Ψάχνοντας τα αρχεία μου ένα πρωινό βρήκα ένα λεύκωμα κιτρινισμένο από τα πολλά χρόνια (36 αν δεν κάνω λάθος). Ήταν μια έκδοση από την γκαλερί Ζουμπουλάκη σε 2.000 αντίτυπα το φθινόπωρο του 1990, με περιεχόμενο 12 υπεροχές γκραβούρες (ακουαρέλες) του μεγάλου μας ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη, με θέμα δώδεκα ελληνικές τοπικές φορεσιές.
Την παρουσίαση προλογίζει πολύ αναλυτικά η κυρία Μαρία Καραβία, η βιογράφος του Τσαρούχη, «Ο στοχαστής του Μαρουσιού», συνεντεύξεις με τον Γιάννη Τσαρούχη (Εκδόσεις Καστανιώτη, Α’ έκδοση 1989, Β’ έκδοση 1990).
Η αναπαραγωγή έγινε από δώδεκα ανέκδοτα έργα (ακουαρέλες) διαστάσεων 11Χ16 εκ. περίπου του Γιάννη Τσαρούχη με χρονολογία 1943. Με την κυρία Μαρία Καραβία, μια πολύ σοβαρή, καλή δημοσιογράφο και ιστορικό, είχα την τιμή να συνεργαστούμε, ως γραφίστας τότε, σε κάποια εκδοτική επιχείρηση στην Αθήνα και είναι ο άνθρωπος που μου δώρισε-χάρισε αυτό το όμορφο λεύκωμα που έχω τη χαρά να σας παρουσιάσω στο «Θάρρος» σήμερα:

Οι δώδεκα ελληνικές φορεσιές που παρουσιάζονται σε αυτό το λεύκωμα αποτελούν την πρώτη σειρά από διάφορες ελληνικές τοπικές ενδυμασίες που είχε ζωγραφίσει ο Τσαρούχης κατά καιρούς. Αρχίζοντας από πολύ μικρές διαστάσεις και καταλήγοντας σε μεγάλες συνθέσεις, όπως η «Νύφη από την Ελευσίνα» (1948, Εθνική Πινακοθήκη) και η «Γυναίκα της Αταλάντης» (1962, ιδιωτική συλλογή), που και μόνο με τη χρονολογική τους απόσταση αποκαλύπτουν πόσο τον γοήτευε το θέμα.

Τα έργα αυτά είχε ζωγραφίσει στην Κατοχή, το 1943. «Η αγριότητα της ζωής στην Κατοχή με έκανε να συμπαθώ πράγματα γλυκά και περίτεχνα» είχε πει. Οι μικρές διαστάσεις τους (τα πρωτότυπα είναι 11,5Χ16,5 εκ) εξηγούνται από τις ελλείψεις του καιρού που έκαναν απρόσιτα τα χρώματα και δυσεύρετο το χαρτί. Τα είχε εκθέσει, όμως, σε ένα μαγαζί που βρισκόταν στη γειτονιά του, στην οδό Γ’ Σεπτεμβρίου. Όπως γράφει ο ίδιος, «το 1942 ή 1943 σ’ ένα κατάστημα διακοσμήσεων, κατά το ήμισυ παλαιοπωλείον και κατά το άλλο εδωδιμοπωλείον πολυτελείας, έκανα μια έκθεση μικρών έργων που είχαν όλα το ίδιο μέγεθος και ως θέμα τις παλιές ελληνικές ενδυμασίες. Την εποχή εκείνη τα έργα αυτά θεωρούνταν πολύ επαναστατικά από τους συντηρητικούς ακαδημαϊκούς κύκλους, γι’ αυτό και οι πελάτες ήταν ριψοκίνδυνοι τύποι ή τελείως ανίδεοι και για να το πούμε απλούστερα, μαυραγορίτες. Ένα απόγευμα μπήκε σ’ αυτό το μαγαζί μια ηλικιωμένη γυναίκα, πραγματικά μιας άλλης εποχής και μ’ έναν αέρα που την έκανε να ξεχωρίζει από τους συνηθισμένους πελάτες. Ήταν η Θάλεια Φλωρά – Καραβία που εγώ δε γνώριζα. Κάποιος που ήξερε ποια είναι, μου είπε στ’ αυτί: «Θα σε κατσαδιάσει τώρα αυτή η αρχαιολογία. Ασφαλώς δε θα της αρέσουν τα έργα σου, μην της πεις ότι είσαι εσύ ο ζωγράφος». Αφού τα κοίταξε επί πολλήν ώρα με προσοχή, ένα προς ένα, σε μια στιγμή γυρίζει και με ρωτά: «Ποιος απ’ όλους είναι ο ζωγράφος;». Πριν της απαντήσω, τη ρώτησα: «Πώς σας φαίνονται;». «Τι να σου πω, παιδί μου, μ’ αρέσουν, είναι σαν βυζαντινά, αλλά όχι εκείνα τα σκούρα και αντιπαθητικά βυζαντινά που δε μ’ αρέσουν». Τότε πήρα το θάρρος και της είπα πως εγώ τα είχα ζωγραφίσει…

Η έκθεση των εθνικών ενδυμασιών δεν του απέδωσε, όπως φαίνεται, μόνο κολακευτικά σχόλια, αλλά και κάτι εξίσου σπουδαίο για εκείνη τη δύσκολη εποχή. Αγορές και παραγγελίες από ορισμένους ενθουσιώδεις πελάτες που σε πολλές περιπτώσεις τού πήγαιναν επί τόπου παλιές, άγνωστες στολές για να τις δει και να τις ζωγραφίσει. Λόγω, μάλιστα, της επιτυχίας που του έφερε αυτό το παράξενο κατοχικό καλλιτεχνικό στέκι, τα έργα που του παράγγελναν τα εξέθετε για λίγες μέρες πριν τα παραδώσει, ως… «διαφήμιση του καταστήματος».
Μαυραγορίτες ή όχι, φαίνεται πως μέσα στις στερήσεις διέθεταν τον απαραίτητο σεβασμό ή και τη φιλοπατρία ώστε να θέλουν να απαθανατίσει χέρι καλλιτέχνη τα κειμήλια του παλιού καιρού. Ο Λουί Χόφμαν που αγόρασε αυτές τις δώδεκα μικρές τέμπερες δεν ήταν ούτε ανίδεος, ούτε μαυραγορίτης, αλλά ούτε καν Έλληνας που συμμεριζόταν τη μελαγχολική υπερηφάνεια.

Άνθρωπος με γούστο, είχε γεννηθεί στο Λουξεμβούργο και είχε μεγαλώσει στη Γαλλία, την οποία θεωρούσε πραγματική πατρίδα του. Στην Ελλάδα είχε έρθει ως συνοδός ενός τυφλού παιδιού, του Πάνου Περβανά, γιου γνωστού καπνεμπόρου. Είχε αποκλειστεί στην Αθήνα λόγω του πολέμου, είχε γνωρίσει και θαυμάσει τον Τσαρούχη και είχε μπει στο στενό περιβάλλον του 33χρονου τότε ζωγράφου.
Στο σπίτι του Χόφμαν στην οδό Γενναδίου 2, κοντά στη Μονή Πετράκη, σε συγκεντρώσεις που έκανε αναγκαστικά ολονύχτιες η απαγόρευση της κυκλοφορίας, γίνονταν οι περίφημες μεταμφιέσεις του Τσαρούχη πότε σε καλόγρια και πότε σε Μαργαρίτα Γκωτιέ και, βέβαια, πολλές συζητήσεις για την Τέχνη.
Στον ξένο φίλο του οφείλεται, όπως φαίνεται, και η αρχική ιδέα της σειράς των κοστουμιών. Όπως λέει ο ίδιος ο Τσαρούχης, αυτός είχε στο σπίτι του μια συλλογή χαρακτικών με γαλλικές ενδυμασίες. Και αυτός του παρήγγειλε πρώτος να κάνει μια παρόμοια σειρά με κοστούμια ελληνικά. Όταν έφυγε αργότερα από την Ελλάδα, ο «παιδαγωγός», όπως αναφέρεται ο Χόφμαν στην αυτοβιογραφία του Τσαρούχη, πήρε μαζί του τις δώδεκα τέμπερες.
Γνωρίζοντας όμως τη σημασία και την αξία τους, τις κληροδότησε μετά το θάνατό του σε Έλληνα φίλο του που κατοικούσε στο εξωτερικό, από τον οποίο και τις απέκτησε η Γκαλερί Ζουμπουλάκη έπειτα από συνεννοήσεις ετών.
Ο Τσαρούχης θεωρούσε κάπως βαρύγδουπο τον όρο «εθνική ενδυμασία» και έλεγε ότι σωστότερα είναι να τις ονομάζουμε ελληνικές φορεσιές. Αλλά είχε από τα παιδικά του χρόνια μαγευτεί από τον πλούτο των υφασμάτων, των χρωμάτων και των σχεδίων τους. «Όταν μικρό παιδί έμενα στον Πειραιά – μου είχε πει κάποτε – μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι Καστελοριζιές. Τα ρούχα που φορούσαν ήταν τα πρώτα δείγματα εθνικών ενδυμασιών που είδα. Εκτός από την ομορφιά των χρωμάτων, των βελούδων και των μεταξωτών υφασμάτων, είχα πολύ εντυπωσιαστεί από τη διαφορά που είχε αυτός ο κόσμος με τις άλλες εξευρωπαϊσμένες γυναίκες, τις ντυμένες με παριζιάνικες μόδες, με φορέματα από μαροκαίν και κρεπ ντε σιν ή κρεπ ζωρζέτ, με τα καπέλα με λουλούδια ή φρούτα, σε απαλά χρώματα πάντα, που κρατούσαν τις γαλλικές ονομασίες: σωμόν, αμπρικό, σερίζ! Αυτό κατάλαβα αργότερα πως εσήμαινε ότι η φραγκοκρατία ξανάρχεται, ενώ η τουρκοκρατία έχει απέλθει…».

Πέραν, όμως, των παιδικών μνημών, ο Τσαρούχης με τη διπλή ιδιότητα του ζωγράφου και του ενδυματολόγου έδειξε από την αρχή της σταδιοδρομίας του μεγάλο και πολύπλευρο ενδιαφέρον για τις παλιές ενδυμασίες.
Ενδιαφέρον που ενισχύθηκε με τη γνωριμία του με την Αγγελική Χατζημιχάλη, την Έλλη Παπαδημητρίου και την Εύα Σικελιανού και που πέρασε μέσα από το πάθος του Κόντογλου για το Βυζάντιο. Δε νοιαζόταν μόνο για την Τέχνη, αλλά και για την τεχνική. Ήξερε να ράβει, να κόβει και να υφαίνει μόνος του ένα ύφασμα. Όπως μόνος του έβγαζε χνάρια, «πατρόν» από τις λαϊκές φορεσιές.Ολόκληρο αρχείο με σχέδιά του και λεπτομέρειες στολών της Αρκαδίας και της Σπάρτης καταστράφηκε σε μια υγρή αποθήκη που τα είχε αφήσει στην Κατοχή. Στο Μουσείο Μπενάκη έχει δωρίσει μεγάλη συλλογή από τέτοια «πατρόν». Ενώ οι σκέψεις και οι πληροφορίες του για το λαϊκό ελληνικό ρούχο έχουν κατατεθεί στο Ενδυματολογικό Τμήμα του Μουσείου του Λούβρου.
Πριν να τα ζωγραφίσει, γνώριζε, λοιπόν, τα διάφορα υφάσματα με τα οποία γίνονται από παράδοση τα τμήματα της κάθε στολής. Ήξερε την ποιότητα και την υφή τους. Γνώριζε τις περιοχές όπου συνηθίζεται το σεγκούρνι κι όπου φοριέται ο σαγιάς, οι κεντητές ποδιές, οι πόρπες και τα μεταξωτά βαριά ζωνάρια ή οι φαρδιές μπροκάρ φούστες που προστέθηκαν στις στολές όταν ήρθε η Αμαλία στην Ελλάδα.
Κι ακόμα οι φουστανέλες που πίστευε πως πρέπει να εμφανίστηκαν εκεί κοντά στο 1821, όταν χώρισαν σε δύο το πουκάμισο και το σούρωσαν στη μέση «οι κομψευόμενοι της κλεφτουριάς».
Ο Τσαρούχης γνώριζε στην εντέλεια πώς φοριέται και πώς κατασκευάζεται κάθε στολή. Οι τεράστιες γνώσεις του, η διαίσθηση και η ευαισθησία του, του επέτρεπαν στο απλό πουκάμισο μιας ενδυμασίας ν’ αναγνωρίζει το χιτώνα που φορούσαν οι γυναίκες στις νεκρικές τελετές όπως δείχνουν οι λευκές λήκυθοι. Ή να θεωρεί το καββάδι εξέλιξη του ρούχου που φοράει στα ολόχρυσα ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας ο Θεόδωρος Μετοχίτης, συμπληρωμένο μ’ ένα τεράστιο τουρμπάνι. Τα έργα του είναι ιστορικώς ακριβή. Αλλά δεν είναι ποτέ λαογραφικά. Είναι έργα ζωγραφικής, όπου το χρώμα παίζει κύριο ρόλο και οι μορφές διαγράφουν αληθινούς χαρακτήρες. Η εποχή, εξάλλου, που έχουν ζωγραφιστεί δίνει και μιαν άλλη διάσταση στις μικρές αυτές τέμπερες.

Μέσω της τοπικής φορεσιάς, ο Τσαρούχης υμνεί την τραυματισμένη παράδοση της υπόδουλης Ελλάδας. Και θα έλεγα πως συχνά χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τις στατικές πόζες και το στυλιζαρισμένο φόντο της αναμνηστικής φωτογραφίας – μια κουρτίνα, μια γλάστρα, ένα μαρμάρινο βάθρο – για να προσθέσει στις συνθέσεις του μερικά σύμβολα που μιλούσαν πολύ εύγλωττα εκείνο τον καιρό. Δεν είναι τυχαία, π.χ., τα ελληνικά σημαιάκια που βλέπουμε, βαλμένα χιαστί μάλιστα, όπως σε σημαιοστολισμό δημόσιο, σε καιρούς λευτεριάς. Ούτε είναι τυχαίο το καναρίνι το αιχμάλωτο σε σιδηρόφρακτο κλουβί που στολίζει την εικόνα της «Κόρης της Σκιάθου». Παρά τα στολίδια τους και τις αρματωσιές τους, οι αυστηρές, ακίνητες μορφές έχουν συχνά το μελαγχολικό κι απόμακρο ύφος επιτύμβιου. Δε μοιάζει να τις φοράνε σε πανηγύρι, γάμο ή Πασχαλιά τις φορεσιές τους αυτοί οι άνθρωποι με τις αδρές μορφές, οι νησιώτες, οι χωριάτισσες, οι φουστανελοφόροι, οι λαϊκοί άνθρωποι με την ψυχή του μύστη που στάθηκαν πάντα το αντικείμενο του θαυμασμού του. Είναι οι ίδιοι που χορεύουν «τους υπέροχους και αθάνατους χορούς της βασανισμένης Ελλάδας, τους πιο αρχαίους κι από τον Παρθενώνα», οι φυσικοί φορείς και θεματοφύλακες ενός ένδοξου παρελθόντος. Και επιδεικνύουν με μνημειακή αξιοπρέπεια τις εθνικές φορεσιές τους μέσα στο ζοφερό κλίμα της σκλαβιάς.
ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΙΑ
Οκτώβριος 1990

Μαρία Καραβία
Η Μαρία Καραβία έχει ταξιδέψει πολλές φορές σε χώρες της Ανατολής, όπως στην Ινδία και την Ταϋλάνδη, την Κίνα και όλες σχεδόν τις χώρες της Μέσης Ανατολής, καλύπτοντας δημοσιογραφικές αποστολές των εφημερίδων «Καθημερινή», «Μεσημβρινή» και του προδικτατορικού περιοδικού «Εικόνες», έντυπα στα οποία εργάστηκε από την αρχή της σταδιοδρομίας της. Έχει σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης και, παράλληλα με τη δουλειά της σε εφημερίδες και περιοδικά, έχει εργαστεί στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και στην Ελληνική Τηλεόραση 1, όπου από το 1975 έως το 1987 ήταν υπεύθυνη για τον προγραμματισμό, την έρευνα και την παρουσίαση των εκπομπών «Εικόνες» και «Εικαστικά». Στο διάστημα της δικτατορίας έζησε στο Λονδίνο και εργάστηκε στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC. Έως το 1997 έγραφε χρονογράφημα στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας «Καθημερινή».
Το 1966, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Γιώργο Εμιρζά, πραγματοποίησε για την ΕΤ 1 την τετράωρη τηλεοπτική σειρά «Οδησσός, η λησμονημένη πατρίδα», την πρώτη εκτενή έρευνα που έγινε για τον ελληνισμό της περιοχής. Η μελέτη-λεύκωμα της Οδησσού κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις Άγρα το 1998.
Γιάννης Τσαρούχης
Ο Γιάννης Τσαρούχης (Πειραιάς, 13 Ιανουαρίου 1910 – Αθήνα, 20 Ιουλίου 1989) ήταν σημαντικός Έλληνας ζωγράφος και σκηνογράφος. Τα πρώτα του έργα τα εξέθεσε το 1929 στο Άσυλο Τέχνης. Η επιτυχία που σημείωσε τον οδήγησε στη συνέχεια να φοιτήσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου κατά τα έτη 1929–1935, με καθηγητές τους Ιακωβίδη, Βικάτο και Παρθένη. Παράλληλα, κατά το διάστημα 1931–1934 μαθήτευσε κοντά στον Φώτη Κόντογλου, ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή αγιογραφία, ενώ μελέτησε τη λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Μαζί με τους Δημήτρη Πικιώνη, Φώτη Κόντογλου και Αγγελική Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης.
Tου Κώστα Δεληγιάννη
Σημείωση: Ευχαριστώ πολύ το Δ.Σ. του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη (Πλουτάρχου 28 Μαρούσι 15122) για την άδεια αυτής της παρουσίασης.











