Στο δικαστήριο της πόλεώς μας εξεδικάζετο μία υπόθεσις μοιχείας. Ο ένας μετά τον άλλον παρήλασαν οι μάρτυρες. Σε μια στιγμή ηκούσθη το όνομα Γιάννης Μουτσούνας, εκφωνούμενον από τον κλητήρα του Δικαστηρίου. Και νάσου ο ήρως μας με τα όμορφα τσαρούχια του που τα κρατούσε στα χέρια μέχρι την είσοδο της πόλεως για να μη λερωθούν οι φούντες!
Μετά τα τυπικά πού «εγεννήθης;» και πού «κατοικείς» ο πρόεδρος τον ερωτά:
-Τι ξέρεις εσύ για την υπόθεση αυτή;
-Το λοιπόν, κύριε πρόεδρε, απαντά ο φίλος μας, έμαθα ότι η λεγάμενη από δω – και στρέφει περιφρονητικά το βλέμμα του προς την κατηγορούμενη – τάχε μπλέξει με τον Μουσταρδέλη. Και έμαθα ακόμη, κύριε πρόεδρε, ότι την είδανε να βγαίνη ένα βράδυ από το κονάκι του Μουσταρδέλη, κόκκινη – κόκκινη σαν παπαρούνα, κύριε πρόεδρε…
-Εσύ είδες τίποτα, μάρτυς; τον ερωτά και πάλιν σε ύφος επιτακτικόν ο πρόεδρος που είχε αρχίσει να νευριάζη, γιατί μέχρι κείνη τη στιγμή όλοι οι μάρτυρες της κατηγορίας του λέγανε ότι ακούσανε, ότι μάθανε και τόσες άλλες αρλούμπες χωρίς κανείς να του πη ότι εγώ την είδα με τον Μουσταρδέλη στο τάδε μέρος ή την είδα να βγαίνη από το σπίτι του. Άλλως τε και ο ήρως μας είχε με την κατηγορουμένη κάτι προηγούμενα, γιατί δεν του έδωσε – λέγανε οι κακές γλώσσες – κάποτε τον κουβά της για να ποτίση τον κυρ – Μέντιό του.
-Όχι, κύριε πρόεδρε, αλλά άκουσα από ανθρώπους να λένε το και το…
-Μωρέ, του λέγει πια νευριασμένος ο πρόεδρος, συ είδες τίποτα με τα μάτια σου; Ναι ή όχι;
-Όχι, κύριε πρόεδρε, αλλά άκουσα:
-Μάθε, λοιπόν, παιδί μου ότι το άκουσες δεν πιάνεται.
Ο Μουτσούνας το φύσαγε και δεν κρύωνε: Ακούς εκεί δεν πιάνεται «το άκουσες» και αυτός ενόμιζε πως θα εκδικιόταν τη Μαρουλιώ με την μαρτυρίαν του στο δικαστήριο.
-Μάρτυς, είσαι ελεύθερος, κι άλλη φορά να προσέχης, να βλέπης κι ύστερα να ’ρχεσαι εδώ για μάρτυς, ακούστηκε η φωνή του προέδρου.
Βγαίνοντας έξω από την αίθουσα ο Μουτσούνας άφησε να ακουσθή κροτούν αέριον, πρωινόν εξόχου φασολάδας μετά σκόρδου, το οποίον ηκούσθη εις ολόκληρον την σιωπηράν αίθουσαν.
Ο πρόεδρος εθορυβήθη και έξαλλος εσηκώθη από τον θώκον του αρπάζων συγχρόνως τον κώδωνα και κρούων δαιμονιωδώς αυτόν δια να επιβάλη την τάξιν εις την αίθουσαν.
-Να συλληφθή αμέσως, φωνάζει. Και ο φίλος μας ο Μουτσούνας προσάγεται εν τω άμα, αλλ’ όμως τελείως ατάραχος.
Ο κ. Εισαγγελεύς απαγγέλλει το κατηγορητήριον εξαντλών ολόκληρον το αυστηρόν του λεξιλόγιον και περαίνων ζητεί την παραδειγματικήν τιμωρίαν του κατηγορουμένου δια την ασέβειάν του προς το δικαστήριον.
-Έλα εδώ, κατηγορούμενε, τι απολογείσαι γι’ αυτό που έκανες;
-Δεν μου λες, κύριε πρόεδρε, ερωτά κι ο Μουτσούνας με την σειρά του, είδες τίποτε; Όχι, μόνον άκουσες. Ε, δεν πιάνεται το άκουσες, κύριε πρόεδρε.
Έτσι μου ’πες ύστερα…».
Κόκκαλο ο πρόεδρος…
ΜΕΦΙΣΤΟ











