Ισχυρή εξάρτηση των ταξιδιωτικών γραφείων από τον εισερχόμενο τουρισμό
Εικόνα εύθραυστης ισορροπίας, με έντονα σημάδια πίεσης αλλά και αντοχές, αποτυπώνει η έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ με μέλη της HATTA για τα ταξιδιωτικά γραφεία, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρουσιάζουν τα ευρήματα για την Πελοπόννησο.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 227 επιχειρήσεων σε όλη τη χώρα το διάστημα Νοεμβρίου –Δεκεμβρίου 2025, καταγράφει τις βασικές τάσεις της αγοράς, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος, αλλά και τις προσδοκίες για τη θερινή σεζόν.
Πελοπόννησος: Εξάρτηση από τον εισερχόμενο τουρισμό
Στην Πελοπόννησο, όπως και σε αρκετές ακόμη Περιφέρειες, ο εισερχόμενος τουρισμός αποτελεί καθολικά τη βασική δραστηριότητα των ταξιδιωτικών γραφείων, με το 100% των επιχειρήσεων να δηλώνει ότι εξυπηρετεί ξένους επισκέπτες. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη διεθνή απήχηση της περιοχής, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει και την εξάρτηση από τις διεθνείς ροές.
Παράλληλα, η Πελοπόννησος εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά στη χώρα στον εξερχόμενο τουρισμό, με το 57% των γραφείων να δραστηριοποιείται και σε αυτό το πεδίο. Το εύρημα αυτό δείχνει μεγαλύτερη διαφοροποίηση δραστηριοτήτων σε σχέση με άλλες Περιφέρειες, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τη σαφή κυριαρχία του εισερχόμενου τουρισμού.
Τα προβλήματα: κόστος και φορολογία
Εάν υπάρχει ένα στοιχείο που ξεχωρίζει στην Πελοπόννησο, αυτό είναι η καθολικότητα της πίεσης από το αυξημένο λειτουργικό κόστος που αντιμετωπίζουν τα ταξιδιωτικά γραφεία. Σύμφωνα με την έρευνα, το 100% των ταξιδιωτικών γραφείων της περιοχής δηλώνει ότι επηρεάζεται από την άνοδο των εξόδων, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο πανελλαδικά.
Την ίδια στιγμή, η υψηλή φορολογία αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο διαχρονικό πρόβλημα του κλάδου σε εθνικό επίπεδο (66%), με αντίστοιχα πολύ υψηλά ποσοστά και σε πολλές Περιφέρειες.
Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων –φορολογική επιβάρυνση και λειτουργικό κόστος– δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα του κλάδου.
Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (49%) δηλώνουν ότι επηρεάζονται έντονα από τον ανταγωνισμό των online πλατφορμών, μια τάση που μεταβάλλει ριζικά το τοπίο του τουρισμού. Αν και η πίεση αυτή είναι εντονότερη σε άλλες Περιφέρειες, παραμένει κρίσιμος παράγοντας και για την Πελοπόννησο.
Παράλληλα, η έλλειψη προσωπικού καταγράφεται στο 41% των επιχειρήσεων πανελλαδικά, αναδεικνύοντας ένα ακόμη διαρθρωτικό πρόβλημα, που συνδέεται τόσο με τη εποχικότητα του τουρισμού όσο και με τις συνθήκες εργασίας στον κλάδο.
Τι ζητούν
Τα ταξιδιωτικά γραφεία, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, αναδεικνύουν ως βασική προτεραιότητα την πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία. Το σχετικό ποσοστό φτάνει το 86% στην περιοχή, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη για ενίσχυση της ρευστότητας.
Ακολουθούν, η εκπαίδευση και κατάρτιση προσωπικού (43%), οι καμπάνιες ενίσχυσης της ζήτησης (43%), καθώς και ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου.
Σε επίπεδο χώρας, η εικόνα για τη θερινή σεζόν χαρακτηρίζεται από σταθεροποίηση, αλλά χωρίς έντονη αισιοδοξία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφοροποίηση ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης: τα μεγαλύτερα γραφεία (άνω των 21 εργαζομένων) εμφανίζονται πιο ανθεκτικά, ενώ τα μικρότερα καταγράφουν εντονότερες πιέσεις και πιο αρνητικές προσδοκίες.
Η έρευνα αναδεικνύει έναν κλάδο που παραμένει κρίσιμος για την ελληνική οικονομία, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές προκλήσεις. Στην Πελοπόννησο, η ισχυρή παρουσία του εισερχόμενου τουρισμού αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, όμως η απόλυτη πίεση από το κόστος λειτουργίας λειτουργεί ως βασικός ανασταλτικός παράγοντας.
Η ενίσχυση της χρηματοδότησης, η μείωση των επιβαρύνσεων και η προσαρμογή στις ψηφιακές εξελίξεις φαίνεται να αποτελούν τα «κλειδιά» για τη βιωσιμότητα των ταξιδιωτικών γραφείων, σε μια περίοδο που ο ανταγωνισμός εντείνεται και οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες.
Της Βίκυς Βετουλάκη











