Κώστας Λούζης, αγρότης και Skitsofrenis: «Οι ρίζες μου είναι στα χρώματα»

Κώστας Λούζης, αγρότης και Skitsofrenis: «Οι ρίζες μου είναι στα χρώματα»

Το ραντεβού μας με τον Κώστα Λούζη δόθηκε ένα πρωινό στις αποθήκες που βρίσκονται στο λιμάνι της Καλαμάτας. Τον βρήκα σκαρφαλωμένο σε μια σκάλα να συμπληρώνει και να διορθώνει ένα έργο του, το οποίο είχε κάνει πριν από καιρό, δίνοντάς του τον τίτλο «ρίζες στα κύματα». Απλός, δυναμικός, ευγενής, επαναστάτης, αγρότης και «σκιτσοφρενής», κάναμε την όμορφη αυτή κουβέντα που θα διαβάσετε, μέχρι που μας διέκοψε η «εξέλιξη», το κομπρεσέρ των οπτικών ινών…

-Καλημέρα, Κώστα, λέω να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας από τα Καλιανέικα. Τι είναι τα Καλιανέικα, τι σημαίνουν για σένα;
Τα Καλιανέικα είναι το χωριό μου. Είναι πάνω από τις Κιτριές, πριν από τους Δολούς. Είναι ένα πεδινό χωριό, γύρω στα 250 με 300 μέτρα από τη θάλασσα. Τώρα πια έχουν μείνει ελάχιστοι κάτοικοι και αργοπεθαίνει.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα εκεί και με έκανε ό,τι με έκανε. Αυτό το χωριό με έχει διαμορφώσει. Έχω άλλα τρία αδέρφια, δύο μεγαλύτερους αδερφούς και μία δίδυμη αδερφή. Τα αδέρφια μου είναι 7 και 9 χρόνια μεγαλύτεροι, κι όταν ήμουν στην παιδική ηλικία, δεν ήταν εκεί για να παίξουμε. Δεν μπορούσαμε να παίξουμε. Η αδερφή μου ήταν κορίτσι, εγώ ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο, να κυνηγήσω και ούτω καθεξής, καταλαβαίνεις. Οπότε για να περάσω το χρόνο μου σε ένα χωριό που γερνούσε ούτως ή άλλως από τότε, άρχισα να ζωγραφίζω από έξι-επτά ετών 10 με 12 ώρες την ημέρα μετά μανίας.

-Η ανάγκη σου για παιχνίδι σε έκανε να ανακαλύψεις το ταλέντο σου στη ζωγραφική;
Ναι, και να ξεφύγω κι από ένα χωριό που με έπληττε. Μου άρεσαν πάρα πολύ η ζωγραφική, το κυνήγι, η περιπέτεια, και το χωριό μου ήταν ένα χωριό όπου δε συνέβαινε τίποτα, απλά μάζευες ελιές, και καλώς συνέβαινε αυτό. Ήταν ένα ειρηνικό χωριό, αυτό θέλω να πω.

-Με τι ζωγράφιζες τότε, με μαρκαδόρους και μολύβια, φαντάζομαι;
Μόνο αυτά είχα τότε για αρχή και σε ό,τι χαρτιά έβρισκα. Ζωγράφιζα ό,τι παρατηρούσα στην αρχή. Μεγάλωσα με την αισθητική των κόμικς, τα αμερικάνικα κόμικς, Σούπερμαν, Μπάτμαν κ.λπ. Οι γονείς μου πήγαιναν κάθε Σαββάτο στην Καλαμάτα που είχε τη Μεγάλη Αγορά.

Στην πλατεία 23ης Μαρτίου υπήρχαν δύο βιβλιοπωλεία, ο Κονταργύρης και δίπλα κάποιος άλλος που δε θυμάμαι πώς λεγόταν. Από εκεί έπαιρναν για τον αδελφό μου διάφορα κόμικς, Ποπάι, Μίκυ Μάους κι άλλα, και κάπως έτσι τα είχα κι εγώ. Ήταν η παρέα μου.

-Τι έκανες, ξεσήκωνες σκίτσα από τα κόμικς;
Όχι, δεν ξεσήκωνα ακριβώς. Παρατηρούσα την αισθητική τους, με ενέπνεε η τρισδιάστατη αισθητική τους, που μου άρεσε πάρα πολύ και με αυτό μεγάλωσα. Ήταν ο δάσκαλός μου στο τρισδιάστατο, ξέρεις τι εννοώ, οι χαρακτήρες, οι στολές, τα χρώματα.

-Χθες μίλησα με κάποιον πολύ δικό σου άνθρωπο και μου είπε «ώτα τον για την Αρετούσα». Τι είναι η Αρετούσα για σένα;
(Γέλια). Στην εφηβεία μου ανακάλυψα το έντεχνο τραγούδι μέσα από τα δύο αδέλφια μου. Ο ένας ακούει πιο πολύ ροκ έντεχνο και ο άλλος πιο έντεχνο και τους Active Members και Hip Hop. Η Αρετούσα, λοιπόν, είναι ένας αγαπημένος μου δίσκος, τον οποίο έκλεψα ουσιαστικά από τα αδέλφια μου και δεν τον έδωσα πίσω ποτέ. Ήταν του Μανώλη Λιδάκη. Είχε βγάλει τότε στην εφηβεία μου ένα δίσκο που λεγόταν «Ο ήλιος του Γενάρη». Όταν έβαλε ο αδερφός μου το δίσκο αυτό στο CD player που μόλις είχε αγοράσει και άκουσα την Αρετούσα, συγκλονίστηκα από το ορχηστρικό κομμάτι και τους στίχους. Εντάξει, του λέω, το ξέχασες το CD, δεν το ξαναβλέπεις. Έτσι άρχισα να ακούω μετά έντεχνο.

-Το skitsofrenis από πού βγήκε;
Αυτό που δεν ξέρει ο κόσμος είναι ότι το όνομά μου είναι μουσικό ψευδώνυμο και όχι εικαστικό. Το 2007 ήταν σημαντική χρονιά για εμένα, γιατί γνώρισα τη μέλλουσα σύζυγό μου. Τότε έπιασα δουλειά στην εφημερίδα Πρίζα, που ήταν η μόνη free press στην Πελοπόννησο, ως σκιτσογράφος. Εκεί γνώρισα δύο φοιτητές που φοιτούσαν εδώ στην Καλαμάτα, αλλά ήταν από την Αθήνα και ειδικά από το Πέραμα. Ήταν στην οικογένεια των Active Member, το πιο πρωτοποριακό hip-hop συγκρότημα της Ελλάδος. Αυτοί που έφεραν το hip-hop στην Ελλάδα. Με αυτά τα δύο παιδιά κάναμε ένα συγκρότημα. Εγώ έγραφα πάρα πολύ στίχο, αυτοί ήξεραν να φτιάχνουν μουσική, αυτή τη μουσική της hip-hop. Εγώ, ορμώμενος από τα έντεχνα που είχα μάθει, έγραφα και μόνος μου ποίηση, βοήθησα πάρα πολύ και αρχίσαμε να φτιάχνουμε τα πρώτα μας demo τραγούδια. Οι Active Member μας άνοιξαν την αγκαλιά τους και μας δέχτηκαν, δίνοντάς μας και βήμα να ανοίγουμε τις συναυλίες τους κάποιες φορές μαζί με άλλα μικρότερα συγκροτήματα όπως εμείς.

Εκεί, λοιπόν, τέθηκε το εξής θέμα: στην κουλτούρα της hip-hop μουσικής, της rap, υπάρχουν ψευδώνυμα. Μου λένε, λοιπόν, «θα έχεις ένα όνομα». Λέω «εμένα αυτό δε μ’ αρέσει». Μου λένε «δε γίνεται, είναι κόντρα στην κουλτούρα. Επειδή είσαι όλη μέρα με ένα μολύβι θα σε λέμε σκιτσοφρενή». Εμένα δε μ’ άρεσε στην αρχή, παρ’ όλα αυτά άρεσε στον κόσμο και έτσι έμεινε.

-Στους τοίχους πότε ξεκίνησες να δημιουργείς;
Ξεκίνησα τον Οκτώβριο του 2008 με τα περιβαλλοντολογικά γκράφιτι. Σε τοίχους δεν είχα ζωγραφίσει ποτέ. Για πρώτη φορά και τελείως τυχαία, και ευχαριστώ πολύ την Έλενα Μποζατζή στην Πρίζα, αυτή μου βρήκε την ευκαιρία μέσα από γνωστούς της και μου έκλεισε ραντεβού με έναν κύριο από τα χωριά του Ταΰγετου που ήθελε να κάνει ένα περιβαλλοντολογικό μήνυμα για τις φωτιές του 2007. Ήμασταν στο 2008 ήδη και έτσι έκανα επί τρία χρόνια εκεί πολλά αθώα περιβαλλοντολογικά μηνύματα, τα οποία βανδάλισαν αμέσως οι γνωστές ομάδες που βανδαλίζουν τους τοίχους. Εκεί, λοιπόν, τέθηκε το θέμα να τα παρατήσω. Οι άνθρωποι, όμως, που με είχαν βάλει μου είπαν «μην τα παρατάς, προσπάθησε να πείσεις και τον βάνδαλο ότι αυτό που χαλάει ήταν και για εκείνον», οπότε άρχισα να βάζω στίχους δικούς μου και με αδειοδότηση από τους Active Member κάποια στιχάκια, γιατί είχαν και αυτοί κάποιους στίχους που άξιζαν να μπουν εκεί. Εκεί γεννήθηκε αυτό που κάνω ουσιαστικά. Γιατί έπρεπε να είμαι ειλικρινής και ταπεινός ώστε να πείσω τον βάνδαλο ότι δεν υπάρχει λόγος να το χαλάς αυτό, είναι ένα μήνυμα για σένα και για μένα.

-Ξεκινάς από εκεί και σιγά σιγά πώς απλώνεσαι, Κώστα;
To 2012, επηρεασμένος πάρα πολύ από το ότι έχει μπει η Ελλάδα στο Μνημόνιο, αντί να φτιάξω την καθημερινή μου θεματολογία, φτιάχνω στον Ταΰγετο ένα πρόσωπο που ουρλιάζει. Έτσι ήθελα να εκφράσω και τη δική μου οργή για τα δύσκολα που έρχονται. Να σου πω την αλήθεια, νόμιζα ότι δε θα ξανασχοληθώ με το γκράφιτι, γιατί τότε βγάλαμε και δίσκο με την μπάντα μου, κάναμε κάποια tour με τους Active Member και νόμιζα ότι θα έχω μουσική συνέχεια και όχι εικαστική. Είχα μαζέψει να τα πετάξω τα σπρέι μου, γιατί πίστευα ότι δεν έχω σχέση με αυτό το πράγμα, ό,τι έκανα, έκανα. Ήμουν τρία χρόνια στον Ταΰγετο συνολικά. Τα είχαν χαλάσει μια φορά, τα είχα ξαναφτιάξει, έφτιαξα και αυτή τη φάτσα, ώστε να βγάλω από μέσα μου τα νεύρα μου. Να πω ότι αυτή ήταν η ψυχούλα μου, γιατί ήμουν νέος, ήθελα να ξεκινήσω τη ζωή μου και μου κόβανε τα φτερά. Όλη η γενιά μου ξεκινούσε από το μείον, όχι από το μηδέν.

-Έχεις θυμό, Κώστα;
Τώρα πια όχι. Τότε είχα θυμό, γιατί ήταν σαν να ξεκινάς μια κούρσα να τρέξεις και κάποιος να σου κρατάει το πόδι με σχοινί, να μη σε αφήνει να φύγεις. Το θεωρούσα αδικία για όλη τη γενιά μου και το βίωνα. Εγώ, δηλαδή, εξέφραζα συνομηλίκους μου που συζητούσαμε ότι είχαμε όλοι ένα όνειρο για το μέλλον τότε. Είχαν γίνει αλαζονικά λάθη από όλους τους κυβερνώντες χωρίς να σκεφτούν πραγματικά εμάς.

Εμείς θα έπρεπε να σκεφτούμε τους επόμενους, λοιπόν, με τι, με το μηδέν ή με το μείον, οπότε το εξέφρασα όλο σαν ένα ουρλιαχτό. Ας πούμε, σαν να πας στην άκρη ενός βράχου να ουρλιάξεις από τα νεύρα σου, γιατί δεν ξέρεις σε ποιον να ρίξεις το φταίξιμο, οπότε μόνο να ουρλιάξεις μπορείς.

-Ήταν η φωνή της γενιάς σου;
Ναι, κι εγώ βέβαια εκεί έβγαλα μιαν αλήθεια, το αποτύπωσα με οργή, γιατί δεν ήξερα ποιος μου φταίει, δεν ήξερα ποιον να κατηγορήσω, απλά μπορείς να πας να ουρλιάξεις, και νόμιζα πως δε θα ασχοληθώ ξανά με αυτό. Τότε μια εφημερίδα, νομίζω η Guardian, μαζί με έναν δημοσιογράφο Άγγλο, έψαξαν το πρόσωπο της Ελλάδας μέσα στην κρίση. Γύρισε όλη την Ελλάδα αυτός ο κύριος με μοτοσικλέτα και σταμάτησε μπροστά σε αυτό το graffiti. Το έβγαλε μια φωτογραφία και είπε ότι αυτό είναι το πρόσωπο της Ελλάδας μέσα στην κρίση. Αυτή η φωτογραφία βγήκε μία από τις καλύτερες του κόσμου το 2012. Το graffiti αυτό έκανε το γύρο του κόσμου, η Καλαμάτα ακούστηκε και εγώ μέσα σε λίγες μέρες από το πουθενά είχα μπει σε ένα χάρτη που δεν ήξερα. Άρχισαν να με καλούν σε διάφορα φεστιβάλ. Αυτό που με δίδαξε είναι ότι άμα θέλεις να αγγίξεις τον κόσμο, δε θα βάλεις ποτέ τον δόλο στα σχέδιά σου και την κουτοπόνηρη ενέργεια. Θα είσαι πάντα ειλικρινής, καθαρός όχι χυδαίος, ταπεινός και ειλικρινής, οπότε άρχισαν εκεί σιγά σιγά να με απασχολούν και άλλα θέματα. Παραδείγματος χάρη, από το 2012 και ειδικά το 2013, άρχισε να με απασχολεί πολύ το θέμα που τότε άρχισε να φουντώνει, της γυναικοκτονίας. Είχαμε γυναικοκτονίες στην Ελλάδα, είχαμε κακοποίηση γυναικών, οπότε έπρεπε να βρω έναν ευγενικό τρόπο – γιατί είχα μεγαλώσει σε ένα χωριό με πατριάρχες, που οι γυναίκες μαγειρεύανε, γεννούσαν και πέθαιναν, αλλά δεν είχαν λόγο σε πολλά – να ανοίξω κουβέντα με τα αρσενικά της εποχής μου. Φτιάχνω, λοιπόν, τη Μόνα Λίζα σε έναν τοίχο και γράφω η «Μόνη Λίζα».

Και τότε αρχίζουν κάποιοι να με ρωτάνε γιατί η «Μόνη Λίζα» και όχι η Μόνα Λίζα. Μέσα από αυτόν τον διάλογο, δηλαδή γιατί να θέλει η Μόνα Λίζα, που είναι το σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, να είναι μόνη της, γιατί έχει μείνει μόνη της, δε θέλει κανέναν να βλέπει, αλλά είναι και μοναδική. Μόνη και μοναδική. Και εκεί ξεκίνησε μια κουβέντα.

Οπότε μέσα από έναν ευγενικό τρόπο, μέσα από την τέχνη που ανακάλυψα, βρήκα την κλειδαρότρυπα να εκφράζομαι ευγενικά.

-Αυτό σε ξεκουράζει;
Ναι, γιατί ουσιαστικά οι πρώτοι μου εγκεφαλικοί νευρώνες στην παιδική ηλικία φτιαχτήκανε γνωρίζοντας ότι εγώ θα μιλάω μέσα από τα σχέδια. Δεν άρχισα να παίζω ποδόσφαιρο. Για να εκφράζομαι, άρχισα να ζωγραφίζω. Καλώς ή κακώς με χαρακτήρισε αυτό. Μετά, αυτοματοποιημένα, άρχισα να μπορώ να κάνω εικόνα χίλιες λέξεις, κυριολεκτικά. Κι αυτό συνεχίζεται και σήμερα. Αυτό που συνειδητοποίησα έπειτα από 18 χρόνια που ασχολούμαι με τα ντουβάρια, είναι ότι πρώτα σκέφτομαι σαν ένας ποιητής που ξέρει να ζωγραφίζει.

-Πάμε κι εδώ στα δικά μας για να μη σου τρώω το χρόνο, εδώ στις αποθήκες του λιμανιού που σε βρίσκω, τι ακριβώς κάνεις;
Συμπληρώματα και διορθώσεις, έχοντας περάσει πριν ένα πολύ πλούσιο τρίμηνο, από τον Νοέμβρη μέχρι το τέλος Φλεβάρη, στη Γλυφάδα Μεσσηνίας. Με φώναξαν έπειτα από 13 χρόνια να διορθώσω κάποια πράγματα. Οι συγκυρίες ήρθαν έτσι ώστε εγώ να μην έχω ελιές να μαζέψω φέτος, είχα ζημιά 100%, οπότε όλο το χειμώνα ήμουν κενός για πρώτη φορά στη ζωή μου, τρεις μήνες στη Γλυφάδα για να διορθώσω κι άρχισα να προσθέτω και εκεί πράγματα. Ήταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο για μένα να κάτσω τόσες μέρες, καθημερινά σχεδόν, και να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα πάνω στην τοιχογραφία. Ολοκληρώθηκε με επιτυχία όλο αυτό και μετά ήρθα εδώ στην παραλία της Καλαμάτας. Είδα ότι κι εδώ κάποια πράγματα θα μπορούσα να τα έχω κάνει καλύτερα, με καινούργια ματιά.

-Από μόνος σου; Δε στο ζήτησε κανένας;
Ναι, ζήτησα βέβαια άδεια από το Λιμενικό Ταμείο. Έχω αρχίσει να δίνω περισσότερη κίνηση με μεγαλύτερη έκφραση, μιαν ανάσα σε αυτόν τον τοίχο. Και πάλι ευχαριστώ το Λιμενικό Ταμείο και για την αδειοδότηση φέτος, αλλά και για την επιλογή πέρυσι, για την εμπιστοσύνη τους.

-Είπες για Γλυφάδα Μεσσηνίας, εκεί πότε και πώς ξεκίνησες;
Εκεί τον Αύγουστο 2013 ο πρόεδρος του τότε συλλόγου, Αντώνης Κατσάς, μου ζήτησε να επισκεφτώ το χωριό του. Υπήρχε ένα τοίχος που ήθελε να φτιάξουμε μια ζωγραφιά που είχε σχέση με την αγροτιά από μια ταινία ιταλική, το έκανα και πήγε εξαιρετικά. Ενθουσιάστηκε όλο το χωριό και ο Αντώνης μαζί με το σύλλογο και τους κατοίκους πήραν την απόφαση, λίγο βιαστικά τότε, γιατί ενθουσιαστήκαμε όλοι πάρα πολύ, να κάνουμε κάποια πράγματα περαιτέρω. Κάναμε γύρω στα 25 με 30 σπίτια. Σχεδόν κάθε μέρα ήμουν εκεί. Η πολύ μεγάλη υγρασία, όμως, και ο ήλιος τα κατέστρεψαν, οπότε με ξαναφωνάξανε φέτος για διορθώσεις

-Με τι άλλο ασχολείσαι, Κώστα, πώς βιοπορίζεσαι;
Από το 2012 ουσιαστικά αγρότης, είμαι ελαιοπαραγωγός και τα τελευταία χρόνια υπάρχει αρκετός κόσμος που μου ζητάει να διακοσμήσω διάφορους τοίχους δικούς του, κι ενώ δεν το κυνήγησα πάρα πολύ, ήρθε και με βρήκε αυτό.

-Tο βλέπεις ως επάγγελμα;
Έχω προσπαθήσει, αλλά δε με αφήνει ο ερασιτεχνισμός, με την έννοια του εραστή της τέχνης, δε μου επιτρέπει να γίνω καλός επαγγελματίας με την ψυχρή έννοια.

-Έχω μάθει ότι έχεις κάνει και αρκετά πράγματα δωρεάν…
Κάνω πάρα πολλά, γιατί κυρίως με ενδιαφέρει η δημιουργία. Το μεγάλο κέρδος είναι ότι γεμίζει η ψυχούλα μου. Κάνω και επαγγελματικές δουλειές αρκετές, αλλά προσπαθώ σαν ανάσα, σαν προπόνηση που λέμε, να κάνω πρώτα αυτά που θέλω εγώ.

-Ποια είναι τα σχέδιά σου για το μέλλον;
Καινούργιες ρίζες, όπως και ο τίτλος ολοκλήρου του τοίχου εδώ στις αποθήκες που με βρήκες, «ρίζες στα κύματα». Αυτός ο τίτλος μού ήρθε φέτος, είναι πάλι διφορούμενος, για μένα οι ρίζες μου βαθαίνουν μέσα στα χρώματα, οι ρίζες μου είναι στα χρώματα, οπότε φτιάχνω καινούργιες ρίζες.

Κάπου εδώ ολοκληρώσαμε την κουβέντα μας υπό τους όμορφους ήχους ενός κομπρεσέρ που έσκαβε δίπλα μας για να μπουν οι γνωστές πλέον οπτικές ίνες που έχουν γεμίσει την πόλη μας, δημιουργώντας στους δρόμους χιλιάδες μέτρα με φιδίσια αβαθή αυλάκια. Είναι μια εικαστική άποψη κι αυτό…

Του Κώστα Δεληγιάννη