Το θέμα της δόμησης στους «στάσιμους» οικισμούς της Δυτικής Μάνης έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η αιτία που εμφανίζεται ως αφετηρία της ανακίνησης είναι η περιβαλλοντική ευαισθησία. Χωρίς να παραβλέπεται και αυτή η πτυχή, είναι βέβαιο ότι το θέμα αυτό είναι πολυδιάστατο, με προεξάρχουσα την πολιτική του διάσταση. Χωρίς τη συνεκτίμησή της, και μάλιστα στον βαθμό που επιβάλλει το μέγεθος του πολιτικού αποτελέσματος που έχει προκαλέσει, είναι ελλειπτική η όποια πρόταση κατατίθεται για την επίλυσή του.
Όλα ξεκίνησαν από μια φιλολαϊκή πρωτοβουλία ενός από τους πιο ευαίσθητους πολιτικούς, ιδιαίτερα στον τομέα της Χωροταξίας, που ήταν η επιστημονική ειδικότητά του, του Αντώνη Τρίτση. Αυτός κατ’ εξουσιοδότηση του Νομοθετικού Διατάγματος του 1923 που καθόριζε τα όρια των οικισμών της χώρας, εξέδωσε και δημοσίευσε το Προεδρικό Διάταγμα της 6ης/12/1982 (ΦΕΚ 588/Δ/23-12-1982), που καθορίζει τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης σε μια μεγάλη κατηγορία μικρών οικισμών της χώρας με πληθυσμό κάτω από 500 κατοίκους, τους λεγόμενους «στάσιμους», προσδιορίζοντας οικιστική ζώνη 800 μέτρων από το κέντρο του οικισμού.
Καρδιά αυτού του νομοθετήματος αποτελούσε η εξουσιοδότηση στον νομάρχη να καθορίσει ποιοι οικισμοί του νομού του εντάσσονταν σε αυτή την κατηγορία, αποκλείοντας όσους δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που ορίζονταν στο Προεδρικό Διάταγμα του Τρίτση. Επίσης, με την απόφασή του να προσδιορίσει το κέντρο του καθενός από αυτούς τους οικισμούς, αλλά και να εφαρμόσει ή όχι τη δυνητική πρόβλεψη του πιο πάνω ΠΔ για τη διαμόρφωση τριών ομόκεντρων ζωνών σε κάθε «στάσιμο» οικισμό με μειωμένη δόμηση από τον εσώτερο στον εξώτερο δακτύλιο και προβλέψεις για εισφορά γης για δρόμους και πλατείες εκεί που δεν υπήρχαν. Κυρίως, όμως, υποχρέωνε τους νομάρχες να δημοσιεύσουν τις αποφάσεις τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως για να γίνεται ευρύτερα γνωστό το περιεχόμενό τους.
Το 1984 ο Αντώνης Τρίτσης αντικαταστάθηκε από υπουργός στο υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και, μάλιστα, με τη φράση του τότε πρωθυπουργού ότι «…έγραψε Ιστορία» στο υπουργείο του κατά τα δύο χρόνια της άσκησης αυτών των καθηκόντων. Στη συνέχεια, εν όψει και των επόμενων βουλευτικών εκλογών, του 1985, άρχισαν να εκδίδονται οι αποφάσεις νομαρχών που καθόριζαν ποιοι οικισμοί εντάσσονταν στην κατηγορία των «στάσιμων» και να εκδίδονται οι οικοδομικές άδειες σε αυτούς τους νέους οικιστικούς χώρους. Έψαξα αλλά δε βρήκα δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την απόφαση νομάρχη Μεσσηνίας που αφορούσε στους στάσιμους οικισμούς στην εδαφική περιοχή της Δυτικής Μάνης! Αυτονόητο είναι το γιατί.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός η ευφορία που δημιουργήθηκε στην περιοχή της Δυτικής Μάνης από την κατακόρυφη οικιστική ανάπτυξη που ακολούθησε. Ευφορία που δεν περιορίστηκε στους ιδιοκτήτες των οικοπέδων που βρίσκονταν στην περιοχή των 800 μέτρων από το κέντρο των στάσιμων οικισμών, αλλά επεκτεινόταν συνεχώς και σε όσα επαγγέλματα, αναγνωρισμένα ή αφανή, συμμετείχαν στο ευρύτερο πλέγμα από την ιδιοκτησία μέχρι την κατασκευή. Αυτή η ευφορία μεταφράστηκε στο αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 1985 και όσων εκλογών ακολούθησαν, ανατρέποντας μακροχρόνιες πολιτικές τάσεις στην περιοχή.
Κατά τις τέσσερις δεκαετίες και πάνω που ακολούθησαν, έχουν πλέον διαμορφωθεί κεκτημένα δικαιώματα, τουλάχιστον για τους ιδιοκτήτες οικοπέδων στην οικιστική ζώνη των «στάσιμων» οικισμών. Δικαιώματα που μόνο με πολιτική απόφαση μπορούν να καταργηθούν, αλλά «πολιτικά αυτοκτόνοι» δε νομίζω ότι υπάρχουν.
Η λύση: Καλό είναι να εφαρμοστεί και σε αυτή την περίπτωση ο χρησμός του Μαντείου των Δελφών: «ο τρώσας και ιάσεται» (αυτός που δημιούργησε την πληγή να τη θεραπεύσει). Το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο για την περιοχή που εκπονείται, με την ολοκλήρωσή του, που προβλέπεται σε 2 – 3 χρόνια, να συνδεθεί με υποχρεωτική χρηματοδότηση πολεοδομήσεων για τις περιοχές της ζώνης των 800 μέτρων στους στάσιμους οικισμούς. Με αυτή την πρόβλεψη και μόνο δε θα θιγούν ώριμα δικαιώματα των ιδιοκτητών, τόσο των αδόμητων οικοπέδων όσο και των κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί εκεί. Και θα αποκατασταθεί έτσι η οικιστική ισορροπία μεταξύ του φυσικού και του δομημένου χώρου, που πυκνώθηκε στο όνομα πολιτικών σκοπιμοτήτων και της μακροχρόνιας απόλαυσης των ωφελημάτων της εξουσίας. Και οι υψηλού στάτους ευαίσθητοι περιβαλλοντικά φορείς της πρωτεύουσας, ας αποφασίσουν να δραστηριοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση για να συμβάλουν ουσιαστικά σε δίκαιες λύσεις.
Έτσι και μόνο θα αποδειχτεί ότι η πολιτική έχει συνέχεια αλλά και συνέπεια, αναγνωρίζοντας και θεραπεύοντας άνομες πολιτικές σκοπιμότητες που ασκήθηκαν κατά το παρελθόν, έστω και από διαφορετικού χρωματισμού κυβερνήσεις.
Του Νίκου Ευστρ. Μαραμπέα



























