Η επόμενη μέρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Η ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται αναμφίβολα σε μια φάση βαθιάς οργανωτικής, διοικητικής και δομικής αναδιάρθρωσης. Η πρόσφατη ολοκλήρωση της πρώτης φάσης εκκαθάρισης των φοιτητικών μητρώων, η οποία οδήγησε στη διαγραφή 308.605 μη ενεργών φοιτητών, σε συνδυασμό με την επικείμενη δεύτερη φάση στα τέλη του 2026, αποτελούν ιστορικά ορόσημα για την πορεία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ).
Η μετάβαση αυτή από ένα καθεστώς άτυπης παράτασης σπουδών σε ένα αυστηρά καθορισμένο χρονικό πλαίσιο φοίτησης αντανακλά μια ευρύτερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του δημόσιου πανεπιστημίου.
Οι υποστηρικτές αυτών των αλλαγών επισημαίνουν την επιτακτική ανάγκη για ορθολογική αποτύπωση της ακαδημαϊκής πραγματικότητας, εξορθολογισμό των δημόσιων πόρων και συμμόρφωση με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές αξιολόγησης. Η ύπαρξη πλασματικών εγγραφών στα μητρώα αποτελούσε για δεκαετίες ένα διοικητικό και γραφειοκρατικό βάρος, ενώ επηρέαζε αρνητικά την εικόνα των ιδρυμάτων στις διεθνείς κατατάξεις. Από την άλλη πλευρά, η ακαδημαϊκή κοινότητα αναδεικνύει τις κοινωνικές προκλήσεις που ανακύπτουν, τονίζοντας ότι η αυστηρή τήρηση των ορίων πρέπει να συνοδεύεται από μια εξίσου ισχυρή ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας, ώστε οικονομικοί ή κοινωνικοί παράγοντες να μην αποτελούν τροχοπέδη για την ολοκλήρωση των σπουδών.
Σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών και η διασύνδεση των δεδομένων με ευρωπαϊκά πρότυπα αποτελούν το επόμενο μεγάλο στοίχημα. Το ενδιαφέρον πλέον μετατοπίζεται σταδιακά από τη γενική προπτυχιακή εκπαίδευση σε πιο εξειδικευμένους, αυτόνομους και χρηματοδοτικά αυτοτελείς τομείς, όπως τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ). Τα μεταπτυχιακά προγράμματα, έχοντας αναπτυχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια, αποτελούν βασικό πυλώνα επιστημονικού κύρους, ερευνητικής δραστηριότητας, αλλά και προσέλκυσης εσόδων για τα ελληνικά πανεπιστήμια.
Ωστόσο, η αυξημένη αυτονομία και η αυτόνομη οικονομική διαχείριση αυτών των προγραμμάτων φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια, λογοδοσία και αυστηρή τήρηση της νομιμότητας. Η διαχείριση δημοσίου χρήματος και η έκδοση επίσημων διοικητικών πράξεων ή βεβαιώσεων από δημόσιους λειτουργούς δεν αποτελούν απλώς μια εσωτερική ακαδημαϊκή διαδικασία, αλλά υπόκεινται στο αυστηρό πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα και του Διοικητικού Δικαίου. Οποιαδήποτε απόκλιση, τεχνητή αλλοίωση στοιχείων ή παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών, ακόμη και αν γίνεται με σκοπό τη διατήρηση της βιωσιμότητας ενός προγράμματος, ενέχει σοβαρότατους νομικούς κινδύνους που αγγίζουν τόσο το επίπεδο των πλημμελημάτων όσο και αυτό των κακουργημάτων.
Καθώς το τοπίο διαμορφώνεται εκ νέου, προκύπτουν ορισμένα κρίσιμα και εύλογα ερωτήματα που αφορούν στη διαχείριση, τον έλεγχο και το μέλλον αυτών των προγραμμάτων:
-Κατά πόσο οι υφιστάμενοι ψηφιακοί και ελεγκτικοί μηχανισμοί των ιδρυμάτων και των κεντρικών αρχών διασφαλίζουν την απόλυτη ακρίβεια των στοιχείων που δηλώνονται αναφορικά με τον αριθμό των ενεργών μεταπτυχιακών φοιτητών;
-Ποιες είναι οι θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες που εμποδίζουν την τεχνητή διατήρηση ανενεργών εγγραφών με σκοπό την παρουσίαση πλασματικού εκπαιδευτικού έργου ή τη διασφάλιση της βιωσιμότητας ενός μεταπτυχιακού προγράμματος;
-Σε ποιον βαθμό η τυχόν βεβαίωση ανακριβών ακαδημαϊκών στοιχείων από αρμόδια όργανα μπορεί να στοιχειοθετήσει τα ποινικά αδικήματα της ψευδούς βεβαίωσης ή της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, ειδικά όταν αυτά επηρεάζουν κρατικές επιχορηγήσεις ή ευρωπαϊκά κονδύλια;
-Σε ποιο βαθμό τηρείται η πλήρης διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση και την κατανομή των εσόδων από δίδακτρα, βάσει των προβλεπόμενων ευρωπαϊκών και εθνικών κατευθυντήριων γραμμών, και πώς ελέγχονται οι σχετικές αποκλίσεις;
-Ποιες είναι οι συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες των οργάνων διοίκησης (Διευθυντών ΠΜΣ, Κοσμητειών, Πρυτανικών Αρχών) για παράβαση καθήκοντος ή για απάτη και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, εάν διαπιστωθεί κακοδιαχείριση ή παράνομος προσπορισμός οφέλους;
-Κατά πόσο το ισχύον νομικό πλαίσιο περί παραγραφής των αδικημάτων (5 έτη για πλημμελήματα και έως 15 ή 20 έτη για κακουργηματικές πράξεις) παρέχει πραγματική ασφάλεια σε όσους επέδειξαν διοικητική ανοχή σε παρελθούσες περιόδους, δεδομένου ότι οι έλεγχοι από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας μπορούν να εκκινήσουν αναδρομικά;
-Πόσο έτοιμα είναι τα ελληνικά ΑΕΙ να ανταποκριθούν στις αυστηρές ευρωπαϊκές συστάσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων (GDPR) και την ψηφιακή προσβασιμότητα, αποφεύγοντας φαινόμενα διοικητικής αδράνειας που εκθέτουν τη χώρα διεθνώς και επισύρουν βαριά διοικητικά πρόστιμα;
Του Γιώργου Φερετζάκη
Δικηγόρου, συγγραφέα



























