Μετά την είσοδο των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941 (6/4/1941) και την επικείμενη κατοχή της χώρας, το κοινό έσπευσε στις τράπεζες για να αποσύρει χρήματα υπό το φόβο των δύσκολων ημερών που επρόκειτο να έλθουν. Το μεγάλο αυτό κύμα αναλήψεων είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη μετρητών στην αγορά, με άμεσο πια τον κίνδυνο της παύσης συναλλαγών.
Η ραγδαία αύξηση ζήτησης ρευστού ανάγκασε την Τράπεζα της Ελλάδος στις 25/4/1941 να επαναφέρει σε κυκλοφορία φθαρμένα χαρτονομίσματα παλαιότερων εκδόσεων που είχαν αποσυρθεί τα προηγούμενα έτη και προορίζονταν προς καταστροφή (αποτέφρωση).
Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των χαρτονομισμάτων ήταν η κακή τους κατάσταση και ότι έφεραν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, 6 τρύπες ακύρωσης ή και σφραγίδες των τοπικών υποκαταστημάτων της ΤτΕ, όπου είχε πραγματοποιηθεί η τότε ακύρωση. Στις 1/4/1942 αποσύρθηκαν οριστικά από την κυκλοφορία.
Η Καλαμάτα είναι μία από τις πόλεις που το τοπικό υποκατάστημα της ΤτΕ προέβη σε ακύρωση και μετέπειτα σε επανακυκλοφορία τέτοιων χαρτονομισμάτων. Μπορούμε να συναντήσουμε 7 διαφορετικά ακυρωμένα χαρτονομίσματα με σφραγίδα ΕΝ ΚΑΛΑΜΑΙΣ.
Αυτά είναι: Οι 1.000 δραχμές 1926, οι 50 δραχμές 1927, οι 100 δραχμές 1927, οι 500 δραχμές 1932, οι 50 δραχμές 1935, οι 100 δραχμές 1935 και οι 1.000 δραχμές 1935.
Στις σφραγίδες της Καλαμάτας το κείμενο βρίσκεται σε διάταξη τεσσάρων γραμμών και πάντοτε στην πίσω πλευρά των χαρτονομισμάτων. Στην πρώτη είναι γραμμένη η φράση ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, στη δεύτερη το ΕΝ ΚΑΛΑΜΑΙΣ, στην τρίτη η χρονολογία που στην περίπτωση της πόλης μας είναι το 1938. Τέλος, στην τέταρτη διαβάζουμε το ΑΚΥΡΟΝ, σήμα κατατεθέν όλων αυτών των σφραγισμένων χαρτονομισμάτων ανεξαρτήτως πόλεως. Το κείμενο βρίσκεται πάντοτε εντός ορθογωνίου πλαισίου. Περίοπτη θέση κατέχει το ΑΚΥΡΟΝ λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους.
Έχουν καταγραφεί 2 τύποι σφραγίδων. Τα στοιχεία που τις κάνουν να ξεχωρίζουν είναι η γραμματοσειρά, το χρώμα και η ποσότητα μελανιού. Επίσης, υπάρχει διαφοροποίηση και στο μέγεθος των ορθογωνίων πλαισίων. Οι σφραγίδες με έντονο μαύρο χρώμα, τις περισσότερες φορές, δεν έχουν “χτυπηθεί” καλά πάνω στα χαρτονομίσματα. Το πλαίσιό τους, κατά προσέγγιση, έχει διαστάσεις 8,5 επί 3 εκατοστά. Οι σφραγίδες με σκούρο μπλε χρώμα αποτυπώνονται πιο καθαρά, ενώ το πλαίσιο σε αυτές έχει διαστάσεις περίπου 8 επί 3,1 εκατοστά.
Σε σχέση με σφραγίδες άλλων πόλεων, η Καλαμάτα κατέχει αρκετά χαμηλή θέση στον πίνακα δυσκολίας μαζί με το Αγρίνιο, το Βόλο και την Καβάλα. Η συχνότητα, όμως, εμφάνισης ανά είδος χαρτονομίσματος ποικίλει σημαντικά. Τα χαρτονομίσματα των 1.000 δραχμών 1926, των 500 δραχμών 1932 και των 1.000 δραχμών 1935 μπορούν να βρεθούν σφραγισμένα με σχετική ευκολία. Ακολουθούν από κοντά οι 50 και οι 100 δραχμές 1927. Το χαρτονόμισμα των 50 δραχμών 1935 και ειδικά των 100 δραχμών του ίδιου έτους, θεωρούνται σπάνια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουμε περιπτώσεις χαρτονομισμάτων που ναι μεν υπάρχει η σφραγίδα ακύρωσης της Καλαμάτας, αλλά απουσιάζουν οι σχετικές τρύπες. Τέτοιες περιπτώσεις συναντάμε στο χαρτονόμισμα των 500 δραχμών 1932 και δευτερευόντως στις 1.000 δραχμές 1926. Δε θα πρέπει να παραλείψουμε και το γεγονός ότι στο χαρτονόμισμα των 1.000 δραχμών 1935, λόγω του μεγάλου μεγέθους του, κάποιες φορές συναντούμε διπλή σφραγίδα ακύρωσης.
Τέλος, όσον αφορά στο Νομό Μεσσηνίας, εκτός της Καλαμάτας, χαρτονομίσματα ακυρώθηκαν στη Μεσσήνη και στην Κυπαρισσία. Οι σφραγίδες τους παρουσιάζονται, όμως, πιο δύσκολα. Μάλιστα, η σφραγίδα της Κυπαρισσίας φέρει την παλαιότερη ημερομηνία σε πανελλαδικό επίπεδο, με αναγραφόμενο έτος ακύρωσης το 1932.
Του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου
















