Οι παλιοί φέρνουν στο σήμερα το πώς ήταν η καθημερινότητα όλων αυτών των πέτρινων χρόνων, όπως τη θυμούνται μέσα από τα βιώματα και τις παλιές φωτογραφίες…
Ιστορικό και κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο
Δώριο… ένας τόπος που κρατά ακόμα, ανάμεσα σε ελιές και κυπαρίσσια… Πόλεμοι, εθνικός διχασμός, μίση, πάθη, φτώχεια, νέοι που ξενιτεύονταν από τις συνεχείς μεταναστεύσεις, οικισμοί που εγκαταλείφθηκαν… όλες οι κακοδαιμονίες της Ελλάδας έπληξαν κι αυτόν τον τόπο, κατά τη μεσοπολεμική, τη μετακατοχική και την τραγική μετεμφυλιακή περίοδο, έως και πριν από τη Μεταπολίτευση!
Καίριο πλήγμα και οι σεισμοί του 1965, με την επακόλουθη ερήμωση των περισσοτέρων παλαιών – μικρών οικισμών, θαυμάσιων δειγμάτων τοπικής, λαϊκής αρχιτεκτονικής, που ελάχιστοι υπάρχουν πια.
Στο Δώριο της Άνω Μεσσηνίας η περίοδος από τον Μεσοπόλεμο έως και πριν από τη Μεταπολίτευση [1920–1974] είναι συνδεδεμένη με μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές.
Το σημερινό Δώριο [παλαιότερα «Κάτω Σουλιμά»], με τους γύρω οικισμούς του, είχε ήδη αναπτυχθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα, χάρη στη μετακίνηση γειτονικών κατοίκων [από το ορεινό Σουλιμά (σημερινό Άνω Δώριο)], κυρίως λόγω της διέλευσης του σιδηροδρόμου [1900–1902], σημαντικό γεγονός που το ανέδειξε σε εμπορικό και διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής των Σουλιμοχωρίων.
Όλα γίνονταν γύρω από το σχολείο, την εκκλησία και, βεβαίως, τα καφενεία, «κέντρα κοινωνικού βίου», κάτι σαν μικρές «εκκλησίες του Δήμου».

Μεσοπολεμική Περίοδος [1922–1940]
Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου η οικονομία στηριζόταν κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το Δώριο λειτουργούσε ως αγορά και ως σημείο γενικότερης εξυπηρέτησης των γύρω περιοχών και χωριών. Η σιδηροδρομική σύνδεση διευκόλυνε τη μετακίνηση πληθυσμών και τη μεταφορά αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων από και προς την Καλαμάτα, την Πάτρα και την Αθήνα.

Κατοχή & Εμφύλιος [1941–1949]
Όπως ολόκληρη η ορεινή και ημιορεινή Μεσσηνία, η περιοχή επηρεάστηκε έντονα από την Κατοχή, την Αντίσταση και αργότερα τον εθνοκτόνο Εμφύλιο. Οι κάτοικοι βίωσαν επισιτιστικές δυσκολίες, επιτάξεις και την ανασφάλεια των πολεμικών γεγονότων.

Μετακατοχική – Μετεμφυλιακή Περίοδος [1950–1960]
Μετά τον πόλεμο και εμφανέστερα μετά τον εμφύλιο και λόγω της κοινωνικής σταθεροποίησης, παρατηρήθηκε σταδιακά μια σχετική ανάπτυξη κι ανοικοδόμηση.
Το Δώριο διατήρησε τον ρόλο του ως τοπικό κέντρο για δεκάδες γειτονικούς οικισμούς, με σχολεία, υπηρεσίες, καταστήματα, γεωκτηνοτροφική έκθεση και πλούσια κοινωνική ζωή, με γιορτές και πανηγύρια, όλα γύρω από την πλατεία.
Παράλληλα, άρχιζε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης προς το εσωτερικό [Καλαμάτα, Τρίπολη, Πάτρα, Αθήνα] και το εξωτερικό, κυρίως στην Ευρώπη [Γερμανία, Βέλγιο, Αγγλία], αλλά και προς την Αμερική [ΗΠΑ, Καναδά, Παναμά κ.α.], ακόμα και προς την Αυστραλία, κάτι που δυστυχώς μείωσε τον πληθυσμό της περιοχής.

Δικτατορική Περίοδος [1967–1974]
Η τοπική οικονομία παρέμενε αγροτική, με βασικούς πυλώνες την ελαιοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία. Αν και το Δώριο εξακολουθούσε να αποτελεί το βασικό εμπορικό και κοινωνικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, η μετανάστευση δε σταμάτησε και πολλοί νέοι εγκατέλειψαν την ύπαιθρο, αναζητώντας εργασία στα αστικά κέντρα.
ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘΥΜΗΣΕΣ ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ…

Με σημείο αναφοράς το περίπτερο…
Με τα τόσα που έχει δει στο Δώριο, ζήσει και ακούσει ο κυρ- Γιώργος Κόντος, η τόσο φιλική και εμβληματική αυτή φιγούρα του χωριού, ως ο περιπτεράς στο κέντρο της πλατείας, μας εξηγεί ότι «τα παλιά τα χρόνια ήταν αλλιώς η ζωή. Τότε ήταν πάρα πολύ δύσκολα- όχι όπως σήμερα- και για εμάς κι ακόμα περισσότερο για τους πιο παλιούς, αφού τότε δεν υπήρχαν τα μέσα όπως σήμερα. Δεν υπήρχε τίποτα.
Όλα, τα σπίτια, τα πηγάδια, τα αλώνια και τις καλλιέργειες στα χωράφια, τα φτιάναμε μόνοι μας! Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, νέοι και γέροι, κι όσο βαστούσαν τα κότσια μας. Όλοι μαζί σε όλα!
Το κάθε σπίτι, αν και φτωχικά και δύσκολα, είχε κάτι… λίγο ψωμί… λίγο φαγητό… Καθόμασταν όλοι στο τζάκι… Βάζαμε κούτσουρα και καθόμασταν το βράδυ, κι έτσι ζεσταινόταν το σπίτι.
Παλιά, για να καταλάβεις, δεν είχαμε ούτε παπούτσια να φορέσουμε. Γι’ αυτό περπατάγαμε ξυπόλητοι, και αφού περπατάγαμε παντού με γυμνά πόδια, μας τρύπαγαν τα αγκάθια και μας χτύπαγαν οι πέτρες, που κόβανε σαν μαχαίρια. Έτσι οι πατούσες μας πιάνανε πύον! Μετά έβγαινε όλη η πέτσα… Κάποια φορά, θυμάμαι, ήταν ένας τσαγκάρης και μου ‘πε: “Βάλε το πόδι επάνω στην τάβλα”. Έβαλα κι εγώ το πόδι, κι έπιασε με ένα μολύβι και σχημάτισε την πατούσα μου. Μετά με το πριόνι έκοψε την τάβλα κι έβαλε χιαστί δύο λουράκια [από γουρουνόδερμα], κι έτσι είχα υποτυπώδη πατούμενα…
Τα φόραγα και δεν υπολόγιζα τίποτα, αφού πλέον μπορούσα να τρέχω στα αγκάθια. Μετά, πολύ μετά, βγήκαν τα παπούτσια, κι αρχίσαμε με τα “μισότριβα”, δηλαδή αυτά που δεν ήτανε καινούργια και έτσι τα παίρναμε φτηνά.
Άσ’ τα… Μεγάλη ταλαιπωρία. Άλλες εποχές, δύσκολες!
Ο κόσμος σήμερα παραπονιέται, αλλά δεν ξέρει τι θα πει φτώχεια. Να μην έχεις ένα εισιτήριο ή ένα ζευγάρι παπούτσια να φορέσεις.
Εμείς και οι παλιότεροι περάσαμε πολλά, αλλά, τουλάχιστον, ήμαστε αγαπημένοι στο χωριό. Βοηθούσε ο ένας τον άλλον όσο μπορούσε!
Μετά, όταν ανοίξαμε το περίπτερο, άλλαξε η ζωή… Ήταν καλύτερα τα πράγματα.
Για το χωριό, το μεγάλο πλεονέκτημα ήταν ο σιδηρόδρομος, αφού στον σταθμό έφταναν εμπορεύματα, ταξιδιώτες και ειδήσεις.
Για πολλούς κατοίκους των γύρω χωριών το τρένο ήταν η μοναδική άμεση, ασφαλής και οικονομική σύνδεση με την Καλαμάτα, την Κυπαρισσία, τον Πύργο, την Πάτρα και την Αθήνα.
Τις μέρες της αγοράς γέμιζαν οι δρόμοι με μουλάρια και κάρα. Άνθρωποι από το Άνω Δώριο, το Ψάρι, το Χαλκιά, το Χρυσοχώρι, το Κούβελα, το Σουλιμά, αλλά και από γύρω οικισμούς, κατέβαιναν για προμήθειες, συναλλαγές, διεκπεραιώσεις, συναντήσεις, συζητήσεις και διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις.
Τα καφενεία αποτελούσαν το κέντρο της δημόσιας ζωής. Εκεί γίνονταν από κουβέντες για τις σοδειές και συμφωνίες για αγοραπωλησίες, μέχρι και συζητήσεις για τα πολιτικά ή για τα νέα της χώρας.
Γύρω απ’ όλα αυτά σημείο αναφοράς ήταν και το περίπτερο… 51 χρόνια εξυπηρετούσα όποιον ερχόταν, όλους, κaι “όχι” δεν έλεγα! Ό,τι τσιγάρο, εφημερίδα και περιοδικό ή κάποια εξυπηρέτηση χρειάστηκε ο κόσμος εδώ, είχε περάσει από αυτό το περίπτερο…
Κι όλα τα χρόνια, που ήταν πολύ λίγες οι τηλεφωνικές γραμμές, το τηλέφωνο του περιπτέρου ήταν το επίκεντρο… Έπαιρναν απέξω… Αθήνα, Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία! Έπαιρναν και ζητούσαν κάποιον δικό τους. Μιλάγαμε… Φώναζα τον άνθρωπο που ήθελαν και μετά τους έπαιρνα πίσω…
Ε, τι γινόταν τότε… Πολλοί εκεί συναντιόντουσαν. Εκεί έδιναν τα ραντεβού τους. Από εκεί περνάγανε όλοι και ενημερωνόταν ο κόσμος για τα νέα του χωριού. Εκεί μαθαίνανε τα καλά και τα κακά, χαρές και λύπες. Ποιοι γάμοι, βαφτίσεις και κηδείες γίνονταν. Ποιος πέθανε, ποιος γεννιότανε, ποιος ερχότανε, ποιος έφευγε. Όλα αυτά από εκεί, από εκείνο το μικρό περίπτερο…
Είδα παιδιά να μεγαλώνουν, να φεύγουν, να έρχονται… Έγινα ένα με το περίπτερο και το χωριό. Κι όταν ήρθε η ώρα και έκλεισε, ε, τότε ήταν σαν να έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο για μένα, αλλά και για το Δώριο».

Οι νύφες…
Ένα άλλο, όχι τόσο γνωστό, είδος μετανάστευσης, μας θυμίζει η κυρία Γιώτα Α.Ν. και, μάλιστα, μέσα από δικό της σχετικό βίωμα: «Τα μετακατοχικά χρόνια και ιδιαίτερα τα χρόνια του εμφυλίου, αλλά ακόμη και στη δεκαετία του ’60, πολλές κοπέλες έφευγαν εξ ανάγκης για το εξωτερικό, όπου παντρεύονταν μέσω προξενιού, πολλές εκ των οποίων -πριν φύγουν- δεν είχαν δει καθόλου τον άνθρωπο που θα έπαιρναν.
Ήταν πολύ σκληρό αυτό που γινόταν, να φεύγουν έτσι οι κοπέλες. Τότε, για τα προξενιά ασκούνταν πολλές πιέσεις. Έστελναν έτσι τις κοπέλες στο εξωτερικό, όχι επειδή οι οικογένειές τους δεν τις αγαπούσαν, αλλά επειδή αποτελούσαν έναν τρόπο “σωτηρίας” και αποκατάστασής τους, σε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή.
Στους περισσότερους από αυτούς τους γάμους δε γνώριζαν καν το άτομο που θα παντρεύονταν, αφού απλώς αντάλλασσαν φωτογραφίες. Αρκετές φορές στέλνονταν φωτογραφίες άλλων προσώπων. Κι έτσι είχαν συμβεί πολλά περιστατικά να εμφανιστεί άλλο άτομο, πολύ διαφορετικό, μεγαλύτερης ηλικίας ή λιγότερο εμφανίσιμο, από εκείνο της φωτογραφίας και, τελικά, να μην είναι αυτό που παρουσιαζόταν στις εικόνες».

Η μάχη για το αλεύρι της χρονιάς…
Τη μεγάλη και επίπονη μάχη, στο χωράφι και στο αλώνι, για την εξασφάλιση του ετήσιου αλευριού μιας οικογένειας περιγράφει γλαφυρά ο κ. Μάκης Σ.: «Το κύριο αγαθό και μέσο επιβίωσης που είχανε τότε ήταν το στάρι, το οποίο όμως για να φτάσει να γίνει αλεύρι, απαιτούσε μια πολύ επίπονη και κουραστική διαδικασία. Αρχίζοντας από το όργωμα στο χωράφι, τα περισσότερα ήταν όλο πέτρα. Δεν οργώνονταν όλες οι μεριές με το αλέτρι και σκάβονταν με τον κασμά, όλη μέρα, γιατί ήτανε κακοτράχαλα.
Μετά ο θέρος ήταν μια διαδικασία μέσα στον ήλιο, μέσα στο λιοπύρι… Ήταν και η μεταφορά του σταριού στα αλώνια. Πολλά χωράφια ήταν και μια ώρα δρόμο μακριά. Έπρεπε να φορτώνεις τα δεμάτια στα γαϊδούρια, μια διαδικασία πολύ κουραστική. Τα μονοπάτια ήταν στενά και πολλές φορές χτύπαγε δεξιά-αριστερά ο καρπός κι έπεφτε στον δρόμο.
Ύστερα ήταν το αλώνι… Άλλη μια επίπονη διαδικασία. Τα άλογα, το λίχνισμα, το πότε θα φυσήξει… Στη συνέχεια, άντε να το αποθηκεύσουν, να το πάνε στο μύλο και κατόπιν να το συντηρήσουν… Και παρ’ όλα αυτά τα βάσανα, πολλές οικογένειες ίσα ίσα έβγαζαν τη χρονιά».

Αναμνήσεις από τα παλιά σπίτια και τη ζωή της οικογένειας
Η κα Αμαλία Σπ. έχει πολλές αναμνήσεις από τα παλιά. Κι όπως λέει, από τις πιο ωραίες που έχει και διηγείται είναι αυτή από την τότε ζωή της οικογένειας στο σπίτι και γύρω από αυτό: «Συνήθως τα σπίτια του χωριού ήταν πέτρινα, μοναδικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, τετράγωνα και διώροφα… Επάνω ήταν το ανώι, όπου έμενε η οικογένεια, ενώ χωριζόταν στη μέση με χαραμοτί. Στο μπροστά μέρος έμενε η οικογένεια και στο πίσω οι γέροι. Κάτω ήταν το κατώι, στο ένα μέρος του οποίου τη νύχτα έβαζαν τα ζώα και στο άλλο μέρος τις προμήθειες όλης της χρονιάς [τα λάδια, τα κρασιά, τους καρπούς, το σιτάρι, τα καλαμπόκια, τα σύκα, τα φιστίκια και το αλεύρι]. Κάποια είχαν και υπόγειο…
Στην κουζίνα, εκτός από το τζάκι, είχε την πιατοθήκη στον τοίχο, κι αφού δεν υπήρχε ρεύμα, είχε κι ένα “φανάρι”, ως ψυγείο δηλαδή, ένα μεταλλικό ντουλάπι με σήτα, στο οποίο φυλάγαμε -αν έμενε- οτιδήποτε [λίγο φαγητό, τυρί κ.λπ.], για να μην πηγαίνουν τα διάφορα έντομα ή ζωύφια. Επίσης, είχε έναν υποτυπώδη νεροχύτη, όπου πλένονταν πιάτα με ένα κατσαρολάκι, και ένα μεγάλο τραπέζι.
Σε μια γωνιά ήταν ο σοφράς, το χαμηλό τραπεζάκι όπου καθόμασταν γύρω γύρω στα ξύλινα σκαμνάκια μας και έτρωγε όλη η οικογένεια.
Απαραίτητος εξοπλισμός ενός χωριάτικου σπιτιού που είχε γυναίκα μέσα, είτε γριά είτε νια, ήταν ο αργαλειός, με τον οποίο φτιάχνανε όλα τα υφαντά [πετσέτες, μισοφόρια, ρούχα, σεντόνια, κουβέρτες, παπλώματα, υφάσματα, σκεπάσματα, κουρελούδες, χαλιά, φλοκάτες, σακούλια, μέχρι και τα λιόπανα].
Βεβαίως, προϋπόθεση για να έχουν αργαλειό ήταν η ανέμη, στην οποία πριν μάζευαν το νήμα, καθώς και η ρόκα, που με το αδράχτι έγνεθαν το μαλλί ή το λινάρι.
Όταν φτιαχνόταν το νήμα, μαζεύονταν πολλές γυναίκες, μικρές και μεγάλες, και ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για κοινωνική συνάθροιση…
Η κάθε μέρα στο χωριό, είτε μέσα είτε έξω από το σπίτι, ήταν ένας συνεχής αγώνας δρόμου! Για παράδειγμα, ζύμωναν, «πλοχέραζαν το ψωμάκι», δηλαδή το έπλαθαν τα ξημερώματα. Μετά το έβαζαν στην πινακωτή και το σκέπαζαν καλά με μάλλινα ρούχα, έτσι ώστε το πρωί που θα ξυπνούσαν να είναι έτοιμο για να το ψήσουν, πριν φύγουν για τις δουλειές ή για το χωράφι».

Επαγγέλματα που χάθηκαν…
Η κα Ελπίδα Τ. θυμάται τα τόσα επαγγέλματα που σήμερα κοντεύουν πια να χαθούν όλα: «Με τις τόσες ιδιαίτερες εργασίες και ασχολίες εκείνων των εποχών, υπήρχαν λογιών λογιών επαγγελματίες, που κάλυπταν όλες τις ανάγκες της καθημερινότητας. Τότε δεν υπήρχε αλουμίνιο ούτε ανοξείδωτο, κι όλα τα σκεύη [ταψιά, κατσαρόλες, καζάνια, μπρίκια κ.λπ.] ήταν από χαλκό. Τα έφτιαχνε ο χαλκωματής [ή μπακιρτζής] και τα στίλβωνε [επικασσιτέρωνε] ο γανωματής, γυρνώντας τις γειτονιές…
Ο σαγματοποιός ήταν αυτός που έφτιαχνε τα σαμάρια, των γαϊδουριών και των αλόγων, και ο πεταλωτής έκανε το πετάλωμά τους.
Είχαμε και τον παπουτσή, τον τσαγκάρη δηλαδή, από το εργαστήριο του οποίου πέρναγαν όλα τα πόδια του χωριού και των περιχώρων.
Επίσης ήτανε ο κεντρωτής [ή μπολιαστής], ο οποίος πέρναγε από τα χωράφια και εμβολίαζε τα μη παραγωγικά δένδρα που ήθελαν να βάλουν στην παραγωγή.
Κοντά σε αυτόν ή και ο ίδιος κάποιες φορές, ήταν ο κλαδευτής, ως εξειδικευμένος στο να κλαδεύει σωστά τα δέντρα…
Μία πολύ χαρακτηριστική εικόνα ήταν αυτή των γύφτων που έπλεκαν καλάθια. Έρχονταν κάθε καλοκαίρι, γιατί βρίσκανε τα κατάλληλα υλικά λόγω του ποταμού, όπου είχε πολλά καλάμια και λυγιές. Έκαναν πρώτα τους σκελετούς με τις λυγιές και το υπόλοιπο το έπλεκαν με το καλάμι, αφού το καθάριζαν και το έσκιζαν.
Από τα πιο σημαντικά πρόσωπα ήταν η μαμή, καθώς για πάρα πολλά χρόνια δεν υπήρχε μαία. Ελλείψει μαιευτηρίου ή, έστω, κάποιου νοσοκομείου, αναγκαστικά όλες γεννούσαν στο σπίτι με τη βοήθεια της μαμής. Μάλιστα, υπήρχαν φορές που γεννούσαν και έξω, στα χωράφια όπου δούλευαν! Θυμάμαι μία που γέννησε στο χωράφι, κι αφού έκοψε τον ομφάλιο λώρο με πέτρα, τον έδεσε, έβαλε το νεογέννητο στην ποδιά της και το έφερε στο χωριό. Γι’ αυτό και πολλές γυναίκες πέθαιναν από επιλόχειους πυρετούς ή πάθαιναν επιλόχειο κατάθλιψη».

Μαγαζιά για όλες τις ανάγκες…
Όπως θυμάται ο κυρ- Θανάσης Σπ., «στο χωριό είχαμε τουλάχιστον 5-6 καφενεία. Κάποια, εκτός από καφενεία, ήτανε μαζί μανάβικο και μπακάλικο. Σε αυτά, τότε, έβρισκες τα πάντα: αλάτι, σπίρτα, πετρέλαιο, οινόπνευμα, κρασί, ούζο… Κι όλα τότε ήτανε χύμα. Πουλιόντουσαν με το ζύγι, ακόμα και τα ζυμαρικά, αυτά που τώρα είναι σε πακέτα, όλα τα ζυγίζανε.
Κάποια ήταν και ταβερνούλες… Εκεί πολλοί τα πίνανε, με τα μεζεδάκια τους και τα καλαμπουράκια τους… Εκεί τραγουδάγανε κιόλας!
Αργότερα κάποια είχαν κι ένα ραδιόφωνο με μπαταρίες αυτοκινήτου. Είχε κι ένα μεγάφωνο, για να ακούγεται κι έξω.
Μετά μπήκε και τηλεόραση! Εκεί μαζευόντουσαν οι περισσότεροι, ακόμα και παιδιά, που καθόντουσαν μετά το σχολείο. Θυμάμαι το ’68 που είδαμε και την κοσμοϊστορική προσσελήνωση…
Βεβαίως, είχαμε και 1-2 κουρεία για τον καλλωπισμό μας».

Μάθε, παιδί μου, γράμματα…
Μία ιδιαίτερη και σημαντική πτυχή της καθημερινότητας ήταν και η σχολική λειτουργία, κι όπως μας διηγείται η κα Βασιλική Γ.: «Εκείνα τα χρόνια η υπόθεση σχολείο δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη! Αντίθετα με σήμερα, όταν πήγαινα εγώ στο Δημοτικό, παρά τη μεγάλη φτώχεια, ήμασταν πάρα πολλά παιδιά. Ήμασταν και 20-25 παιδάκια στην τάξη.
Όλοι ήμασταν ξυπόλητοι, με ρούχα που είχαν σαράντα μπαλώματα. Αν και πεινασμένα, παγωμένα από τον χειμώνα, αφού περπατάγαμε ξυπόλητα πάνω στο χιόνι και στον πάγο, δεν απουσίαζε κανένα από το μάθημα! Πολλά παιδιά υποσιτίζονταν και ήταν σε κακό χάλι. Γι’ αυτό μας συγκέντρωναν σειρά σειρά στο προαύλιο και παίρναμε το συσσίτιό μας.
Εν τω μεταξύ, είχαμε και το ξύλο… Τότε η παιδαγωγική ήταν διαφορετική από σήμερα… Δηλαδή, για να είναι ένας δάσκαλος καλός και σωστός παιδαγωγός, έπρεπε να είναι σκληρός με τα παιδιά. Κι αν ένα παιδί δεν ήξερε το μάθημα ή έκανε αταξίες, ε τότε οι δάσκαλοι το χτυπούσαν, συνήθως στα χέρια. Κι αυτό, διότι το τότε εκπαιδευτικό σύστημα ήθελε στο παιδί να υπάρχει καλλιεργημένη η πειθαρχία!
Για να διαβάσουμε, αφού στα σπίτια δεν είχαμε ακόμα ρεύμα, ανάβαμε τη λάμπα του πετρελαίου. Κι επειδή δεν υπήρχε ούτε θέρμανση, βάζαμε σε μία τσίγκινη λεκάνη ή σε έναν ντενεκέ κάρβουνα από τη φωτιά της κουζίνας για να ζεσταθεί λίγο το υπνοδωμάτιο.
Σήμερα τα παιδιά έχουν τσάντες πολυτελείας, ενώ όταν μεγαλώσαμε είχαμε ένα σακούλι, που ήτανε υφαντό και η μάνα μας του έραβε δυο τιράντες για να το περνάμε στην πλάτη. Μέσα βάζαμε το αναγνωστικό κι ό,τι άλλα βιβλία είχαμε, τα τετράδιά μας, την πλάκα, το κοντύλι, το μολύβι, την ξύστρα…
Παρ’ όλα τα δύσκολα, όταν έρχονταν οι γραπτές δοκιμασίες, γράφαμε άριστα… χωρίς βιβλία, χωρίς βοήθεια των γονέων, χωρίς τίποτα. Οι γονείς θεωρούσαν ότι το αν θα μελετούσαν τα παιδιά είναι δουλειά των ίδιων των παιδιών, κι ότι άμα θέλει ένα παιδί να διαβάσει, διαβάζει.
Η πιο λαμπρή στιγμή, που καμαρώναμε, ήταν όταν κάναμε παρελάσεις και σχολικές επιδείξεις!».

Η κυρία Τούλα Γκρίτζαλη εξιστορεί…
Η επί χρόνια ενεργή στα κοινωνικά και συλλογικά δρώμενα του Δωρίου, η γεμάτη ενέργεια μπάμπω Τούλα, όπως την αποκαλούν χαϊδευτικά, θυμάται και μας διηγείται πώς ήταν τα παλιά χρόνια στο χωριό και στα περίχωρα:
«Παλαιότερα, πριν από τον πόλεμο, αλλά και για πολλά χρόνια μετά, επικρατούσε μεγάλη φτώχεια και περνούσαμε δύσκολα. Ακόμα κι όταν είχε έρθει η απελευθέρωση, παραμέναμε πεινασμένοι και ξυπόλητοι, κι έτσι πηγαίναμε στο σχολείο.
Ωστόσο, ήμασταν όλοι ενωμένοι, αγαπημένοι και στηρίζαμε ο ένας τον άλλον. Η μία οικογένεια βρισκόταν δίπλα στην άλλη και οι νεότεροι, όσο μικροί κι αν ήταν, βοηθούσαν τους μεγαλύτερους, με όσα γνώριζαν και όσο μπορούσαν, με σεβασμό και ενδιαφέρον.
Τα μεγαλύτερα παιδιά, όπως εγώ, για παράδειγμα, πρόσεχαν τα μικρότερα, ώστε οι γονείς τους να μπορούν να πηγαίνουν στις διάφορες εργασίες τους.
Τότε, οι υπαλληλικές θέσεις ήταν ελάχιστες. Οι περισσότεροι ασχολούνταν με αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Έβλεπες ακόμη και 13χρονα κορίτσια να πιάνουν το αλέτρι και να οργώνουν.
Τα ποτιστικά χωράφια στην Κοπρινίτσα, με τα καλαμπόκια και τις άλλες καλλιέργειες, μας έσωσαν από την πείνα.
Ο κόσμος ήταν αγαπημένος και μονοιασμένος. Γι’ αυτό δεν υπήρχαν προστυχιές, ατιμίες, κλεψιές, βιαιότητες, βιασμοί και εγκλήματα. Κοιμόμασταν, ακόμη και γυναίκες μόνες τους, με τις πόρτες ανοιχτές!
Ο κόσμος άρχισε να φεύγει κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όταν άνοιξε ο δρόμος της ξενιτιάς προς την Ευρώπη, την Αμερική, τον Καναδά και την Αυστραλία.
Εκεί δημιούργησαν οικογένειες, αφού έγιναν πολλοί αρραβώνες και γάμοι «δι’ αλληλογραφίας», μέσα από φωτογραφίες.
Από τη δεκαετία του ’50 και για 40 χρόνια ο κόσμος άρχισε να αλλάζει, αφού οι νέοι έφευγαν για σπουδές και για δουλειές στην Αθήνα και στο εξωτερικό.
Μέχρι πριν από δύο δεκαετίες και παρά τη μεγάλη μετανάστευση, το Δώριο εξακολουθούσε να είναι γεμάτο κόσμο, καθώς οι οικογένειες ήταν πολυμελείς και οι γυναίκες συνέχιζαν να κάνουν παιδιά, παρά τις ελλείψεις και τις δυσκολίες.
Προφανώς, τα χρόνια εκείνα δε συγκρίνονται με τα σημερινά.
Σήμερα οι συνθήκες είναι καλύτερες ως προς τα μέσα, τις υποδομές και τις δυνατότητες, όχι όμως από κοινωνικής απόψεως, στις ανθρώπινες σχέσεις και τις συμπεριφορές.
Αυτό που πιστεύω ότι θα σώσει τον τόπο και που ελπίζω να γίνει, είναι να ξανασμίξει ο κόσμος και να συνεργάζεται ενωμένος, για το κοινό καλό!».
Του Αλέξανδρου Μοζ
-Ευχαριστούμε τους συνεντευξιαζόμενους για τις πληροφορίες και την παραχώρηση φωτογραφικού υλικού από το αρχείο τους.











