Το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα δεν αποδυναμώνεται τυχαία. Συρρικνώνεται συνειδητά, με κατεύθυνση την ιδιωτικοποίηση βασικών δημόσιων υπηρεσιών και τη διαρκή απόσυρση του κράτους από τις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Η απαξίωση είναι συνειδητή, με πολιτικές αποφάσεις που μεταφέρουν το κόστος της ζωής από το κράτος στον πολίτη και ειδικά στους πιο αδύναμους.
Στις τράπεζες, το κράτος εγκατέλειψε κάθε ουσιαστικό ρόλο, παρότι διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα. Δεν προστατεύει δανειολήπτες, δεν ελέγχει την ασυδοσία επιτοκίων και χρεώσεων, δεν παρεμβαίνει στους πλειστηριασμούς. Τα funds δρουν ανεξέλεγκτα και η κατοικία μετατρέπεται σε εμπόρευμα, όχι σε κοινωνικό δικαίωμα.
Στα ΕΛΤΑ, η εικόνα είναι χαρακτηριστική. Υποστελέχωση, κλείσιμο καταστημάτων, καθυστερήσεις, ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Μια δημόσια υπηρεσία κρίσιμη για ηλικιωμένους και απομακρυσμένες περιοχές απαξιώνεται συνειδητά, ώστε να εμφανίζεται ως «αναποτελεσματική» και να ανοίγει ο δρόμος για ιδιωτικοποίηση.
Στην υγεία, η καμπή ήρθε με τον ν. 4999/2022, που επέτρεψε στους γιατρούς του ΕΣΥ να ασκούν ιδιωτικό έργο. Αντί για γενναία ενίσχυση του δημόσιου συστήματος, νομιμοποιήθηκε η διπλή ταχύτητα, δημόσιο νοσοκομείο με αναμονές και ελλείψεις, ιδιωτική λύση για όποιον πληρώνει.
Η υποστελέχωση παραμένει, τα ραντεβού καθυστερούν μήνες και η ιδιωτικοποίηση επιβάλλεται έμμεσα, μέσω εγκατάλειψης.
Στο ασφαλιστικό, οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Οι αυξήσεις συντάξεων μετά το 2023 κινούνται γύρω στο 2,5 %, δηλαδή 12 έως 65 ευρώ το μήνα για περίπου 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από το 2%, ενώ το κόστος στέγασης και ενέργειας έχει αυξηθεί κατά περίπου 8%. Ό,τι «δίνεται» στη σύνταξη, χάνεται πριν τελειώσει ο μήνας.
Η εθνική σύνταξη δεν καλύπτει ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες. Ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα, φάρμακα. Για χιλιάδες ηλικιωμένους, η επιλογή δεν είναι η αξιοπρέπεια, αλλά το ποια ανάγκη θα μείνει ακάλυπτη. Κι όταν τίθεται θέμα ουσιαστικής αποκατάστασης απωλειών, η απάντηση είναι σταθερά αρνητική.
Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης της φτώχειας, όχι εξάλειψής της. Το πρόσφατο «κοινωνικό μέρισμα» των 250 ευρώ ετησίως παρουσιάστηκε ως μόνιμη ενίσχυση, όμως αφορά περιορισμένες κατηγορίες και δεν αλλάζει την καθημερινότητα κανενός.
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Μικρές παροχές, μεγάλα βάρη. Ατομική ευθύνη αντί για συλλογική προστασία. Ένα κράτος που αποσύρεται και ζητά από τον πολίτη να προσαρμοστεί στη φτώχεια και την ανασφάλεια.
Το κοινωνικό κράτος, όμως, δεν είναι κόστος. Είναι ο μηχανισμός που κρατά όρθια την κοινωνία. Όταν αποδυναμώνεται, η ανασφάλεια γίνεται κανόνας και ο κοινωνικός ιστός διαλύεται.
Του Σταύρου Στραβόλαιμου











