«Απάτη», «εξαπάτηση», «ψέματα», «αλαζονεία», «παρακμή», «κολλητοί», «ηττημένοι», «Λουδοβίκος», «φιέστα», «κατρακύλα». Μην ανησυχείτε: δεν τσακώνονται στη γειτονιά. Πολιτική συζήτηση κάνουν.
ΠΑΡΑΚΑΛΕΙΤΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙ… ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ
Ας κάνουμε ένα πείραμα.
Θα αφαιρέσουμε για λίγο τα ονόματα και τα κόμματα από τον δημόσιο πολιτικό λόγο των τελευταίων ημερών.
Τι μένει;
«Κανονική απάτη». «Εξαπάτηση». «Αναξιοπιστία». «Αλαζονεία». «Ψεύτικες υποσχέσεις». «Κυβερνητική παρακμή». «Φίλοι και κολλητοί». «Εικονική πραγματικότητα». «Κυβέρνηση ηττημένων». «Πράσινος ΣΥΡΙΖΑ». «Άλλος Λουδοβίκος». «Φιέστα με ξένα κόλλυβα».
Όχι, δεν τα γράψαμε εμείς.
Αυτοί τα είπαν. Για τους άλλους.
Και κάπου ανάμεσα στην «απάτη», στην «παρακμή», στους «ηττημένους» και στους «Λουδοβίκους» βρίσκεται ο πολίτης και προσπαθεί να καταλάβει κάτι πολύ πιο πεζό:
Τελικά, τι ακριβώς προτείνετε;
Ο ΕΝΑΣ ΕΙΝΑΙ… Η ΑΠΑΤΗ. Ο ΑΛΛΟΣ Η… ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ
Θαυμάσια.
Τώρα που μάθαμε τι πιστεύει ο ένας για τον άλλον, μήπως μπορούμε να μάθουμε και τι σκοπεύει να κάνει ο καθένας για εμάς;
ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ή… ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΟΥΓΑ;
Η εικόνα θυμίζει ολοένα λιγότερο οργανωμένη αντιπαράθεση προγραμμάτων και ολοένα περισσότερο μια μεγάλη, πανελλαδικής εμβέλειας… πολιτική ρούγα.
Μόνο που η ρούγα απέκτησε εκπροσώπους Τύπου, κάμερες, μικρόφωνα, δελτία Τύπου και social media.
Ο ένας πετάει την «απάτη». Ο άλλος επιστρέφει την «εξαπάτηση». Ο τρίτος προσθέτει την «αλαζονεία». Ο τέταρτος την «παρακμή». Ο πέμπτος τους «κολλητούς». Και ο έκτος μαζεύει όλους τους προηγούμενους σε μια «κυβέρνηση ηττημένων».
Και η Ελλάδα;
Υπομονή. Θα συζητηθεί μόλις τελειώσει ο καβγάς.
ΕΥΤΥΧΩΣ, ΟΛΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ!
Εδώ βρίσκεται ίσως το ωραιότερο πολιτικό παράδοξο της εποχής.
Όλοι θέλουν καλύτερο πολιτικό διάλογο. Όλοι καταγγέλλουν τα ψέματα. Όλοι ενοχλούνται από την τοξικότητα. Όλοι ζητούν σοβαρότητα. Όλοι υπερασπίζονται την αξιοπιστία.
Και όταν έρθει η ώρα να μιλήσουν για τον αντίπαλο…
«Απάτη». «Εξαπάτηση». «Λουδοβίκος». «Παρακμή». «Κολλητοί». «Ηττημένοι».
Πρόκειται για αξιοσημείωτο συλλογικό επίτευγμα:
Η τοξικότητα καταδικάζεται ομοφώνως και παράγεται αδιαλείπτως.
ΚΑΙ ΟΜΩΣ, ΞΕΡΟΥΝ ΝΑ ΜΙΛΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ
Εδώ ακριβώς γίνεται το πράγμα περισσότερο ενοχλητικό.
Γιατί δεν ισχύει ότι τα κόμματα δεν μπορούν να μιλήσουν για πολιτική. Μπορούν.
Μιλούν για την τιμή του ρεύματος, το ΕΣΥ, τον τουρισμό, τη φορολογία, το διαθέσιμο εισόδημα, τη στέγη, την παραγωγή. Καταθέτουν αριθμούς, προτάσεις, ερωτήσεις, εναλλακτικές.
Άρα ξέρουν.
Αλλά μόλις η συζήτηση μεταφερθεί από το «τι κάνουμε» στο «ποιος θα κυβερνήσει», το… πολιτικό εργαστήριο μετατρέπεται εντυπωσιακά γρήγορα σε… εργαστήριο χαρακτηρισμών.
Και αυτό δεν είναι απλώς θέμα αισθητικής. Είναι θέμα δημοκρατίας.
ΜΗ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ. ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΛΑΘΟΣ
Αν ο άλλος λέει «ψέματα», δείξε μου ποιον αριθμό παραποίησε.
Αν πρόκειται για «απάτη», δείξε μου ποια υπόσχεση είναι αριθμητικά αδύνατη.
Αν είναι «εξαπάτηση», πες μου ποιο δεδομένο αποκρύφθηκε.
Αν είναι «αφαίμαξη», μέτρησέ την. Αν είναι «παροχολογία», κοστολόγησέ την. Αν είναι «ψίχουλα», πες πόσα χρειάζονται και από πού θα βρεθούν.
Αν ο άλλος είναι «ανίκανος», μη μου αναλύεις τον χαρακτήρα του.
Δείξε μου την ικανότητά σου.
Εκεί αρχίζει η πολιτική. Όλα τα προηγούμενα είναι κουβέντα για το ποιος είναι ποιος.
ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΒΓΑ
Υπάρχει, όμως, και μια πολύ πιο ύπουλη συνέπεια.
Όταν η πολιτική μιλά έτσι επί χρόνια, τραβά και τον πολίτη μέσα στη ρούγα.
Τον εκπαιδεύει να μην αναρωτιέται «Είναι σωστή αυτή η πρόταση;»,αλλά «Τι του απάντησε;». Να μη ρωτά «Βγαίνουν οι αριθμοί;», αλλά «Τον τάπωσε;». Να μη συζητά «Ποιο παραγωγικό μοντέλο χρειάζεται η χώρα;», αλλά «Είδες τι είπε για τον …;», «Είδες τι απάντησε στον …;», «Είδες τι είπε για τον…;».
Και κάπως έτσι ο πολίτης από κριτής της πολιτικής μετατρέπεται σε θεατή του πολιτικού καβγά. Ή ακόμη χειρότερα, σε συμμετέχοντα.
ΑΝ ΜΙΛΟΥΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ;
Ας μεταφέρουμε για μια στιγμή αυτό το επίπεδο διαλόγου στην καθημερινή ζωή.
Φανταστείτε δύο γιατρούς να συζητούν δημοσίως για τη θεραπεία ενός ασθενούς: «Είναι απατεώνας». «Εσύ είσαι ανίκανος». «Ζεις σε γυάλα». «Έχεις κολλητούς». «Είσαι αλαζόνας». «Είσαι ηττημένος».
Κάποια στιγμή ο ασθενής μάλλον θα φώναζε:
«Γιατρέ, ωραία όλα αυτά. ΕΓΩ ΤΙ ΕΧΩ;»
Ε, λοιπόν, στην πολιτική ο ασθενής είναι η χώρα.
Και πληρώνει και τον λογαριασμό.
ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΙΔΙΟΙ
Εδώ χρειάζεται μία καθαρή διάκριση.
Δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν έχουν όλοι την ίδια πολιτική. Δεν έχουν την ίδια ευθύνη.
Άλλη είναι η ευθύνη εκείνου που κυβερνά και εφαρμόζει πολιτική και άλλη εκείνου που αντιπολιτεύεται και προτείνει διαφορετική.
Αλλά υπάρχει κάτι στο οποίο δεν χρειάζεται να τους εξισώσουμε εμείς.
Όταν χρησιμοποιούν το ίδιο πολιτικό εργαλείο -την προσωπική απαξίωση του άλλου αντί της απόδειξης- εξισώνουν μόνοι τους το επίπεδο της συζήτησης.
Και ο πολίτης δικαιούται να αρνηθεί να κατέβει μαζί τους εκεί.
ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΕ
Γι’ αυτό ίσως πρέπει να σταματήσουμε να χαρακτηρίζουμε εμείς τους πολιτικούς.
Άλλωστε, μας έχουν απαλλάξει από τον κόπο.
Ο ένας μάς ενημερώνει ότι ο άλλος εξαπατά. Ο άλλος ότι ο πρώτος είναι αλαζόνας. Ο τρίτος ότι υπάρχουν κολλητοί. Ο τέταρτος ότι υπάρχει παρακμή. Ο πέμπτος ότι οι υπόλοιποι είναι ηττημένοι. Και όλοι μαζί ότι οι άλλοι λένε ψέματα.
Ας τους πιστέψουμε, λοιπόν, σε ένα μόνο πράγμα:
Ότι ο πολιτικός αντίπαλος πρέπει να ελέγχεται αυστηρά.
Σύμφωνοι.
Μόνο που από εδώ και πέρα ας εφαρμοστεί ο ίδιος κανόνας και σε εκείνον που μιλά.
Όχι «ο άλλος είναι απατεώνας». Αριθμούς.
Όχι «ο άλλος είναι αλαζόνας». Αποτελέσματα.
Όχι «ο άλλος λέει ψέματα». Αποδείξεις.
Όχι «εμείς είμαστε η λύση». Πρόγραμμα, κόστος, χρονοδιάγραμμα, αποτέλεσμα.
Και υπάρχει μια τελευταία ερώτηση που κανένα Γραφείο Τύπου δε χρειάζεται να απαντήσει για λογαριασμό μας:
Αν ο ένας είναι «απάτη», ο άλλος «εξαπάτηση», ο τρίτος «αλαζονεία», ο τέταρτος «παρακμή», ο πέμπτος «ψεύτικες υποσχέσεις» και όλοι οι υπόλοιποι «ηττημένοι»…
εμείς, οι πολίτες, τι ακριβώς καλούμαστε να ψηφίσουμε;
Ίσως ήρθε η ώρα να τους χαλάσουμε λίγο τη ρούγα.
Να μη ρωτάμε πια: «Τι απαντάτε στον άλλον;»
Αλλά: «Τι προτείνετε εσείς; Πόσο κοστίζει; Ποιος το πληρώνει; Πότε θα γίνει; Και πώς θα μετρήσουμε αν το κάνατε;».
Τότε μπορεί να συμβεί κάτι πραγματικά ανατρεπτικό: να αναγκαστεί η πολιτική να ξαναμιλήσει… για πολιτική.
Του Παναγιώτη Ξεροβάσιλα

























