Γιατί η ανθρωπότητα αναγνωρίζει την ιδιοφυία μόνο στο σκοτάδι του τάφου;
Η πρόσφατη είδηση για τη δημοπρασία του πίνακα “Chataigniers en fleurs”(«Ανθισμένες καστανιές») του Βίνσεντ βαν Γκογκ από τον οίκο Sotheby’s, με την εκτιμώμενη τιμή να αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 180 εκατομμυρίων δολαρίων, φέρνει στην επιφάνεια μία από τις μεγαλύτερες και πιο διαχρονικές ειρωνείες της ιστορίας του πολιτισμού. Ο κορυφαίος Ολλανδός ζωγράφος πέθανε πάμπτωχος και παρεξηγημένος, έχοντας πουλήσει ελάχιστα έργα όσο ζούσε. Σήμερα, τα χρήματα αυτά δεν καταλήγουν σε κάποιους απόρους απογόνους του, αλλά στους κληρονόμους της πάμπλουτης οικογένειας Blaquier από την Αργεντινή, οι οποίοι εξαργυρώνουν μια ιδιωτική επένδυση που έγινε πριν από μισό αιώνα.
Αυτό το παράδοξο δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά έναν απαράβατο, σχεδόν κυνικό κανόνα. Στην κοινωνιολογία και την οικονομία της τέχνης και της επιστήμης, το φαινόμενο αυτό ονομάζεται συχνά «Σύνδρομο Βαν Γκογκ». Η ανθρώπινη κοινωνία τείνει να τιμωρεί ή να αγνοεί το ριζοσπαστικά νέο επειδή ξεβολεύει τις βεβαιότητες του παρόντος. Οι πραγματικές ιδιοφυίες βρίσκονται πάντα μπροστά από την εποχή τους, μιλώντας μια γλώσσα που το σύγχρονό τους κοινό, εκπαιδευμένο στα καλούπια του δικού του παρόντος, αδυνατεί να κατανοήσει. Χρειάζονται δεκαετίες για να «εκπαιδευτεί» το μάτι των κριτικών ή το μυαλό της επιστημονικής κοινότητας στη νεωτερικότητα.
Παράλληλα, λειτουργεί και ο σκληρός νόμος της αγοράς: η σπανιότητα. Όσο ένας δημιουργός ζει, η προσφορά του έργου του είναι θεωρητικά απεριόριστη και το ρίσκο για τους επενδυτές παραμένει υψηλό. Με τον θάνατό του, η παραγωγή σταματά οριστικά και το έργο μετατρέπεται σε ένα πεπερασμένο, ασφαλές χρηματιστηριακό προϊόν. Αν σε αυτό προστεθεί και η ανάγκη της κοινής γνώμης για μια ρομαντική, τραγική αφήγηση -ένα δράμα που «πουλάει»- ο μύθος ολοκληρώνεται, εκτινάσσοντας την αξία του έργου στα ύψη.
Αυτή η «κατάρα» επηρεάζει οριζόντια κάθε πεδίο της ανθρώπινης διάνοιας, με τη μουσική να προσφέρει μερικές από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες. Ο Αμερικανός συνθέτης Σάμουελ Μπάρμπερ, αν και γνώρισε επιτυχίες, πέθανε το 1981 απομονωμένος και σε βαριά κατάθλιψη, πληγωμένος από την ανελέητη απόρριψη της όπεράς του «Αντώνιος και Κλεοπάτρα». Χρειάστηκε η μεταθανάτια ενσωμάτωση του Adagio for Strings στον κινηματογράφο και σε παγκόσμιες τελετές πένθους για να λάβει η σύνθεσή του μια σχεδόν μυθική, παγκόσμια διάσταση. Αντίστοιχα, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ θεωρούνταν στην εποχή του απλώς ένας ικανός οργανίστας και το έργο του ξεχάστηκε για οκτώ δεκαετίες, μέχρι που ο Φέλιξ Μέντελσον το ανακάλυψε ξανά το 1829, αναδεικνύοντάς τον στον απόλυτο θεμέλιο λίθο της κλασικής μουσικής.
Η Λογοτεχνία, τόσο η παγκόσμια όσο και η ελληνική, είναι γεμάτη από τέτοιες σκιές. Ο Έρμαν Μέλβιλ είδε το αριστουργηματικό «Μόμπι Ντικ» να αποτυγχάνει παταγωδώς εμπορικά και πέθανε το 1891 ως ένας αφανής, φτωχός τελωνειακός υπάλληλος στη Νέα Υόρκη, πριν η «Αναγέννηση του Μέλβιλ» της δεκαετίας του 1920 τον τοποθετήσει στο πάνθεον των γραμμάτων. Στα καθ’ ημάς, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο «κοσμοκαλόγερος» της ελληνικής πεζογραφίας, έζησε σε απόλυτη ένδεια, πουλώντας τα διηγήματά του για λίγα ψίχουλα, για να αναγνωριστεί η μνημειώδης αξία του μόνο μετά τον θάνατό του το 1911. Ακόμα και ο Κ.Π. Καβάφης, που σήμερα αποτελεί τον πιο μεταφρασμένο Έλληνα ποιητή παγκοσμίως, σνομπαρίστηκε άγρια από την αθηναϊκή ελίτ της εποχής του και δεν εξέδωσε ποτέ ολοκληρωμένο βιβλίο όσο ζούσε, μοιράζοντας το έργο του σε χειρόγραφα μονόφυλλα.
Αν όμως στην τέχνη η απόρριψη γεννά φτώχεια, στην επιστήμη και τη νομική γεννά πραγματική τραγωδία. Στο πεδίο του δικαίου, ο Τσέζαρε Μπεκαρία αναγκάστηκε να δημοσιεύσει ανώνυμα το 1764 το «Περί εγκλημάτων και ποινών» για να γλιτώσει τη δίωξη, βλέποντας το έργο του να απαγορεύεται. Σήμερα, οι ιδέες του για την κατάργηση των βασανιστηρίων αποτελούν τη βάση των σύγχρονων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στην Ιατρική, η περίπτωση του Ιγνάτιου Σέμελβαϊς προκαλεί δέος: ο Ούγγρος γιατρός που ανακάλυψε ότι το απλό πλύσιμο των χεριών μειώνει δραματικά τη θνησιμότητα στις γέννες, χλευάστηκε τόσο άγρια από το ιατρικό κατεστημένο που κατέρρευσε ψυχολογικά και πέθανε σε ψυχιατρείο, δεκαετίες πριν ο Λουί Παστέρ επιβεβαιώσει τη θεωρία των μικροβίων.
Στη Βιολογία, η Ρόζαλιντ Φράνκλιν, η γυναίκα που τράβηξε την περίφημη «Φωτογραφία 51» αποδεικνύοντας τη διπλή έλικα του DNA, πέθανε από καρκίνο το 1958 στα 37 της χρόνια, παραγκωνισμένη. Οι άνδρες συνάδελφοί της οικειοποιήθηκαν τα δεδομένα της και τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ, με την ιστορία να χρειάζεται μισό αιώνα για να αποκαταστήσει το όνομά της.
Η ίδια τυφλότητα απέναντι στο καινούργιο επαναλαμβάνεται στη Φυσική, τη Χημεία και τα Μαθηματικά. Ο Λούντβιχ Μπόλτζμαν, ο φυσικός που εξήγησε τη συμπεριφορά των ατόμων μέσω της στατιστικής μηχανικής, οδηγήθηκε στην αυτοκτονία το 1906, συντετριμμένος από τις ανελέητες επιθέσεις των συναδέλφων του που αρνούνταν την ύπαρξη των ατόμων, μόνο και μόνο για να χαραχθεί η δικαιωμένη εξίσωσή του στην ταφόπλακά του λίγα χρόνια μετά.
Στη Χημεία, ο Τζον Νιούλαντς ειρωνεύτηκε το 1864 για την ανακάλυψη του νόμου των οκτάδων, προτού ο Μεντελέγιεφ πατήσει πάνω στην ίδια ακριβώς λογική για να δημιουργήσει τον Περιοδικό Πίνακα.
Στα δε Μαθηματικά, ο Εβαρίστ Γκαλουά πέθανε σε μονομαχία το 1832 σε ηλικία μόλις 20 ετών• οι σημειώσεις που άφησε πίσω του θεωρήθηκαν ακατανόητες από τους σύγχρονους του, για να αποτελέσουν 14 χρόνια αργότερα τη «Θεωρία Galois», έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της σύγχρονης άλγεβρας. Ακόμα και η επιστήμη της ιστορίας χρειάστηκε αιώνες για να ανακαλύψει ξανά τον Άραβα στοχαστή του 14ου αιώνα, Ιμπν Χαλντούν, αναγνωρίζοντάς τον μεταθανάτια ως τον πραγματικό πατέρα της κοινωνιολογίας.
Όλες αυτές οι παράλληλες διαδρομές συγκλίνουν σε μια πικρή διαπίστωση για την ανθρώπινη φύση. Είτε πρόκειται για έναν πίνακα, μια συμφωνία, έναν νόμο της φυσικής ή μια ιατρική ανακάλυψη, το ανθρώπινο είδος μοιάζει να χρειάζεται την ασφάλεια που προσφέρει η απόσταση του χρόνου και το οριστικό κλείσιμο του τάφου για να αποδεχθεί το μεγαλείο. Η μεταθανάτια αναγνώριση δεν είναι παρά ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία εξιλεώνεται για την αδυναμία της να αντέξει το φως των ζωντανών ιδιοφυιών της την ώρα που εκείνες δημιουργούν το μέλλον.
Του Γιώργου Φερετζάκη
Δικηγόρου, συγγραφέα



























