Η Καλαματιανή νηπιαγωγός- Διευθύντρια Εκπαίδευσης και συγγραφέας Έλενα Τασιοπούλου στο «Θ»

Η Καλαματιανή νηπιαγωγός- Διευθύντρια Εκπαίδευσης και συγγραφέας Έλενα Τασιοπούλου στο «Θ»

«Tο πιο σπουδαίο “μάθημα” δε βρίσκεται στα βιβλία, αλλά στη στιγμή που ένα παιδί μαθαίνει να νοιάζεται για τον διπλανό»

«Η τρυφερότητα είναι η μεγαλύτερη δύναμη που έχουμε», αυτό αποφαίνεται η νηπιαγωγός-διευθύντρια Εκπαίδευσης Έλενα Τασιοπούλου ως καταστάλαγμα ζωής, που τροφοδοτήθηκε εξ αρχής -και συνεχίζει φυσικά- από μια μεγάλη αγαπημένη οικογένεια στην Καλαμάτα και 30 χρόνια ήδη επαγγελματικής εμπειρίας στο σχολικό περιβάλλον.

Πρόκειται για μια επισήμανση ιδιαίτερα σημαντική, καθώς προέρχεται από έναν άνθρωπο που όχι μόνο είναι αφιερωμένος σε κάτι που αγαπά με αστείρευτο πάθος, αλλά έχει ολοκληρωμένη εικόνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με θεωρητική ακαδημαϊκή και πρακτική δια ζώσης γνώση που περιλαμβάνει όλες τις βαθμίδες και τα τελευταία χρόνια με «πίστη» στο ευρωπαϊκό δίγλωσσο σχολείο.

Η ίδια τρυφερότητα εκπέμπεται και στα βιβλία της, που αφουγκράζονται τις ψυχές των παιδιών και βάζουν σε λόγια και ιστορίες όσα τα παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν και οι γονείς δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν. Κι αν η τρυφερότητα είναι ευκολότερη απέναντι στα παιδιά, χρειάζεται ίσως μια μικρή υπενθύμιση όταν απέναντί μας έχουμε έναν ηλικιωμένο και, μάλιστα, με προβλήματα μνήμης και γνωστική δυσλειτουργικότητα.

Κάπως έτσι, η Έλενα Τασιοπούλου γράφει και για έναν παππού που… ξέχασε να ξεχάσει, αλλά γι’ αυτό θα πούμε περισσότερα το φθινόπωρο, οπότε και έχει προγραμματιστεί η έκδοσή του…

-Έλενα, ξεκίνησες από την Καλαμάτα και σήμερα ηγείσαι ενός πρότυπου εκπαιδευτικού οργανισμού στην Αθήνα. Τι ρόλο έπαιξαν οι ρίζες σας στην πορεία σας;
Η Καλαμάτα είναι η ταυτότητά μου, η «πυξίδα» των αξιών μου. Η ζεστασιά της μεσσηνιακής οικογένειας και η αίσθηση της φροντίδας που πήρα από εδώ, είναι τα υλικά που χρησιμοποιώ καθημερινά για να χτίσω σχέσεις εμπιστοσύνης. Η επιτυχία μου στην Αθήνα είναι το αποτέλεσμα των εφοδίων που μου χάρισε ο τόπος μου.

-Διευθύνεις το “The Laughing House”, ένα σχολείο που ακολουθεί το βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα EYFS (Early Years Foundation Stage). Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για το παιδί;
Σημαίνει ότι προσφέρουμε ένα εκπαιδευτικό μοντέλο παγκόσμιας αριστείας. Εφαρμόζουμε το βρετανικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα EYFS, το οποίο αποτελεί το επίσημο πλαίσιο προσχολικής εκπαίδευσης στη Βρετανία και δίνει έμφαση στην ολιστική ανάπτυξη του παιδιού μέσα από το παιχνίδι, την εξερεύνηση και τη βιωματική μάθηση.

Το πρόγραμμα καλύπτει βασικούς τομείς ανάπτυξης, όπως την επικοινωνία και τη γλώσσα, τη σωματική ανάπτυξη, την κοινωνική και συναισθηματική εξέλιξη, αλλά και τον πρώιμο γραμματισμό, τα μαθηματικά, τη δημιουργικότητα και την κατανόηση του κόσμου.

Σε ένα πλήρως δίγλωσσο περιβάλλον, το παιδί δεν είναι παθητικός δέκτης γνώσης, αλλά ένας μικρός ερευνητής που μαθαίνει μέσα από εμπειρίες. Παράλληλα, ο χώρος λειτουργεί ως «ο τρίτος δάσκαλος», ενθαρρύνοντας το παιδί να εξερευνήσει και να κατακτήσει τη γνώση με φυσικό τρόπο.

-Με μια διαδρομή 30 ετών στον χώρο της εκπαίδευσης, πού θεωρείς ότι πρέπει να εστιάζει ένα σύγχρονο σχολείο προσχολικής αγωγής σήμερα;
Η καρδιά της σύγχρονης εκπαίδευσης πρέπει να είναι η ενσυναίσθηση. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, το σχολείο οφείλει να είναι ένας χώρος συναισθηματικής ασφάλειας και «παιδαγωγικής εγρήγορσης». Ύστερα από τρεις δεκαετίες στις αίθουσες και στη διοίκηση, κατέληξα ότι πάνω από τις γνώσεις προέχει να μάθουμε στο παιδί να κατανοεί τον εαυτό του και τους γύρω του, να αναπτύσσει ψυχική ανθεκτικότητα και να νιώθει ότι ο σεβασμός στην προσωπικότητά του είναι αδιαπραγμάτευτος.

-Πώς βλέπεις τη σημερινή πραγματικότητα στα σχολεία και πώς σχετίζεται με τις αλλαγές στη σύγχρονη οικογένεια;
Η σημερινή οικογένεια είναι συχνά «κουρασμένη» από τους εξαντλητικούς ρυθμούς και την αγωνία για το μέλλον. Σε αυτό το τοπίο, το σχολείο δεν μπορεί να είναι ένας αποστειρωμένος χώρος μετάδοσης γνώσεων, οφείλει να γίνει το «δεύτερο σπίτι», ένα λιμάνι σταθερότητας. Στόχος μας είναι να λειτουργούμε ως συνοδοιπόροι του γονέα, προσφέροντας τις απαντήσεις και την ασφάλεια που η ταχύτητα της καθημερινότητας συχνά του στερεί.

-Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή έξαρση της προεφηβικής και νεανικής βίας, έναν “εκτροχιασμό” των παιδιών, τα οποία μοιάζουν να μη σέβονται πλέον ούτε τα όρια ούτε τους δασκάλους τους. Τι έχει αλλάξει στη συμπεριφορά των μαθητών σήμερα και πού εντοπίζετε τη ρίζα του προβλήματος;
Ο σημερινός εκτροχιασμός δεν είναι τίποτε άλλο από το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έμαθε στα παιδιά να διεκδικούν δικαιώματα χωρίς όρια και να καταναλώνουν πληροφορίες χωρίς ενσυναίσθηση. Όταν η υπερπροστατευτικότητα των γονέων ακυρώνει την αυθεντία του δασκάλου, το παιδί νιώθει “παντοδύναμο” και ο σεβασμός καταρρέει. Η λύση, όμως, δε βρίσκεται στην καταστολή της εφηβείας, αλλά στην πρώιμη θωράκιση: Αν δε διδάξουμε στο παιδί να “αισθάνεται” τον διπλανό του από το Νηπιαγωγείο, είναι ουτοπικό να περιμένουμε να τον σεβαστεί στο Γυμνάσιο. Ο σεβασμός είναι δεξιότητα που καλλιεργείται μέρα με τη μέρα, δεν είναι ένας διακόπτης που αποφασίζουμε να ανοίξουμε στα δεκαπέντε.

-Πώς καταφέρνεις να συνδυάζεις τον απαιτητικό ρόλο της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης με τη δημιουργική διαδικασία της συγγραφής;
Για μένα, αυτοί οι δύο κόσμοι συγκλίνουν. Η Διεύθυνση απαιτεί οργάνωση και στρατηγική, ενώ η συγγραφή είναι ο χώρος όπου «αναπνέει» η παιδαγωγική μου ευαισθησία. Μέσα στο σχολείο αφουγκράζομαι τις αληθινές ανάγκες των παιδιών και των γονέων, και αυτές οι ανάγκες γίνονται η «πρώτη ύλη» για τα βιβλία μου. Η συγγραφή με κάνει καλύτερη διευθύντρια γιατί με αναγκάζει να εμβαθύνω στο συναισθηματικό αποτύπωμα κάθε πράξης μας. Η Διεύθυνση είναι το «πώς» χτίζουμε ένα σχολείο και η Συγγραφή το «γιατί» το κάνουμε.

-Στο επόμενο βιβλίο σου «Ο παππούς που ξέχασε να ξεχάσει» διαπραγματεύεσαι την άνοια. Πώς αποφάσισες να κάνεις αυτό το «άλμα» από την προσχολική ηλικία -στην οποία αναφέρονταν οι προηγούμενες εκδόσεις σου- και να καταπιαστείς με την τρίτη ηλικία;
Μπορεί να μοιάζουν με αντίθετους πόλους, όμως έχουν μια κοινή αλήθεια: την ανάγκη για καθαρό συναίσθημα. Η απόφασή μου να γράψω αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από την ανάγκη μου να προστατεύσω τη σχέση αυτών των δύο ηλικιών. Ήθελα να δείξω ότι η ενσυναίσθηση δεν έχει ηλικία. Μαθαίνοντας σε ένα παιδί να αγκαλιάζει τον παππού που δυσκολεύεται, του

δίνουμε το πιο σπουδαίο εφόδιο ζωής. Γιατί ακόμη κι αν το μυαλό «σβήνει», η καρδιά αρνείται να ξεχάσει την αγάπη.

-Τι θα ήθελες να κρατήσουν οι αναγνώστες από αυτή τη συζήτηση;
Θα ήθελα να κρατήσουν την πίστη ότι η εκπαίδευση και η τέχνη έχουν έναν κοινό σκοπό: να μας κάνουν πιο ανθρώπινους. Έπειτα από 30 χρόνια στις σχολικές αίθουσες, έμαθα ότι το πιο σπουδαίο «μάθημα» δε βρίσκεται στα βιβλία, αλλά στη στιγμή που ένα παιδί μαθαίνει να νοιάζεται για τον διπλανό του ή για τον παππού του. Επιστρέφω νοερά στην Καλαμάτα με αυτό το βιβλίο, ελπίζοντας να θυμίσω σε όλους ότι η τρυφερότητα είναι η μεγαλύτερη δύναμη που έχουμε. Αυτή είναι η κληρονομιά που οφείλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας: μια καρδιά που δεν ξεχνά να αγαπά.

Βιογραφικό σημείωμα
Η Έλενα Τασιοπούλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα και μετρά 30 χρόνια ενεργούς και καταξιωμένης προσφοράς στον χώρο της εκπαίδευσης. Έχοντας διατελέσει επί σειρά ετών διευθύντρια Εκπαίδευσης σε μεγάλο εκπαιδευτικό οργανισμό που κάλυπτε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, σήμερα ηγείται του πρότυπου δίγλωσσου σχολείου “The Laughing House” στην Αθήνα. Παράλληλα με το εκπαιδευτικό της έργο διακρίνεται στη συγγραφή παιδικών βιβλίων, ενώ το θεατρικό της έργο «Φαίδωνας, ο ξεχωριστός μου αδερφός» έχει βραβευτεί από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος.

Το νέο της βιβλίο «Ο παππούς που ξέχασε να ξεχάσει» προγραμματίζεται να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο από τις εκδόσεις «Υδροπλάνο».