Το ηθικό βάρος της αναγνώρισης μιας γενοκτονίας από ένα κράτος που κατηγορείται για γενοκτονία
Η αναγνώριση μιας γενοκτονίας δεν είναι μια απλή διπλωματική πράξη. Είναι πράξη ιστορικής ευθύνης, ηθικής αυτοδέσμευσης και πολιτικής συνέπειας. Όταν ένα κράτος αναγνωρίζει τη γενοκτονία ενός λαού, δεν αναγνωρίζει μόνο το παρελθόν• δεσμεύεται απέναντι στο παρόν και το μέλλον. Λέει, με άλλα λόγια, ότι η εξόντωση ενός λαού, η εκτόπισή του, η πείνα, η συλλογική τιμωρία, η άρνηση της ύπαρξής του και η διαγραφή της μνήμης του δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές ποτέ και για κανέναν.
Γι’ αυτό η πρόσφατη απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης να κινηθεί προς την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων έχει ένα ιδιαίτερα βαρύ και αντιφατικό ηθικό φορτίο. Από μόνη της, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων αποτελεί καθυστερημένη αλλά ορθή πράξη ιστορικής δικαιοσύνης. Κανένας λαός που υπέστη εξόντωση δεν πρέπει να παραμένει όμηρος διπλωματικών σκοπιμοτήτων. Η μνήμη των Αρμενίων, όπως και κάθε λαού που γνώρισε την οργανωμένη εξόντωση, αξίζει σεβασμό, αναγνώριση και δικαίωση.
Όμως, το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: πώς μπορεί ένα κράτος να επικαλείται την ιστορική μνήμη μιας γενοκτονίας, όταν το ίδιο βρίσκεται αντιμέτωπο με κατηγορία γενοκτονίας για τις πράξεις του στη Γάζα; Αυτό και μόνο αρκεί για να θέσει ένα τεράστιο ηθικό και πολιτικό ζήτημα.
Η αναγνώριση μιας άλλης γενοκτονίας, όταν δε συνοδεύεται από σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή σήμερα, κινδυνεύει να μετατραπεί από πράξη μνήμης σε εργαλείο πολιτικής χρήσης. Η μνήμη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να συγκινείται από τους νεκρούς του παρελθόντος και να σιωπά μπροστά στους ζωντανούς που εξοντώνονται σήμερα. Δεν μπορεί να τιμά τα θύματα ενός λαού και να αρνείται την οδύνη ενός άλλου. Δεν μπορεί να γίνεται ασπίδα ηθικής νομιμοποίησης για ένα κράτος που καλείται να λογοδοτήσει για τις πράξεις του.
Το ηθικό βάρος μιας τέτοιας κίνησης είναι, λοιπόν, διπλό. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η θετική σημασία της αναγνώρισης: η αποκατάσταση μιας ιστορικής αλήθειας, η δικαίωση των απογόνων των θυμάτων, η απόρριψη της άρνησης. Από την άλλη, όμως, υπάρχει η βαριά σκιά της αντίφασης: ένα κράτος που αναγνωρίζει τον πόνο ενός λαού, ενώ κατηγορείται ότι προκαλεί ανείπωτο πόνο σε έναν άλλον.
Η ηθική συνέπεια απαιτεί κάτι περισσότερο από δηλώσεις. Απαιτεί να σταματήσει η καταστροφή, να προστατευθούν οι άμαχοι, να επιτραπεί η ανθρωπιστική βοήθεια, να λογοδοτήσουν όσοι παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και να αναγνωριστεί ότι η παλαιστινιακή ζωή έχει την ίδια αξία με κάθε άλλη ανθρώπινη ζωή. Διαφορετικά, η επίκληση της ιστορικής μνήμης χάνει την καθαρότητά της και γίνεται μέρος ενός επικίνδυνου ηθικού συμψηφισμού.
Η γενοκτονία δεν είναι λέξη που χρησιμοποιείται κατά περίσταση. Είναι το έγκλημα των εγκλημάτων. Και η αναγνώρισή της δεν μπορεί να λειτουργεί ως διπλωματικό μήνυμα προς έναν αντίπαλο, ούτε ως πολιτικό εργαλείο σε μια συγκυρία έντασης. Αν η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων γίνεται για λόγους ιστορικής αλήθειας, τότε πρέπει να συνοδεύεται από την ίδια ευαισθησία απέναντι στη Γάζα. Αν γίνεται μόνο ως απάντηση στην Τουρκία, τότε η μνήμη των θυμάτων εργαλειοποιείται.
Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να αναγνωριστεί η Γενοκτονία των Αρμενίων. Βεβαίως και πρέπει. Το ερώτημα είναι αν ένα κράτος μπορεί να αναγνωρίζει τις γενοκτονίες των άλλων, χωρίς να κοιτάζει τις δικές του πράξεις στον καθρέφτη του διεθνούς δικαίου και της ανθρώπινης συνείδησης.
Γιατί η μνήμη των γενοκτονιών δεν ανήκει στις κυβερνήσεις. Ανήκει στα θύματα. Και τα θύματα, σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, μας ζητούν το ίδιο πράγμα: όχι μόνο να θυμόμαστε τους νεκρούς, αλλά να προστατεύουμε τους ζωντανούς.
Του Γιώργου Καραμπάτου
Εκτελεστικού διευθυντή Πολιτιστικού Οργανισμού «Οι Δρόμοι της Ελιάς», πρώην προέδρου Επιμελητηρίου Μεσσηνίας











