Διεθνής λίστα γαστρονομικών προορισμών: Εκτός «πιάτου» η Ελλάδα

Διεθνής λίστα γαστρονομικών  προορισμών: Εκτός «πιάτου» η Ελλάδα

Η απουσία της Ελλάδας από μια διεθνή λίστα γαστρονομικών προορισμών, σε μια περίοδο που το φαγητό αποτελεί βασικό κριτήριο επιλογής ταξιδιού, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ιδίως όταν η ίδια η έρευνα της Booking.com επιβεβαιώνει ότι το 68% των ταξιδιωτών αναζητά αυθεντικές γεύσεις και τοπικά προϊόντα ως αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας του.

Το παράδοξο είναι εμφανές: την ώρα που προορισμοί όπως το Πόρτο (Πορτογαλία), η Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), η Πασαντίνα (Καλιφόρνια), η Οαχάκα (Μεξικό) και η Τάιναν (Ταϊβάν) αναδεικνύονται για τη γαστρονομική τους ταυτότητα, η Ελλάδα – μια χώρα με παγκοσμίως αναγνωρισμένη μεσογειακή διατροφή και ισχυρό τοπικό χαρακτήρα σε κάθε της γωνιά – απουσιάζει πλήρως.

Πρόκειται για μια ηχηρή υπενθύμιση ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα δεν αρκεί από μόνο του. Η ελληνική γαστρονομία, παρά την ποιότητα και την αυθεντικότητά της, φαίνεται να υστερεί σε επίπεδο διεθνούς προβολής και στοχευμένου branding. Σε μια εποχή που οι ταξιδιώτες δεν αναζητούν απλώς «καλό φαγητό», αλλά ιστορίες, βιώματα και σύνδεση με τον τόπο, η απουσία οργανωμένης στρατηγικής κοστίζει.

Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα αξίζει να βρίσκεται σε μια τέτοια λίστα – αυτό θεωρείται δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί δεν καταφέρνει να το επικοινωνήσει αποτελεσματικά. Από τα τοπικά προϊόντα και τις παραδοσιακές συνταγές μέχρι τη σύγχρονη δημιουργική κουζίνα, το «αφήγημα» υπάρχει. Εκεί που χωλαίνει είναι η μετατροπή του σε διεθνές, αναγνωρίσιμο brand.

Σε τελική ανάλυση, η απουσία από τέτοιες λίστες δεν είναι απλώς συμβολική. Αντανακλά χαμένες ευκαιρίες σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό τουριστικό περιβάλλον, όπου η γαστρονομία λειτουργεί πλέον ως βασικός μοχλός ανάπτυξης. Και ίσως αποτελεί ένα ακόμη καμπανάκι για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της τουριστικής στρατηγικής της χώρας, με τη γεύση –κυριολεκτικά και μεταφορικά– στο επίκεντρο.
Β.Β.