Παρέμβαση του νομικού Παναγιώτη Τσιάλα με στόχο την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο γίνονται οι παραχωρήσεις στη χερσαία ζώνη λιμένος της Καλαμάτας
Τη συζήτηση για τον δημόσιο χώρο και το κοινό καλό έναντι του ιδιωτικού και της αλόγιστης εμπορευματοποίησης, τονίζοντας την ανάγκη αλλαγής στον τρόπο με τον οποίο παίρνονται οι αποφάσεις θεσμικών-διαχειριστικών φορέων, ανοίγει ο Παναγιώτης Τσιάλας με ένα εκτεταμένο άρθρο-μελέτη σχετικά με την πρακτική που ακολουθείται και το δέον στη μίσθωση χώρου για καταστήματα εστίασης στη χερσαία ζώνη λιμένος της Καλαμάτας.
Ο συντάκτης είναι ένα νέο παιδί -Παραλιώτης, και μετά Καλαματιανός όπως συνηθίζει να αυτοπροσδιορίζεται- έχοντας πίσω του νομικές σπουδές, μεταξύ άλλων μεταπτυχιακό δίπλωμα με υποτροφία στο φημισμένο Χάρβαρντ. Γι’ αυτό και το άρθρο του είναι πολύπλευρα τεκμηριωμένο, επιλέγοντας να κάνει συγκεκριμένες αναφορές και να επικαλεστεί χαρακτηριστικά παραδείγματα, έχοντας τη βεβαιότητα ότι «λογοδοσία χωρίς ονόματα δεν πιάνει τόπο». Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει καταγγελτικός χαρακτήρας και είναι ευχής έργον ότι υπάρχουν τέτοιες φωνές ενεργών πολιτών, που μακάρι να αυξηθούν… Ο ίδιος εξηγεί ότι η παρέμβαση δημοσιεύεται σκόπιμα σε «νεκρή» τουριστικά περίοδο, «καθώς πρόθεση του γράφοντος δεν είναι να δημιουργήσει προβλήματα στους καταστηματάρχες και τους εργαζομένους εν μέσω σεζόν», αλλά εν όψει «του νέου γύρου παραχωρήσεων “αιγιαλού” για το 2027, ευκταίο θα ήταν να καταγραφεί μεγαλύτερη λογοδοσία από το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο, οι δημοτικές παρατάξεις να ευαισθητοποιηθούν και γενικότερα να υπάρξει αλλαγή πλεύσης και προτεραιοτήτων ως προς τη χάραξη των δημόσιων πολιτικών για τη χρήση της παραλίας», στέλνοντας το μήνυμα ότι «ούτε η εμπορική δραστηριότητα ούτε η επιδίωξη δημόσιων εσόδων πρέπει να φτάνουν ως το σημείο να ανατρέπουν τον φυσικό προορισμό της “παραλίας”, που είναι η κοινοχρησία».
Το άρθρο του κ. Τσιάλα έχει τίτλο «Πόσο λιμάνι χωράει ανάμεσα στα τραπεζοκαθίσματα;» και ξεκινά επισημαίνοντας ότι υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση στην παραλιακή ζώνη της Καλαμάτας, καθώς άλλο είναι το νομικό καθεστώς που διέπει την παραλία εκτός του λιμανιού (ανατολικά της Roma Pizza), το οποίο προβλέπει «αυστηρούς περιορισμούς για την παραχώρηση χρήσης παραλίας, με σκοπό να διαφυλαχθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του αιγιαλού και να διασφαλισθεί η ελεύθερη πρόσβαση» (όπως: 50% ελεύθερης έκτασης/μετώπου, ανώτατο όριο 500 τ.μ. παραχωρήσεων, υποχρεωτική απόσταση 6 μέτρων μεταξύ παραχωρήσεων, και δημοσίευση των παραχωρήσεων στην εφαρμογή My Coast για έλεγχο και καταγγελίες).
Η παρέμβαση του Παναγιώτη Τσιάλα αναφέρεται στη λεγόμενη «Χερσαία Ζώνη Λιμένα», η διαχείριση της οποίας ανήκει στο Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο (ΔΛΤ) και όπου «Ο ανατολικός αντιβραχίονας είναι το φυσικό σύνορο μεταξύ του λιμανιού και της παραλίας εκτός λιμένος», εξηγεί, τονίζοντας ανάμεσα σε άλλα ότι αυτή η θεσμική διαφοροποίηση ανάμεσα στους δύο παράκτιους χώρους δημιουργεί μια πολύ σημαντική παρανόηση και ενώ «το ΔΛΤ Καλαμάτας έχει, αναμφίβολα, την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται τη χερσαία ζώνη του λιμένα, περιλαμβανομένης της παραχώρησης χερσαίων τμημάτων για την ανάπτυξη ομπρελών και τραπεζοκαθισμάτων.

Το γεγονός ότι το νομικό καθεστώς των παραχωρήσεων εντός του λιμένα είναι σχετικά ευέλικτο δε σημαίνει ότι ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε στο ΔΛΤ σημαντική διαχειριστική ευχέρεια ήταν για να μετατρέψει τη χερσαία ζώνη σε μια απέραντη καφετέρια. Το αντίθετο προκύπτει από το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο. Η εγκύκλιος 8321.6/01/12 του 2012, την οποία παραθέτει συστηματικά το ΔΛΤ Καλαμάτας στις ατομικές πράξεις παραχώρησης, υπογραμμίζει ότι η λειτουργία του λιμένα και το δημόσιο συμφέρον πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Προβαίνει, μάλιστα, σε μια χαρακτηριστική παρατήρηση: οι χώροι για τραπεζοκαθίσματα πρέπει να παραχωρούνται με φειδώ, επειδή η ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων δεν αποτελεί άμεσα λιμενική δραστηριότητα».
Στη συνέχεια ο Π. Τσιάλας παραθέτει αναλυτικά τρεις περιπτώσεις καταστημάτων. Η μία για κατάστημα που δε λειτουργεί, αλλά εξασφάλισε παραχώρηση συνολικά 327,15 τ.μ. για τραπεζοκαθίσματα και ξαπλώστρες. «Η μη λειτουργία του καταστήματος αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα που μπορούσε να θεραπευθεί με μια υπόσχεση μελλοντικής συντήρησης και επαναλειτουργίας. Τι νόημα έχει η αυστηρότητα των όρων παραχώρησης, εάν η διοίκηση δεν τους αντιμετωπίζει ως πραγματικές προϋποθέσεις διατήρησης του δικαιώματος χρήσης; Δημιουργείται, έτσι, ένα δυσμενές διοικητικό προηγούμενο, σύμφωνα με το οποίο ο ιδιώτης μπορεί να αισθάνεται σίγουρος ότι ο δημόσιος χώρος θα αφαιρεθεί από την κοινή χρήση και θα δεσμευθεί υπέρ του, ακόμη και όταν η επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία ζητήθηκε η παραχώρηση δεν υλοποιείται επί σειρά ετών. Η δε απειλούμενη άρση της παραχώρησης και η υποχρέωση άμεσης εγκατάλειψης του χώρου σε περίπτωση αθέτησης των όρων της σύμβασης κατά βάση μένει αδρανής».

Η δεύτερη περίπτωση αφορά παραχώρηση «517,93 τ.μ. χερσαίου χώρου για ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων σε τρεις ζώνες, μεταξύ άλλων σε φυσικό κολπίσκο της ΧΖΛ, σε σημείο όπου βγαίνει το θαλάσσιο κύμα. Στο συγκεκριμένο σημείο, τα τραπεζοκαθίσματα καταλαμβάνουν αντικειμενικά το πέρασμα, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ουσιαστικά η ελεύθερη διέλευση μέσα από τα τραπέζια του μπαρ».

Η τρίτη περίπτωση «είναι ίσως η πλέον ενδεικτική, διότι εδώ το ζήτημα της κοινοχρησίας τέθηκε ρητά ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου» αναφέρει στο άρθρο του ο κ. Τσιάλας, καθώς υπήρχαν και παράπονα και καταγγελίες πολιτών, τα οποία μπήκαν επί τάπητος στη σχετική συνεδρίαση του Λιμενικού Ταμείου από τον υπολιμενάρχη κ. Τσούλο, αλλά το «ΔΛΤ ενέκρινε διαδοχικές επεκτάσεις του εν λόγω καταστήματος 241.72 τ.μ. (2021), 303.44 τ.μ. (2022) , 396.80 τ.μ. (2022), 541.42 τ.μ. (2023), 787.07 τ.μ. (2024–2025)». Μάλιστα, στην έρευνά του ο αρθογράφος αναφέρεται στην άποψη που εκφράστηκε από δημοτικό σύμβουλο ο οποίος αναρωτήθηκε: «Πέρσι το είχαμε εγκρίνει. Πώς θα το απορρίψουμε τώρα; Σε τι νομοθεσία θα στηριχθούμε; Υπάρχουν επώνυμες έγγραφες καταγγελίες ή τηλεφωνικά παράπονα;», με τον κ.Τσιάλα να σημειώνει καίρια: «Εδώ υπεισέρχεται στο σκεπτικό της απόφασης μια επικίνδυνη αντίληψη περί διοικητικού προηγουμένου. Η διοικητική λογική περί “προηγουμένου” θα έπρεπε να λειτουργεί αντίστροφα», δηλαδή «εν ολίγοις, το κεκτημένο των λουομένων επί δεκαετίες δεν είναι δυνατόν να υποχωρεί έναντι του διετούς “κεκτημένου” του καταστηματάρχη».
Σχετικά με την οικονομική διάσταση, καθώς οι μισθώσεις αποφέρουν έσοδα στο Λιμενικό Ταμείο Καλαμάτας, ο Παναγιώτης Τσιάλας αναρωτιέται: «Στις σχετικές αποφάσεις παραχώρησης, το οικονομικό αντάλλαγμα προσδιορίζεται ποσοτικά, ανάλογα με την παραχωρούμενη επιφάνεια. Είναι, δηλαδή, άμεσο, μετρήσιμο και εγγράψιμο στα έσοδα του φορέα. Αντιθέτως, το όφελος από τη διατήρηση της κοινής χρήσης – όπως η ελεύθερη χρήση και διέλευση, η πρόσβαση στη θάλασσα, η δυνατότητα αναψυχής και κολύμβησης, η βελτίωση της ψυχικής υγείας – είναι διάχυτο και μη ποσοτικοποιήσιμο. Τούτο, όμως, δεν το καθιστά λιγότερο πραγματικό ή άξιο προστασίας. Γιατί, λοιπόν, απουσιάζει τόσο συστηματικά από τις σχετικές συζητήσεις;».
Συμπερασματικά ο Καλαματιανός νομικός καταλήγει, τονίζοντας, μεταξύ άλλων: «Η χερσαία ζώνη λιμένος δεν είναι αυλή των καφέ. Τα τρία παραδείγματα που εκτέθηκαν ανωτέρω διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αποτελούν όμως παρεμφερείς εκδοχές του ίδιου προβλήματος. Στη μία περίπτωση το κατάστημα δε λειτουργεί. Στη δεύτερη, η παραχώρηση οδηγεί σε αντικειμενική δυσχέρανση της διέλευσης. Στην τρίτη, υπάρχουν καταγεγραμμένες καταγγελίες ότι ο μεγάλος παραχωρημένος χώρος εμπόδιζε τους λουόμενους να κολυμπήσουν,καθώς η παραχωρηθείσα έκταση έφτανε τα 787,07 τ.μ.
Και στις τρεις, ωστόσο, επανέρχεται η ίδια λογική: ο χώρος παραχωρείται εφόσον δεν τον ζητά κάποιος άλλος επιχειρηματίας. Η συγκεκριμένη στάση της διοίκησης μετατρέπει την κοινοχρησία σε ένα είδος υπολειμματικής αξίας: ο χώρος παραμένει κοινόχρηστος όσο δεν έχει βρεθεί ιδιώτης να τον ζητήσει. Ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων εξετάζεται, οι προηγούμενες παραχωρήσεις εξετάζονται, οι τεχνικές προϋποθέσεις εξετάζονται, οι άδειες και τα σχέδια μηχανικών εξετάζονται. Αυτό που δεν εμφανίζεται πουθενά είναι η αυτοτελής αξία της ελεύθερης χρήσης του χώρου από το κοινό. Έτσι παγιώνεται μια διαστρεβλωμένη εφαρμογή της διακριτικής ευχέρειας. Το γεγονός ότι κανένα άλλο κατάστημα δε ζητά έναν χώρο δε σημαίνει ότι ο χώρος είναι, ως εκ τούτου, “διαθέσιμος”. Μπορεί να είναι διαθέσιμος ακριβώς για το κοινό. Δυστυχώς, όμως, η κοινοχρησία αντιμετωπίζεται από το ΔΛΤ ως άλλος ένας επιχειρηματίας, που όμως δεν ελήφθη υπ’ όψη επειδή απουσίασε από το τραπέζι των αιτήσεων. Μόνο που το κοινό δε χρειάζεται να καταθέσει κάποια αίτηση για να ληφθεί υπ’ όψη, αφού η κοινοχρησία είναι η προϋφιστάμενη και εκ του νόμου ορισθείσα λειτουργία του δημόσιου χώρου.
Καθώς η περίοδος του νέου γύρου αιτήσεων παραχώρησης στη ΧΖΛ για το 2027 πλησιάζει, είναι καιρός η προστασία της κοινής χρήσης να επανέλθει στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης.
Η αυστηρότερη προστασία που ο νομοθέτης επιφυλάσσει σήμερα στον παράκτιο χώρο εκτός λιμένα πρέπει να λειτουργεί ως ισχυρό κανονιστικό καμπανάκι: όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση, όσο εντονότερη η εμπορική χρήση και όσο περισσότερο περιορίζεται στην πράξη η ελεύθερη πρόσβαση και διέλευση, τόσο ισχυρότερη πρέπει να είναι και η ειδική αιτιολόγηση ως προς το γιατί η επιχειρηματική χρήση υπερισχύει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της κοινής χρήσης.
Το χειμερινό κύμα ανατρέπει de facto τα τετελεσμένα των παραχωρήσεων…
Όσο για το ταμειακό συμφέρον του ΔΛΤ, συνιστά μεν θεμιτή επιδίωξη, αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως πρωταρχική ή αυτονόητη διοικητική προτεραιότητα έναντι της κοινοχρησίας ή ως τεκμήριο υπέρ της παραχώρησης. Η αναλυτική παρουσίαση της στάθμισης μεταξύ της επιδίωξης εσόδων και της ελεύθερης χρήσης είναι σε κάθε περίπτωση προαπαιτούμενο που δεν αφορά μόνο στην ποιότητα της αιτιολογίας των αποφάσεων του Λιμενικού Ταμείου, αλλά είναι και θεμελιώδης για τη δημόσια λογοδοσία: ο δημότης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ποια προτεραιότητα επιλέγει η διοίκηση, ποια έσοδα επιδιώκει να εξασφαλίσει, ποια ανάγκη πρόκειται να εξυπηρετήσουν και ποιους προσωρινούς ή μόνιμους περιορισμούς αποδέχεται για τους χρήστες του δημόσιου χώρου. Μόνο με αυτή την πληροφόρηση μπορεί να αξιολογήσει τις δημόσιες πολιτικές της Δημοτικής Αρχής και να διαμορφώσει ενημερωμένη κρίση για το πώς θέλει να εκπροσωπείται στις εκλογές -λαμβάνοντας, ενδεχομένως, υπόψη και τα πρόσφατα δημοσιεύματα, τα οποία αναφέρουν ως πλεόνασμα του Λιμενικού Ταμείου (για το 2025) ποσό που υπερβαίνει τα 400.000 ευρώ».
Ολόκληρη η παρέμβαση του Παναγιώτη Τσιάλα στο: https://tinyurl.com/4hv7s635



















