Η παραλιακή ζώνη της Καλαμάτας αποτελεί το σημαντικότερο δημόσιο χώρο της πόλης και το βασικό σημείο επαφής της με τον Μεσσηνιακό Κόλπο. Είναι η τουριστική βιτρίνα, ο χώρος αναψυχής και το πεδίο ανάπτυξης.
Πίσω όμως από αυτή την εικόνα αναδεικνύεται ένα όλο και πιο πιεστικό ερώτημα. Υπάρχει πραγματικός σχεδιασμός ανθεκτικότητας ή απλώς διαχείριση της επιφάνειας εκμετάλλευσης;
Η πόλη δέχεται έντονες πιέσεις από το φυσικό της περιβάλλον. Από τον Ταΰγετο κατεβαίνουν υδατορέματα με υψηλή ενέργεια, που καταλήγουν στη θάλασσα, με κυριότερα τον Νέδοντα, την Κερεζένια, τα Πολιτέικα και τον Ξεριλα στο ανατολικό όριο της πόλης. Τα οποία, βεβαίως, ούτε έχουν ούτε πρόκειται να διευθετηθούν τις επόμενες δεκαετίες, ειδικά στην εκτός σχεδίου περιοχή μετά τα όρια των οικισμών.
Σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων μεταφέρουν μεγάλους όγκους νερού και φερτών υλικών προς την πεδινή και παραλιακή ζώνη, μετατρέποντας την εκβολή σε ζώνη υψηλού κινδύνου.
Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο σύστημα έρχεται να προστεθεί ένα ακόμα κρίσιμο, αλλά συχνά υποτιμημένο φαινόμενο: η παράκτια διάβρωση. Στην περιοχή Κοιλάκου του προλιμένα της Καλαμάτας, οι παρεμβάσεις στις λιμενικές υποδομές έχουν μεταβάλει τη φυσική ισορροπία μεταφοράς ιζημάτων. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή αποσάθρωση της ακτογραμμής σε γειτονικά τμήματα, με απώλεια παραλίας και αυξημένη ευαλωτότητα σε κυματισμούς και ακραία φαινόμενα.
Παράλληλα, στην ανατολική πλευρά της πόλης διαμορφώνεται μια ακόμη πιο σύνθετη και εν δυνάμει επικίνδυνη κατάσταση. Η παράκτια ζώνη μεταξύ δύο βασικών υδατορεμάτων, μιας περιοχής με χαμηλό υψόμετρο και περιορισμένη αποστραγγιστική ικανότητα, προορίζεται πολεοδομικά για νέα οικιστική ανάπτυξη.
Εδώ τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα χωροταξικού σχεδιασμού.
Μπορεί να θεωρείται κατάλληλη για δόμηση μια περιοχή που λειτουργεί φυσικά ως ζώνη εκτόνωσης πλημμυρικών φορτίων και παράκτιας δυναμικής;
Η διεθνής εμπειρία και η επιστημονική γνώση δείχνουν ότι περιοχές, με χαμηλό υψόμετρο, κοντά σε εκβολές ρεμάτων, και με ενεργή παράκτια διάβρωση, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε συνδυασμένα φαινόμενα, όπως πλημμύρες, θαλάσσια διείσδυση και ανύψωση της στάθμης της θάλασσας.
Η εμπειρία της Καλαμάτας από τις πλημμύρες του 2016 δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Το φυσικό σύστημα έχει ήδη δείξει τα όριά του. Και όμως, η συζήτηση για την παραλιακή ανάπτυξη συνεχίζεται χωρίς να ενσωματώνει ουσιαστικά τη γεωμορφολογία της ακτής, τη δυναμική των ρεμάτων και τη μακροπρόθεσμη επίδραση της κλιματικής αλλαγής.
Η παράκτια ζώνη της Καλαμάτας δεν είναι απλώς ένας χώρος αξιοποίησης. Είναι ένα ευαίσθητο όριο μεταξύ ξηράς και θάλασσας, ένα δυναμικό σύστημα που απαιτεί επιστημονικό σχεδιασμό και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Η Καλαμάτα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Να συνεχίσει να επενδύει σε μια εικόνα ανάπτυξης χωρίς επαρκή θεμελίωση ή να προχωρήσει σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα συνδυάζει πολεοδομία, υδρολογία και παράκτια μηχανική;
Γιατί στο τέλος, η φύση τιμωρεί και το συνηθίζει πολύ περισσότερο τελευταία.
Του Μιχαήλ Δ. Αντωνόπουλου
Γεωλόγου – γεωτεχνικού Περιβάλλοντος M.Sc., επιστημονικού συμβούλου περιβαλλοντικών και τεχνικών έργων, πρώην αντιπροέδρου ΓΕΩΤΕΕ Πελοποννήσου & Δυτικής Ελλάδος, προέδρου ΑΣ Καλαμάτας











