«ΘΑΡΡΟΣ» 24 Αυγούστου 1948: Αθήνα – Καλαμάτα με αυτοκινητάμαξα

«ΘΑΡΡΟΣ» 24 Αυγούστου 1948: Αθήνα – Καλαμάτα με αυτοκινητάμαξα

Ταξιδιωτικές εντυπώσεις

Καλώς ή καλώς, ήλθα. Καλώς σας βρήκα.

Να κλάψουμε ή να ευθυμήσουμε; Προτιμώ το δεύτερο. Γιατί το κλάμμα φθείρει και λιγοστεύει. Και γιατί δεν υπάρχουν αποθέματα δακρύων. Έχει στερέψει η βρύση. Το υποκειμενικό δράμα, άλλως τε, στην πλάστιγγα της γενικής συμφοράς, αφανίζεται. Κανείς δεν είναι ο δυστυχέστερος, όπως κανείς δεν είν’ ο ευτυχέστερος σ’ αυτόν τον κόσμο…

***

Η σειρά προτεραιότητος μ’ ευνόησε να χορτάσω Ελλάδα. Περιορίζομαι μάλλον στο χρώμα της Μεσσηνίας. Δίπλα μου ένας μεσόκοπος Πειραιώτης. Με σπηλαιώδη και βαθυφωνότερη φωνή από το Σαλιάπιν. Ευφυέστατος και ολιγόλογος. Δεν μιλάει παρά όταν πρέπει να σκορπίση γύρω του την ξεκαρδιστικήν ευθυμία. Ο Θεός πες τον έστειλε. Γιατί βράζουμε. Και γιατί η κυρία του αντικρυνού καθίσματος  – σωστή γαλιάντρα – μας έχει ξεθεώσει με τις μόδες και τις διασκεδάσεις της. Από την άλλη μεριά ο Μανώλης – ο Πειραιώτης ντε  – μου δίνει στα νεύρα με την αφωνία του. Το ίδιο έχει πάθει και η Σμυρνιά. Ούτε η προσφορά του τσιγάρου, ούτε του μεζέ, μπορούν να αγκιστρώσουν μια λέξη του. Τρεις ώρες.

-Καλέ, τι σόι άνθρωπος είναι αυτός; με ρωτάει, σε μια στιγμή που σηκώθηκε ο Μανώλης, και προχώρησε προς την… τουαλέττα.

-Αυτό σκέπτομαι κι εγώ, κυρία μου.

-Παράξενος άνθρωπος. Μα θα τον κάμω εγώ να μιλήσει.

Επιστρέφει ο Μανώλης.

Η Σμυρνιά προσποιείται ότι την πάτησε:

-Με το… «μπαρδόν», κοπέλλα μου.

-Είσαστε Αθηναίος;

-Περαιώτης.

-Μέσα από τον Πειραιά;

-Από το Καστράκι.

-Πού πέφτει;

-Όπως πιάνεις το λιμάνι, αριστερά από τις γραμμές του τραίνου που πάει στο Πέραμα.

Σακουλεύεσαι;

Σακουλευόμεθα και τσουβαλιαζόμεθα, Μανωλάκη μου.

Κυριολεκτικά σακουλευόμεθα, αφού η μόλις εισελθούσα από την Αγουλινίτσα νεαρή και σ’ ενδιαφέρουσα κατάσταση ευρισκομένη κυρία,  εννοεί ν’ αποθέσει το σάκκο της στα κεφάλια μας, συνεπεία του αδιαχωρήτου, επικουρουμένη από τον συμβίον, μετεωρίζοντα με τ’ άλλο χέρι τεραστίων διαστάσεων βαλίτσαν ύπερθεν των κεφαλών μας.

-Καλέ, θα μας σκοτώσετε.

Ένα – ένα έπρεπε να μπάσετε τα πράγματά σας.

Τα διχτωτά της αυτοκινητάμαξας φίσκα. Δι’ ο και η βαλίτσα τοποθετείται στο διάδρομο και χρησιμοποιείται ως κάθισμα του ζεύγους.

-Ωχ το πόδι μου, καλέ. Κατεβάστε την κουρτίνα, μας έψησεν ο ήλιος

–Για κουρτινιέρη με πήρες, κοπέλλα μου; -Τραβηχτήτε, σας παρακαλώ πιο πέρα…

-Μα πού να πάω;

-Να πάτε στο… διάβολο…

– Ντροπή, Θεοδώρα.. η γυναίκα είναι σ’ ενδιαφέρουσα…

-Α, τι γλέπω… η Παναγούλα, ρε Θανάση.

-Θοδώρα μου! Εσύ ’σαι; Μάτσα – μούτσα.

-Πότε παντρεύτηκες, μωρή;

-Βρε την προκομμένη μας! Μέσα σ’ ένα χρόνο που λείπει… Από δω ο κύριός σου ε; Χαίρω πολύ… Στ’ αλήθεια είσαι γκαστρωμένη; Γιάρα – γιάρα… μ’ έναν καλό γυιό, η ώρα η καλή.

-Κι από την καρδιά σου.

-«Χεράμενη».

***

Αθάνατε Μωρηά! Αξέχαστη Μεσσηνία! Κόπιασε, κύριε καθαρευουσιάνε, κύριε δημοτικιστή να τυποποιήσης την εθνική γλώσσα. Να δω πώς θα βολέψης τους τοπικούς ιδιωματισμούς. Αυτή τη Βαβέλ της Ελλάδος.

Η αυτοκινητάμαξα τρέχει γοργά, διαυλακώνοντας το ατελεύτητο πράσινο του ευλογημένου νομού του παραδεισένιου αυτού μεσσηνιακού κάμπου, όπου, όπως χαρακτηριστικά είπε κάποτε ο Τρικούπης, «και την ομπρέλλα μου αν φυτέψω, θα φυτρώσουν ομπρελλάκια».

Είμαστε κουρασμένοι. Και τελειώνουμε βίαια.

Εις το επανιδείν…

ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ