Ζητά άμεση παρέμβαση από τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού
Ένα σοβαρό πολεοδομικό και περιβαλλοντικό ζήτημα, με άμεσες προεκτάσεις για το φυσικό και ιστορικό τοπίο της Μεσσηνιακής Μάνης, επαναφέρει στο προσκήνιο η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ζητώντας από τα συναρμόδια υπουργεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού να παρέμβουν άμεσα για το καθεστώς δόμησης που εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε σειρά οικισμών της Δυτικής Μάνης.
Η επιστολή, που υπογράφεται από την πρόεδρο της ΕΛΛΕΤ Λυδία Καρρά και την ομότιμη καθηγήτρια του ΕΜΠ Ελένη Μαΐστρου, θέτει ευθέως το ερώτημα εάν είναι δυνατόν ένα πολεοδομικό καθεστώς που θεσπίστηκε πριν από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες να εξακολουθεί να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε μια περιοχή που στο μεταξύ έχει μετατραπεί σε έναν από τους πλέον αναπτυσσόμενους τουριστικούς προορισμούς της Μεσσηνίας.
Στην επιστολή γίνεται λόγος για «καταστροφικά αποτελέσματα» στο περιβάλλον των οικισμών της Μεσσηνιακής Μάνης από την εφαρμογή του Π.Δ. της 6ης Δεκεμβρίου 1982, ενώ υποστηρίζεται ότι το ζήτημα έχει επισημανθεί ήδη από το 2023, τόσο από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων και την Υπηρεσία Δόμησης Καλαμάτας όσο και από την ίδια την ΕΛΛΕΤ.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το ίδιο το ΥΠΕΝ έχει εντάξει την περιοχή Καλαμάτας, Δυτικής Μάνης και Μεσσήνης σε Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο, αναγνωρίζοντας ότι στην περιοχή υπάρχουν κρίσιμα χωρικά προβλήματα που απαιτούν άμεση αντιμετώπιση ή την αποτροπή δημιουργίας τετελεσμένων εξαιτίας της έλλειψης ή ανεπάρκειας πολεοδομικού σχεδιασμού.
Διάταγμα του 1982 απέναντι στη Μάνη του 2026
Σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, το Π.Δ. του 1982 αφορά στάσιμους, μη οριοθετημένους οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 500 κατοίκων και δημογραφική συρρίκνωση. Το συγκεκριμένο καθεστώς παρέχει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δυνατότητα δόμησης μέσα σε ζώνη ακτίνας 800 μέτρων από το κέντρο του οικισμού.
Η βασική ένσταση που διατυπώνεται είναι ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε οικισμούς της Δυτικής Μάνης, ενώ η πραγματικότητα της περιοχής έχει αλλάξει δραματικά.
Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένα θεσμικό πλαίσιο που σχεδιάστηκε για μικρούς και συρρικνούμενους οικισμούς. Από την άλλη, υπάρχει σήμερα μια περιοχή με έντονη τουριστική ζήτηση, αυξημένο ενδιαφέρον για παραθεριστικές κατοικίες και έντονη δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων.
Και ακριβώς σε αυτή την απόσταση ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα βρίσκεται, σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, ο πυρήνας του προβλήματος.
Η επιστολή επισημαίνει ότι, ενώ στους περισσότερους οικισμούς της χώρας ακολούθησε οριοθέτηση με το Π.Δ. του 1985, στη Δυτική Μάνη εξακολουθεί να εφαρμόζεται το καθεστώς των στάσιμων οικισμών. Κατά την ΕΛΛΕΤ, αυτό δημιουργεί σημαντικά μεγαλύτερες δυνατότητες δόμησης σε σχέση με τις εκτός σχεδίου διατάξεις, καθώς αναφέρεται δυνατότητα δόμησης σε αγροτεμάχια από 500 τ.μ., με τη συνολική επιτρεπόμενη δόμηση να μπορεί, ανάλογα με το μέγεθος της ιδιοκτησίας, να φθάνει περίπου τα 400 τ.μ.
Το αποτέλεσμα είναι το εξής παράδοξο: σε μια περιοχή με ιδιαίτερα ευαίσθητο φυσικό, αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό τοπίο, οι δυνατότητες οικοδόμησης παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές, την ώρα που ο σύγχρονος πολεοδομικός σχεδιασμός δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Παραθεριστικές κατοικίες
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ζήτημα του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε το συγκεκριμένο καθεστώς.
Η ΕΛΛΕΤ επικαλείται τη διάταξη του Π.Δ., σύμφωνα με την οποία η δυνατότητα δόμησης συνδέεται με την κάλυψη οικιστικών αναγκών μόνιμων κατοίκων, δημοτών ή καταγόμενων από τον οικισμό που δε διαθέτουν άλλη κατοικία στη ζώνη των 800 μέτρων.
Ωστόσο, η επιστολή υποστηρίζει ότι στην πράξη οι κατοικίες που κατασκευάζονται σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό παραθεριστικές και ότι δεν ανήκουν, ως επί το πλείστον, σε ανθρώπους που κατάγονται από τους συγκεκριμένους οικισμούς, όπως προβλέπει το πλαίσιο που επικαλείται η ΕΛΛΕΤ.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο στις περιοχές που βρίσκονται κοντά σε ήδη ανεπτυγμένους τουριστικούς προορισμούς, όπως η Στούπα και η Καρδαμύλη.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην επιστολή, η τουριστική ανάπτυξη της περιοχής έχει παρουσιάσει αλματώδη αύξηση από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ιδιαίτερα σε τμήματα που γειτνιάζουν με παραθαλάσσιες και τουριστικά ανεπτυγμένες περιοχές.
Μέχρι τη θάλασσα
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που θέτει η ΕΛΛΕΤ αφορά στη χωρική εφαρμογή της ζώνης των 800 μέτρων.
Στην επιστολή αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ζώνη αυτή φθάνει μέχρι τη θάλασσα, δημιουργώντας, σύμφωνα με την καταγγελία, δυνατότητες δόμησης σε περιοχές που στην πράξη αποτελούν τμήματα παραθαλάσσιων και ιδιαίτερα τουριστικών οικισμών.
Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρονται το Κοτρώνι, από τη ζώνη του οποίου, σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, η δόμηση επεκτείνεται προς τον παραθαλάσσιο οικισμό του Αγίου Δημητρίου, αλλά και τα Κάτω Ρίγκλια, όπου η ζώνη των 800 μέτρων συνδέεται με δυνατότητα κατασκευής κατοικιών στον παραθαλάσσιο και τουριστικά ανεπτυγμένο Άγιο Νικόλαο.
Το ερώτημα που τίθεται είναι προφανές: μπορεί ένα καθεστώς που σχεδιάστηκε για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών μικρών, στάσιμων οικισμών να λειτουργεί σήμερα ως όχημα οικοδομικής ανάπτυξης σε περιοχές που έχουν αποκτήσει έντονο τουριστικό χαρακτήρα;
Διανοίξεις δρόμων
Στο δεύτερο σκέλος της παρέμβασής της, η ΕΛΛΕΤ στρέφει το ενδιαφέρον στην πολιτιστική κληρονομιά.
Πολλοί από τους οικισμούς που χαρακτηρίζονται ως στάσιμοι, όπως αναφέρεται, διατηρούν στους οικιστικούς τους πυρήνες σημαντικά κτήρια και μνημεία βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου.
Η ιδιαιτερότητα αυτή καθιστά το ζήτημα της δόμησης ακόμη πιο σύνθετο, καθώς η προστασία του φυσικού τοπίου συναντά την προστασία της αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς.
Κι εδώ η επιστολή επικαλείται την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας, η οποία, σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, έχει ήδη απευθυνθεί στο υπουργείο Πολιτισμού επισημαίνοντας την ιστορική σημασία πολλών οικισμών της Μάνης.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αναφορά στις επιπτώσεις της διάνοιξης δρόμων.
Σύμφωνα με όσα μεταφέρει η ΕΛΛΕΤ από την Εφορεία, σε αρκετές περιπτώσεις ανοίγονται νέοι δρόμοι προκειμένου αγροτεμάχια να αποκτήσουν πρόσωπο και να καταστούν οικοδομήσιμα, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται εκτεταμένοι εκβραχισμοί, με αποτέλεσμα τη δραστική αλλοίωση του μανιάτικου τοπίου.
Η ίδια η Εφορεία, σύμφωνα με την επιστολή, σημειώνει ακόμη ότι η πλειονότητα των νέων κτηρίων προορίζεται για τουριστικές κατοικίες.
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται και το πολεοδομικό ζήτημα της απουσίας εγκεκριμένου εσωτερικού οδικού δικτύου σε αρκετούς οικισμούς.
Η ΕΛΛΕΤ υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Δόμησης Καλαμάτας έχει επανειλημμένα ενημερώσει το ΥΠΕΝ για το πρόβλημα, καθώς δεν έχουν καθοριστεί οι κοινόχρηστες οδοί που εξασφαλίζουν την οικοδομησιμότητα.
Έτσι, όπως καταγγέλλεται, δημιουργείται μια αλυσιδωτή διαδικασία: η έλλειψη σαφώς καθορισμένου οδικού δικτύου δημιουργεί ζήτημα πρόσβασης, το ζήτημα πρόσβασης δημιουργεί πίεση για διάνοιξη νέων δρόμων και η διάνοιξη δρόμων οδηγεί σε επεμβάσεις στο φυσικό ανάγλυφο.
Το αποτέλεσμα είναι να αλλάζει σταδιακά το τοπίο πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο πολεοδομικός σχεδιασμός που θα έπρεπε να καθορίζει πού, πώς και με ποιους όρους μπορεί να αναπτυχθεί η περιοχή.
Η απόφαση του ΣτΕ
Η επιστολή θέτει παράλληλα και ζήτημα νομιμότητας του τρόπου με τον οποίο προσδιορίζονται τα όρια ορισμένων οικισμών, επικαλούμενη την απόφαση 57/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό τον οριζόντιο καθορισμό ορίων οικισμού με έναν απλό γεωμετρικό προσδιορισμό, όπως η ακτίνα των 800 μέτρων από ένα σημείο αναφοράς, χωρίς επιστημονική μελέτη και χωρίς την έκδοση του απαιτούμενου Προεδρικού Διατάγματος.
Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη Δυτική Μάνη, ακριβώς επειδή η σημερινή πραγματικότητα καλείται να λειτουργήσει πάνω σε ένα πολεοδομικό καθεστώς που έχει δημιουργήσει, όπως υποστηρίζεται, σημαντικές γκρίζες ζώνες ως προς τα όρια, την αρτιότητα, την πρόσβαση και τελικά τη δυνατότητα δόμησης.
Χωρίς Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο
Η ΕΛΛΕΤ υποστηρίζει ότι, παρά τις επισημάνσεις των υπηρεσιών, το πρόβλημα δεν έχει αντιμετωπιστεί μέχρι σήμερα.
Το ΥΠΕΝ, σύμφωνα με την επιστολή, παρέπεμψε τη λύση στο Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο που εκπονείται για την περιοχή, ενώ η ΕΛΛΕΤ υποστηρίζει ότι η μελέτη εξακολουθεί να βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο.
Βασικό επιχείρημα της ΕΛΛΕΤ είναι ότι ο σχεδιασμός κινδυνεύει να έρθει εκ των υστέρων και να αποτυπώσει μια πραγματικότητα που μέχρι τότε θα έχει ήδη διαμορφωθεί από την οικοδομική δραστηριότητα.
Το ίδιο το ΥΠΕΝ περιγράφει το ΕΠΣ Καλαμάτας–Δυτικής Μάνης–Μεσσήνης ως εργαλείο για την αντιμετώπιση κρίσιμων χωρικών προβλημάτων και την αποτροπή δημιουργίας τετελεσμένων λόγω της έλλειψης ή ανεπάρκειας πολεοδομικού σχεδιασμού.
Αιτήματα στα υπουργεία
Με την επιστολή της η ΕΛΛΕΤ ζητά από το υπουργείο Περιβάλλοντος να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για το εάν προτίθεται να σταματήσει την εφαρμογή του Π.Δ. του 1982 έως ότου εκδοθούν τα απαιτούμενα Προεδρικά Διατάγματα για την οριοθέτηση των οικισμών.
Παράλληλα, ζητά από το υπουργείο Πολιτισμού να απαντήσει στις επισημάνσεις της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας και να ξεκαθαρίσει εάν προτίθεται να ελέγξει τη δόμηση σε περιοχές υψηλής πολιτιστικής αξίας.
Της Βίκυς Βετουλάκη



























