλης της Υπαπαντής. Δηλαδή μιας θεσούλας απ’ όπου να μπορούν να ιδούν τη Θεία Εικόνα:
-Εξασφάλισες θέση, Μαρίκα, για να δούμε τη χάρη Της;
-Και βέβαια. Θα ’μαστε στον εξώστη του Επιμελητηρίου.
-Τι κρίμα…
-Αμ’, καϋμένη, έπρεπε να’ρθής μαζί μας που θα ’ναι κι ο Τάκης… (Φαίνεται ότι υπάρχοντος του κ. Τάκη η Σεπτή Εικόνα θα φαίνεται καλύτερα!).
Έτσι λοιπόν, όλα τα θήλεα με τις περμανάντ, τις μπούκλες ή τα αλά Γκρέτα Κάρμπο μαλλιά θα ποζάρουν σήμερα για νύφες στο μεγάλο νυφοπάζαρο της κεντρικής πλατείας μέχρι της Υπαπαντής. Γιατί αυτός είναι ο κύριος σκοπός της εξορμήσεώς τους. Θα τις δήτε και θα τις… λυπηθήτε. Νύφες με τα όλα τους. Προσέχτε καλά και… θα πεισθήτε. Μια ματιά αρκεί.
Το φαινόμενο αυτό είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Καλαματιανής. Τις γιορτές, επίδειξη λούσου, κρεπάρισμα ωμορφιάς, φλερτ και… κοπή χαλβά. Τις άλλες ημέρες: Πλυσταριό, κουζίνα, νεροχύτης και κοτσομπολιό. Μια φορά δε την εβδομάδα – και κατά προτίμηση Κυριακή απόγευμα – κινηματογράφος ή – αν αγαπάτε, κύριοι συγχρονισμένοι άνθρωποι – Θείον κήρυγμα!
Δεν έχω καμμιά διάθεση να τα βάλω με τα γούστα των Καλαματιανών θηλέων. Ούτε σκοπεύω να ελέγξω τις καθημερινές ενασχολήσεις τους. Αλλά, προς Θεού, είναι ζωή αυτή που κάνουν ο περίπατος; Πού οι κοσμικές συγκεντρώσεις; Ποιες από τις Καλαματιανές ψευτοδιανοούμενες ξαίρουν ότι υπάρχει στην Καλαμάτα κάποια Λαϊκή Βιβλιοθήκη με ωφελιμώτατα βιβλία; Πού είναι οι εκδρομές, οι λαϊκοί χοροί και τόσα άλλα πράγματα που ποικίλουν τη ζωή και μορφώνουν και τη γυναίκα; Τίποτε λοιπόν απ’ όλα αυτά. Είπαμε: Κλεισούρα σπίτι όλες τις ημέρες και «άπαξ της εβδομάδος» επίδειξη ματαιοδοξίας ή άγριον φλερτάρισμα ανά τους κινηματογράφους και τα κηρύγματα. Αυτή είναι η ζωή της Καλαματιανής. Καμαρώστε την και σήμερα στη βιτρίνα της γιορτής, καθώς θα την δήτε να περιδιαβαίνη ανάμεσα στο γενικό συνωστισμό για την ανεύρεση του γαμβρού…. Είμαι βέβαιος πως θα την λυπηθήτε!
ΝΟΥΛΗΣ ΝΤΟΛΙΟΣ
«ΘΑΡΡΟΣ» 2 Φεβρουαρίου 1938: Η Γιορτή
Η Καλαμάτα λουσμένη στο φως. Τα ηλεκτρικά «τρικ», οι γιρλάντες με τους πολύχρωμους λαμπτήρες, τα βεγγαλικά και οι φωτεινές επιγραφές τής δίνουν μια διαφορετική όψη απ’ άλλοτε. Η πελιδνή, η κατσουφιασμένη μορφή της, παίρνει χρώμα και ζωηρότητα. Και τι χρώμα! Της χαράς και του κεφιού…
Φαίνεται, πως η γιορτή της πολιούχου πρέπει ν’ αλλάζει τα πάντα. Η παράδοση, σαν συνέχεια των γεγονότων, είναι το κέντρον βάρους. Η Πολιτεία ολόκληρος παραδομένη στη νέα της εμφάνιση. Είναι η επίσημος μορφή της πόλης. Και η επισημότητα δεν υστερεί. Οι προσκλήσεις στάλθηκαν, κι οι απαντήσεις ήρθαν. Οι επίσημοι συμμετέχουν στη χαρά και στη γιορτή. Παληές και φρέσκες βελάδες δίνουν τον τόνο. Μα και τα σοβαρόχρωμα πανικά δεν είναι το μόνο στολίδι. Αντιπροσωπεύονται επαρκέστατα – σ’ όλα τα χρώματα – και τα φτωχά ρουχαλάκια του λαού. Η θέρμη της νειότης με τη νωχέλεια της ωριμότητος τραβούν στο γενικό προσκύνημα…
Οι σημαίες κυματίζουν περήφανα και τα πλήθη συρρέουν διαρκώς. Απ’ τα καλλιμάρμαρα ως τη φτωχική χαμοκέλα κι απ’ το κέντρον της πόλης ως το πιο μακρυνό χωριό της Μεσσηνίας, σύρουν τα βήματά τους προς το τέμπλον της Υπαπαντής. Ο λάρυγγας των αποτελούντων τη χορωδία χαρίζει χερουβικά εμβατήρια κι η ανάσα του κόσμου σταματάει. Τρεις ιπτάμενοι ίκαροι θα πετούν κι ένα θωρηκτό «της τσέπης» θα γλυστρήση στα νερά μας. Μαντήλια κινούνται στους εξώστες και κάποια κυρία με τα φασαμαίν της κύπτει να ιδή καλλίτερα τη μεγαλόπρεπη παρέλαση. Το πλήθος στριμώχνεται στα πεζοδρόμια και σαν ακύμαντη θάλασσα παρακολουθεί κι αυτό τα γεγονότα…
Μέσα σ’ αυτό το πλάνο ζωής, ο θεατής διαπιστώνει με μελαγχολία τη λίγη προσέλευση προσκυνητών. Μόνο κάποιος τυφλός ή κάποιος χωλός προσεύχεται με θρησκευτική κατάνυξη. Τα χείλη του ατέρμονα ψιθυρίζουν:
-Βοήθα, Παναγιά μου!
Κι ο πολύς ο κόσμος κινείται πάντα. Θέλγεται και γαλουχίζεται στο στρόβιλο της φαντασίας. Λίγοι πιστοί, πολλοί για τον ποδόγυρο. Άλικα σαρκώδη χείλη λένε χαμηλόφωνα:
-Πέρυσι σαν σήμερα…
Ή:
-Του χρόνου σαν τώρα…
Ζει κι η Καλαμάτα στιγμές και ώρες της πρωτεύουσας. Σηκώνει κι αυτή τ’ ανάστημά της και παρασύρεται. Δεν θέλει να ’ναι ολιγαρκής, μα πλεονέχτρα! Αλλά, ας ήταν οι στιγμές ατέλειωτες. Τι άλλο είναι η ζωή μας; Μια χαρά, μια λύπη, ένα συννέφιασμα, ένα γέλοιο μας!
ΔΗΜ. ΝΙΚΟΛΗΣ











